Στο νότιο μέρος της αμερικανικής ηπείρου βρίσκεται η Αργεντινή, μια χώρα που προσέλκυσε μετανάστες επειδή ήταν πλούσια σε πρώτες ύλες και είδη διατροφής και εξήγε μεγάλες ποσότητες προϊόντων σε διάφορες χώρες του κόσμου. Το 1876 ψηφίζεται ο μεταναστευτικός νόμος 817, που προσφέρει στους νεοφερμένους κάθε είδους εξασφάλιση, στέγη και τροφή για ένα διάστημα μετά την άφιξή τους, καθώς και βοήθεια για την ανεύρεση εργασίας.
Οι συνθήκες ζωής όλων αυτών των ανθρώπων δεν υπήρξαν και τόσο καλές στην αρχή της περιπέτειάς τους. Οι περισσότεροι, μετά τη φιλοξενία τους στο ξενοδοχείο των μεταναστών, περνούσαν στην επόμενη οικονομικότερη λύση, τα κονβετίγιος που θύμιζαν σε μεγάλο βαθμό τις προσφυγικές αυλές. Σε τέτοιες αυλές μεγάλωσαν αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι μετανάστευσαν μαζικά μετά τη μικρασιατική καταστροφή και αρκετοί έφτασαν μέχρι την Αργεντινή. Οι περισσότεροι εξ αυτών έμειναν στο Μπουένος Άιρες, ενώ ελάχιστοι προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας ψάχνοντας εύφορους τόπους, για να αφιερωθούν στη γεωργία. Οικογένειες ολόκληρες στριμώχνονταν στα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα ενός δωματίου, ενώ σε ένα και μόνο κτίριο «χωρούσε» ο πληθυσμός ενός ολόκληρου χωριού.
Ο κορμός της ελληνικής παροικίας και ο Ωνάσης
Η μεταναστευτική έκρηξη παρατηρείται κατά διάστημα από το 1857 και μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν φτάνουν στη χώρα 6.628.506 ψυχές. Απ’ αυτούς τους μετανάστες, οι πιο πολλοί ήταν Ιταλοί, Ισπανοί και Γάλλοι. Σε μικρότερα ποσοστά μετανάστευσαν Πολωνοί, Γερμανοί, Αυστριακοί, Έλληνες, Σύριοι, Λιβανέζοι, Εβραίοι και Αρμένιοι. Σ’ αυτούς τους πρώτους Έλληνες, που αποτέλεσαν τον κύριο κορμό της ελληνικής παροικίας, θα προστεθούν και όσοι εγκατέλειψαν την Ελλάδα είτε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου είτε κατά τη δεκαετία του ’50 λόγω της φτώχειας.
Από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι Έλληνες που διέμεναν στην πρωτεύουσα, ίδρυσαν αλληλοβοηθητικούς συλλόγους και κοινοτικές οργανώσεις φιλανθρωπικού χαρακτήρα. Μάλιστα, υπήρξε σημαντικός ο ρόλος των οργανώσεων αυτών σε εργατικά ζητήματα, διότι η εργατική νομοθεσία εκείνου του καιρού δεν προέβλεπε αποζημιώσεις σε περιπτώσεις ατυχημάτων, ασθενειών ή απολύσεων από την εργοδοσία.
Ο πιο γνωστός Έλληνας μετανάστης, ανάμεσα στους Μικρασιάτες, που έφτασαν στον Πονοσάριο το 1923, ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο οποίος έφτασε στην Αργεντινή, λίγους μήνες μετά την καταστροφή της Σμύρνης, μαζί με τα ξαδέρφια του τον Κώστα και τον Νίκο Κoνιαλίδη. Ο Ωνάσης εργάστηκε ως υπάλληλος στην Κρατική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών και απέκτησε την αργεντινή υπηκοότητα. Δημιούργησε με τα δύο ξαδέρφια του μια αξιόλογη επιχείρηση παραγωγής τσιγάρων, ακολουθώντας την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα που είχε η οικογένειά του στη Σμύρνη.
