Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία είχε ανάγκη από εργατικό δυναμικό. Σύναψε συμφωνίες με διάφορες χώρες – μεταξύ άλλων και την Ελλάδα – ώστε να της αποστείλουν τα απαιτούμενα εργατικά χέρια, τους μετέπειτα ονομαζόμενους Gastarbeiter (Gast = φιλοξενούμενος και Arbeiter = εργάτης). Πολλοί πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης, καθώς ονειρεύονταν ένα καλύτερο μέλλον.
Έλληνες άλλωστε δεν είναι μόνο οι κάτοικοι της Ελλάδας, αλλά και οι μετανάστες, που κρατούσαν τη φλόγα της ελληνικής παράδοσης αναμμένη, μεταδίδοντάς την από γενιά σε γενιά, πάντοτε με την ελπίδα της επιστροφής στα πάτρια εδάφη να φωλιάζει στις καρδιές τους.
Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι δεν επέστρεψαν ποτέ στις πατρίδες τους. Τα παιδιά τους, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις και τα εγγόνια τους, μεγάλωσαν και ζουν στη Γερμανία. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Σοφίας Σαμαρά. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη μικρή μας πόλη, το Μπίλεφελντ και έχει πλέον φτιάξει τη δική της οικογένεια. Ζει μια φυσιολογική ζωή ενώ εξελέγη και πρόεδρος του νεοσύστατου διοικητικού συμβουλίου του Θεσσαλικού Συλλόγου Μπίλεφελντ.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα του Μπίλεφελντ» κάνει μια αναδρομή στη ζωή της και μοιράζεται την εμπειρία της ως παιδί μεταναστών. Μιλά για τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της αφομοίωσης, τις διαφορετικές ταυτότητες και τις διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες.
Πώς ήταν να μεγαλώνετε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον;
«Γεννήθηκα το 1978 στη Γερμανία και μέχρι το 2001 ζούσα στο Μπίλεφελντ. Τότε έφυγα για τη Θεσσαλονίκη και επέστρεψα στο Μπίλεφελντ το 2014. Ως παιδί δεν ένιωσα ποτέ ρατσισμό στη Γερμανία, αν και πολλές φορές τα παιδιά γίνονται σκληρά, θέλοντας και μη. Το έζησα αυτό σε διάφορους αθλητικούς συλλόγους, όμως πιστεύω ότι και Γερμανίδα να ήμουν θα μας κορόιδευαν τα συγκεκριμένα παιδιά. Δεν τους δίναμε σημασία. Για εμάς, η Γερμανία είναι η χώρα που θα έπρεπε κανονικά να την αισθανόμαστε σαν πατρίδα μας – κάτι που εγώ δεν το αισθάνομαι έτσι, αλλά τη Γερμανία γνώρισα ως πατρίδα».
Ενδιαφέρον. Φοιτήσατε σε ελληνικό σχολείο. Πώς μάθατε τη γερμανική γλώσσα;
«Ήρθα σε επαφή με τη γλώσσα πριν ακόμα ξεκινήσω το σχολείο, ήδη από τον παιδικό σταθμό, και από τις κοινωνικές επαφές που είχαν οι γονείς μου, όπως για παράδειγμα μια Γερμανίδα γειτόνισσα. Βοήθησε και η τηλεόραση. Εκείνα τα χρόνια ήταν αποκλειστικά γερμανικά τα κανάλια. Ωστόσο, όταν ξεκίνησα στην πρώτη δημοτικού στο ελληνικό σχολείο, η ξένη μας γλώσσα ήταν τα γερμανικά. Είχαμε λίγες ώρες την εβδομάδα, τέσσερις ή πέντε».
Πώς θα χαρακτηρίζατε την εμπειρία σας σε ένα δίγλωσσο περιβάλλον;
«Αν η ερώτηση στοχεύει στο αν ήταν κάτι δύσκολο ή εύκολο, δεν μπορώ να πω. Ζούσαμε και με τις δύο γλώσσες. Τα μαθήματα τα παρακολουθούσαμε στα ελληνικά, αφού η εκπαίδευσή μας ήταν καθαρά ελληνική. Γερμανικά διδασκόμασταν συμπληρωματικά από Γερμανούς δασκάλους επομένως μόνο σε αυτή τη γλώσσα επικοινωνούσαμε».
«Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές ρίζες, η δουλειά γίνεται πάντα από το σπίτι, απ’ τους γονείς».
Εχοντας ζήσει και στην Ελλάδα, ποιες διαφορές έχετε εντοπίσει στη ζωή στις δύο χώρες;
«Κατ’ αρχάς, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε δύο διαφορετικές χώρες, όποιες κι αν είναι. Κάτι κερδίζεις περισσότερο από τη μία χώρα και κάτι από την άλλη. Πήγα στην Ελλάδα σχετικά μεγάλη. Αλλιώς λειτουργεί η Ελλάδα αλλιώς η Γερμανία. Εδώ στη Γερμανία υπήρχε πάντα μια σταθερότητα, ας το πω έτσι, σε κάποια πράγματα. Σε ό,τι αφορά τη νομοθεσία, την περίθαλψη και τη δημόσια υγεία. Στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν είναι έτσι. Για παράδειγμα όταν εργαζόμουν εκεί και ήμουν ασφαλισμένη στο τότε ΙΚΑ δεν το επισκεπτόμουν. Μετρημένες ήταν οι φορές που είχα πάει. Οταν χρειαζόμουν γιατρό, πήγαινα σε ιδιώτη. Πήγαινες, πλήρωνες και είχες τον γιατρό.
