Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Σίγουρα μία από τις διασημότερες σκηνές του παγκόσμιου σινεμά είναι η εικόνα της Anita Ekberg και του Marcelo Mastroianni να τσαλαβουτούν στα νερά της Fontana di Trevi για τις ανάγκες της «Dolce Vita» διά χειρός Federico Fellini. Η συγκεκριμένη σκηνή όσο και ο τίτλος της ταινίας, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1960, απέκτησαν, με το πέρασμα των χρόνων, τη δική τους αυτόνομη υπόσταση που «ίσως» τελικά να υπερέβη τις προθέσεις του δημιουργού τους.

Αν και προφανώς επιθυμία κάθε σκηνοθέτη-δημιουργού είναι να υπογράφει πανίσχυρες εικόνες και στιγμιότυπα που να τραβούν το βλέμμα και το μυαλό και που να συμβάλουν στην αποδοχή και στην αναγνωρισιμότητα του έργου του, εξίσου προφανώς αυτές «οφείλουν» να υπηρετούν τον σκοπό της πλοκής και του μηνύματος που θέλει να περάσει – όποιο και αν είναι αυτό.

Ποιητής ή στιχοπλόκος;

Εκεί ακριβώς άλλωστε έγκειται και η διαφορά ενός μετρ του είδους από έναν απλό «εικονοποιό». Επίσης, ασχέτως του πόσο ισχυρά ή αδύναμα είναι ένα μήνυμα ή μια εικόνα στην εποχή τους, τελικώς μόνο ο… πανδαμάτωρ μπορεί να αποφασίσει αν όντως κάτι άξιζε τον κόπο και να του εξασφαλίσει μια θέση στο πάνθεον των άξιων δημιουργημάτων. (Πόσοι θυμάστε έστω και έναν τίτλο από το λογοτεχνικό έργο του δαφνοστεφούς στην εποχή του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή; Του «παρία» Παπαδιαμάντη; Αυτό ακριβώς.)

Βέβαια, σε αντίθεση με το μήνυμα του Fellini στην «Dolce Vita» για τη ματαιότητα του ηδονισμού και την υπαρξιακή κενότητα της κοσμικότητας/πολυτέλειας, και παρ’ όλο που στην αμέσως επόμενη σεκάνς τη μαγεία του συγκεκριμένου ενσταντανέ διαδέχεται η απομάγευση της σκληρής πραγματικότητας – εν προκειμένω τα φλας των paparazzi –, το συγκεκριμένο στιγμιότυπο μαζί με τον τίτλο του φιλμ κατέληξαν συνώνυμα του ιταλικού μεταπολεμικού θαύματος και ανάπτυξης, νοηματοδοτώντας εν τέλει «αυτή που λέν’ ζωή γλυκιά».

Αν και μακριά από εμάς η απόπειρα ερμηνείας του ιταλού δημιουργού, και δη χωρίς αυτόν, το μήνυμα της ταινίας είναι διαμετρικά αντίθετο από όσα κατέληξαν να εκπροσωπούν στο συλλογικό ασυνείδητο τα δύο αυτά λεπτά κινηματογραφικής και αισθησιακής αρτιότητας. Το ίδιο ισχύει και για τον τίτλο του φιλμ.

Τεχνητή μαγεία

Οι ρέκτες του σινεμά ίσως γνωρίζουν ή θα ήθελαν να μάθουν ότι το γύρισμα διήρκεσε σχεδόν μία εβδομάδα στις ιδιαιτέρως ψυχρές θερμοκρασίες του Μαρτίου και σε ένα υγρό στοιχείο εξαιρετικά αμφίβολης διαύγειας και ποιότητας. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, το «πρόβλημα» λύθηκε με μια στολή δύτη κάτω από το κοστούμι του Marcello Mastroianni και ένα μπουκάλι βότκα, προσφορά του συνεργείου, καθώς ο Ιταλός απεχθανόταν το κρύο και, σύμφωνα με τις διηγήσεις, φρόντισε να το εκφράσει με κάθε τρόπο. Ίσως το αλκοόλ να έπαιξε τον δικό του ρόλο στον τρόπο που κοιτά έκθαμβος την Annita Ekberg λίγο πριν την ακολουθήσει.