Η παρουσία του Ωνάση στη Νότια Αμερική επηρέασε αποφασιστικά της οργάνωση των ελληνικών παροικιών της Αργεντινής και συνέτεινε στην αναβάθμιση του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος της ελληνικής κοινότητας, ευεργέτης και προστάτης της. Πέρα από τις δωρεές για τη διατήρηση της εθνογλωσσικής ταυτότητας των Ελλήνων, διέθεσε στο κοινοτικό ταμείο και το μισθό του ως διπλωμάτη, προκειμένου να ανεγερθούν ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, σχολείο και αίθουσα συνάξεων. Το 1932 ο Αριστοτέλης Ωνάσης διορίστηκε άμισθος Πρόξενος της Ελλάδας στην Αργεντινή.
Πέδρο ντι Κάντια, ο τυχοδιώκτης
Παρόλα αυτά, η παρουσία Ελλήνων στην Αργεντινή καταγράφεται αιώνες νωρίτερα ήδη από τις πρώτες εξερευνητικές αποστολές στη Νότια Αμερική. Όπως αναφέρει στα χρονικά του ο Μπαρτολομέ ντε λας Κάσας, ιστοριογράφος των ταξιδιών του Χριστόφορου Κολόμβου, τα πλοία των εξερευνήσεων είχαν στελεχωθεί με θαλασσοπόρους πολλών εθνικοτήτων. Στις αποστολές που ακολούθησαν τα ταξίδια του Κολόμβου συμμετείχαν πολυάριθμοι Έλληνες, πολλοί από τους οποίους στη συνέχεια παρέμειναν μόνιμα στις νέες αποικίες αναλαμβάνοντας συχνά νευραλγικές διοικητικές θέσεις. Ανάμεσά του ξεχωρίζει η διάσημη και χαρακτηριστική φυσιογνωμία του Πέδρο ντι Κάντια, γεννημένου στην Κρήτη και γνωστού με το παρατσούκλι «el griego». Ήταν ένας τυχοδιώκτης με ισπανική υπηκοότητα, που διακρίθηκε στην κατάκτηση του Περού και μετέπειτα στους εμφυλίους πολέμους μεταξύ των Ισπανών κατακτητών. Σε έγγραφα και κείμενα της εποχής αναφέρονται συχνά επώνυμα, που υποδηλώνουν ελληνική καταγωγή.
Για την ελευθερία της Αργεντινής
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι αρκετοί Έλληνες έλαβαν μέρος στους απελευθερωτικούς αγώνες της Αργεντινής κατά των Ισπανών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει σε δύο νησιώτες, στον Νικόλαο Γεωργίου Κολμανιάτη από την Ύδρα και στον Μιχάλη Σαμουήλ Σπύρου από τη Μυτιλήνη. Πολέμησαν σκληρά και ηρωικά και ο τελευταίος έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία των Αργεντινών.
Ο Κολμανιάτης κατέφτασε στην Αργεντινή το 1811. Γνώριζε καλά τα μυστικά της θάλασσας και η ναυτοσύνη του ήταν αποδεδειγμένη. Κατατάσσεται, αμέσως, στο επαναστατικό Ναυτικό της Αργεντινής και γρήγορα προβιβάστηκε σε ανθυποπλοίαρχο. Μέχρι και το 1816, όταν ο αγώνας των Αργεντινών δικαιώθηκε, ο θαρραλέος Υδραίος είχε πάρει μέρος σε πολλές ναυμαχίες κατά των Ισπανών. Σε αυτές τις μάχες ωστόσο έχασε τη ζωή του ο Μυτιληναίος Μιχαήλ Σπύρου, ο οποίος, αφού φυγάδευσε το πλήρωμα του παγιδευμένου καραβιού του «Κάρμεν», το ανατίναξε για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Ο Νικολάς Χόρχε, όπως επίσης ήταν γνωστός ο Κολμανιάτης, πέθανε το 1864 χωρίς απογόνους.