Αλλά από εκεί και πέρα, η ζωή στην Ελλάδα ήταν πολύ πιο ωραία. Και μόνο που δεν έβρεχε όλη τη μέρα ή ότι ήξερες ότι μπαίνει η άνοιξη και έρχεται το καλοκαίρι ή το ότι είχε ήλιο ακόμα και τον χειμώνα, όλα αυτά ήταν πολύ σημαντικά για την ψυχολογία. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, ακόμα και τον Ιούλιο μπορεί η θερμοκρασία να είναι 10-11 βαθμοί, να βρέχει και να έχει συννεφιά».
Υπάρχουν πράγματα που θεωρείτε καλύτερα σε κάποια από τις δύο χώρες;
«Φυσικά. Άλλα είναι καλά στη Γερμανία, άλλα είναι καλά στην Ελλάδα. Η τέλεια χώρα δεν υπάρχει».
Με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι διατηρήσατε τις ελληνικές σας ρίζες και με ποιους τρόπους ενταχθήκατε παράλληλα στη γερμανική κοινωνία;
«Σε ό,τι αφορά τις ελληνικές ρίζες, η δουλειά γίνεται πάντα από το σπίτι, απ’ τους γονείς. Μιλούσαμε πάντα ελληνικά, τις Κυριακές πηγαίναμε στην εκκλησία, το Σάββατο μας πήγαινε ο πατέρας μου στα μαθήματα του κατηχητικού, χορεύαμε σε ελληνικό σύλλογο και υπήρχε η επικοινωνία μεταξύ οικογενειών, με φιλίες, με κουμπαριές, να πάμε επίσκεψη, να γιορτάσουμε γενέθλια… Το ελληνικό στοιχείο το διατηρούσαμε με τις εθνικές μας γιορτές, με τις θρησκευτικές μας γιορτές, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα.
Είχα όμως και πολλές δραστηριότητες που με έφερναν σε τριβή με το γερμανικό στοιχείο. Ήμουν σε αθλητικό σύλλογο, παρακολουθούσα μαθήματα για να γράφω με τυφλό σύστημα κ.ά. Και αργότερα, αφού έδωσα Πανελλαδικές, επέστρεψα στη Γερμανία και αποφάσισα να μπω σε μια σχολή αισθητικής. Πλέον μιλούσα κυρίως γερμανικά στην καθημερινότητά μου, κάτι που φυσικά συνεχίστηκε όταν ξεκίνησα να εργάζομαι».
Νιώσατε ποτέ περιθωριοποιημένη λόγω της καταγωγής σας;
«Όχι, ποτέ. Δεν θυμάμαι ποτέ να έγινε κάτι έντονο που να αισθανθώ έτσι. Βέβαια, όταν επέστρεψα στη Γερμανία το 2014 βρήκα μια άλλη χώρα. Δεν ήταν η χώρα στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι μετανάστες ήταν πολύ περισσότεροι και δεν είχαν τόσο καλή στάση απέναντι σε εμάς τους Έλληνες. Ήταν η περίοδος της οικονομικής κρίσης και τα γερμανικά μέσα ασχολούνταν πολύ με την Ελλάδα. Ήμασταν σχεδόν κάθε μέρα το πρώτο ή το δεύτερο θέμα στις ειδήσεις. Θυμάμαι συναδέλφους μου να λένε “μας πήρατε τα λεφτά μας”. Ήταν δύσκολα τότε, αλλά αν είχες επιχειρήματα και ήξερες να μιλήσεις, τότε δεν μπορούσαν να πουν και πολλά».
Παρόμοιο συναίσθημα είχατε βιώσει στην Ελλάδα λόγω του ότι έχετε γεννηθεί στο εξωτερικό;
«Ναι, όταν έδινα Πανελλαδικές όλοι θεωρούσαν ότι εμείς στη Γερμανία πηγαίνουμε στην Ελλάδα, δίνουμε εξετάσεις με πολύ διαφορετικά θέματα, πιο εύκολα και λιγότερα μόρια μπαίναμε στις σχολές. Με άλλα λόγια, θεωρούσαν ότι εμείς δεν χρειαζόταν να διαβάσουμε για να σπουδάσουμε. Φυσικά δεν ίσχυε. Ωστόσο, αυτό ήταν κάτι μεμονωμένο. Όταν μάλιστα επέστρεψα στην Ελλάδα για να ζήσω δεν θυμάμαι να αντιμετώπισα άσχημη συμπεριφορά».
Και τώρα; Πώς είναι να μεγαλώνετε με τη σειρά σας τα δικά σας παιδιά στη Γερμανία ως Ελληνίδα;
«Μου είναι πολύ οικείο, διότι κι εγώ εδώ μεγάλωσα. Από όταν ήταν μικρές οι κόρες μου, φροντίζω να είμαστε τις Κυριακές στην εκκλησία και να συμμετέχουμε σε διάφορες πρωτοβουλίες της κοινότητας. Φοιτούν στο ελληνικό σχολείο και παίρνουν μέρος σε πλήθος δράσεων που έχουν σχέση με το ελληνικό στοιχείο».