To ιστιοφόρο Σαρμιέντο, με το οποίο η πλακέτα για τον Ν. Γ. Κολμανιάτη έφτασε στην Υδρα.
Η Αργεντινή ουδέποτε λησμόνησε όσα χρωστούσε στους δύο ηρωικούς Έλληνες και τους τίμησε ως όφειλε. Ένα πλοίο του αργεντίνικου πολεμικού ναυτικού φέρνει το όνομα του Σπύρου (ARA Spiro), ενώ για τον Κολμανιάτη στήθηκε στην πρωτεύουσα Μπουένος Άιρες μνημείο προς τιμήν του. Το 1937 τα ονόματα των δύο αγωνιστών δόθηκαν σε δύο μονάδες του πολεμικού στόλου. Την ίδια χρονιά το ιστιοφόρο Sarmiento κατέπλευσε στην Ύδρα φέρνοντας ως δώρο μια χάλκινη αναμνηστική πλακέτα η οποία βρίσκεται στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων του νησιού. Στην πλακέτα απεικονίζονται δύο γυναίκες, η Αργεντινή και η Ελλάδα, να στεφανώνουν τον Υδραίο ήρωα. Το 1949 η Εβίτα Περόν έστειλε προτομή του Κολμανιάτη στην Ύδρα, η οποία εκτίθεται σήμερα στο ιστορικό αρχείο του νησιού ως αναγνώριση της συμβολής της Ελλάδας στην ανεξαρτησία της Αργεντινής.
Τανγκό και ρεμπέτικα
Η σχέση Ελλάδας και Αργεντινής δεν περιορίζεται σε οικονομία και μάχες. Γύρω στο 1870, ακούστηκαν τα πρώτα τανγκό στις λαϊκές συνοικίες του Μπουένος Άιρες, στους οίκους ανοχής και στα καφενεία του λιμανιού. Συχνά έχουν επισημανθεί οι συγγένειες που υπάρχουν ανάμεσα στο αργεντίνικο τανγκό και τα ρεμπέτικα. Αυτές οι συγγένειες παρουσιάζονται όχι μόνο στη μουσική αλλά και στους στίχους, που αφορούσαν τον κόσμο, που ζούσε στο κοινωνικό περιθώριο. Παρόμοιο ήθος, συμπεριφορά και αξίες συνδέουν επίσης χαρακτηριστικούς αστικούς τύπους της εποχής στις δύο χώρες. Αυτοί οι τύποι χαρακτήριζαν τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα προς τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως ο κομπαδρίτο (φιλαράκι) και ο γουάπο (μορφονιός) από το Μπουένος Άιρες και οι κουτσαβάκηδες και μάγκες από τον Πειραιά και από άλλα ελληνικά λιμάνια.
Δεδομένων αυτών των ομοιοτήτων, αναρωτιέται κανείς σήμερα ποια ήταν η πραγματική διάσταση αυτών των κοινωνικών και πολιτιστικών επαφών, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ανάμεσα στα ελληνικά λιμάνια και το Μπουένος Άιρ, σε μια περίοδο που η ελληνική μετανάστευση προς την Αργεντινή είχε ξεκινήσει να δημιουργεί τα πρώτα κοινωνικά δίκτυα.
Μάλιστα, σε ένα από τα πιο γνωστά ελληνικά καφενεία της Μπόκα, στο Cafe Royal, γνωστό ως καφέ «El Griego», το οποίο ανήκε στον Νικόλα Βαρδάκο, εμφανιζόταν στις αρχές του 20ού αιώνα ο διάσημος αργεντινός μουσικός Φρανσίσκο Κανάρο, ο οποίος έκανε γνωστό το τανγκό στην Ευρώπη με την ορχήστρα του.
Η εξέλιξη της ελληνικής μετανάστευσης
Το 1869, υπό την προεδρία του Ντομίνγκο Φαουστίνο Σαρμιέντο, πραγματοποιήθηκε η απογραφή σε εθνική κλίμακα. Καταγράφηκαν μόνο 44 Έλληνες στο Μπουένος Άιρες, από τους οποίους οι 27 δήλωσαν ότι απασχολούνταν ως ναυτικοί. Από το 1880, η ελληνική μετανάστευση αυξήθηκε. Το λιμάνι της Μπόκα και λίγα χρόνια μετά η συνοικία Παλέρμο μετατράπηκαν σε κέντρα της ελληνικής παροικιακής ζωής στο Μπουένος Άιρες με ελληνικά καφενεία, ζαχαροπλαστεία, κουρεία, περίπτερα και ραφτάδικα. Είναι αξιοσημείωτο ότι διαφήμιζαν τις εμπορικές δραστηριότητες με ελληνικές επιγραφές.
Μαρτυρίες για τις επαφές ανάμεσα στις δύο χώρες, αλλά κυρίως για τις αφίξεις Ελλήνων ναυτικών στο Ρίο ντε λα Πλάτα αντλούμε και από μια… απρόσμενη πηγή, τα απομνημονεύματα του διάσημου μασίστα και λαϊκού παλαιστή Παναγή Κουταλιανού, ο οποίος επισκέφθηκε το Μπουένος Άιρες το 1866.Η απογραφή του 1895 κατέγραψε 313 Ελληνες σε όλη τη χώρα, με τους 170 να ζουν στο Μπουένος Άιρες, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1899 η φρεγάτα Sarmiento, το εκπαιδευτικό ιστιοφόρο του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής, φτάνει στον Πειραιά για πρώτη φορά κατά το παρθενικό του ταξίδι.
Μια νέα περίοδος εγκαινιάζεται αναμφίβολα το 1900 με την άφιξη 500 Ελλήνων στο Μπουένος Άιρες, που έρχονταν από την Βραζιλία. Μετά από μια σύντομη διαμονή στη χώρα αυτή, υποχρεώθηκαν από τις άθλιες συνθήκες και το κλίμα να κατευθυνθούν προς την Αργεντινή. Το 1914, από τους 5.700 Έλληνες που κατοικούσαν στην Αργεντινή, οι μισοί ζούσαν στην πρωτεύουσα.
Εκεί εκδόθηκε το 1921 και η πρώτη ελληνική εφημερίδα «Νέα Ζωή» και το 1924 μετονομάστηκε σε «Πατρίς». Η εφημερίδα αυτή αποτέλεσε τη φωνή της ελληνικής κοινότητας του Μπουένος Άιρες. Αργότερα, προστέθηκαν στον ομογενειακό Τύπο αρκετά περιοδικά καθώς και εφημερίδες.
Αφομοίωση και συρρίκνωση
Εδώ και πολλές δεκαετίες ο Ελληνισμός της Αργεντινής βρίσκεται σε σταδιακή συρρίκνωση, ενώ οι μεικτοί γάμοι οδηγούν στην πολιτιστική αφομοίωση του ελληνικού στοιχείου. Σήμερα ο αριθμός των Ελλήνων σε όλη τη χώρα ανέρχεται σε 20.000, ενώ τη δεκαετία του ’70 ήταν 40.000.
Χρειάστηκε παρόλα αυτά να φτάσουμε στο 1996 για να έχουμε την έναρξη της πρώτης συστηματικής έρευνας και μελέτης της ελληνικής μετανάστευσης στην Αργεντινή από την ιστορικό Μαρία Δαμηλάκου. Το βιβλίο της «Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή, 1900-1970» παραμένει το σημαντικότερο επιστημονικό έργο πάνω στο θέμα.