Για την ιστορία, αυτή, ως γνήσια Σουηδή, υπέμεινε αδιαμαρτύρητα την πολύωρη παραμονή της στο παγωμένο νερό. Εξάλλου θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν κάπως συνηθισμένη, μια και, σύμφωνα με την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει σχετικά με την ταινία, η έμπνευση της σκηνής προήλθε από την αντίστοιχη αποκοτιά της σουηδής καλλονής στην πραγματική ζωή. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα του νερού, χρησιμοποιήθηκε πράσινη χρωστική προκειμένου να δείχνει αρκούντως φωτογενές στα ασπρόσμαυρα καρέ.

Επίσης, πολύ πριν όλοι μας ξεκινήσουμε να ταξιδεύουμε χωρίς αύριο ανά τον κόσμο, έχοντας ίδια γνώμη και εικόνα, εύκολα θα θεωρούσε κανείς από την κινηματογράφηση ότι η Fontana di Trevi είναι ένα τεράστιο σιντριβάνι το οποίο χρειάζεται μια αιωνιότητα για να διασχίσεις και φιλοξενείται σε μια εξίσου αχανή πλατεία.

Τίποτα από τα δύο δεν ισχύει στην πραγματικότητα του διάσημου σιντριβανιού, που πλέον έχει και εισιτήριο εκτός από ορδές τουριστών, οι οποίοι, αν επιχειρήσουν κάτι ανάλογο, θα χρεωθούν πρόστιμο ύψους πεντακοσίων ευρώ – όχι ότι θα έπρεπε να ισχύει κάτι διαφορετικό. Σε αντίθεση επίσης με την ερημιά και την ησυχία της Αιώνιας Πόλης στα διάσημα αυτά κινηματογραφικά καρέ, η πραγματικότητα είναι ότι οι παροικούντες νοίκιαζαν τα σπίτια τους σε άπαντες ενδιαφερόμενους και σε κάθε «cut» γινόταν πανδαιμόνιο από τις ιαχές του πλήθους – σαν να έπαιζε η Squadra Azzurra τελικό στο Μουντιάλ.

Η δύναμη της εικόνας

Ακόμα και γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω, τόσο ως προς την εκ των υστέρων αντίθετη νοηματοδότηση της σκηνής όσο και τα ντεσού των γυρισμάτων, αυτή η φευγαλέα αίσθηση τελειότητας, «μια στιγμή που πέρασε και χάθηκε μες στη νύχτα», δεν μπορεί επ’ ουδενί να αλλοιωθεί ή να χάσει κάτι από τη γοητεία της. Ταυτόχρονα, κατά έναν τρόπο ως ένα status συλλογικής κληρονομιάς, είναι καταδικασμένη να δημιουργεί αυθαίρετους συνειρμούς και ερμηνείες που εναπόκεινται στη φαντασία και την ιδιοσυγκρασία του καθενός, ξεγλιστρώντας για πάντα από τα χέρια του δημιουργού της.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η στιγμή που θα άξιζε μια αιωνιότητα υπήρξε για χρόνια ο πυρήνας του ιταλικού πνεύματος σχεδιασμού.

Αν ρωτήσετε τους γύρω σας για κάτι τυπικά ιταλικό (εντάξει, εξαιρώντας… pasta e pizza και τα προφανή μνημεία), ανάλογα με το υπόβαθρο, θα σας απαντήσουν πιθανότατα espresso, Ferrari, Vespa, design, «Dolce Vita» και ξανά ντόλτσε βίτα – ως νόημα.

Σε μια ιταλική λίστα θα συγκαταλέγονταν επίσης η Sophia Lauren, o Fellini και ενδεχομένως ο Umberto Eco ή ο Pier Paolo Pasolini, ενσαρκώνοντας πολύ διαφορετικές πτυχές του ιταλικού κόσμου, αλλά ως  αναπόσπαστα άστρα ενός στερεώματος «made in Italy»· ενός στερεώματος όπου η χαρά της ζωής, η πληθωρική και αβίαστη ομορφιά, έστω και στην πιο αμείλικτη, νεορεαλιστική ή στυγνή, διανοητική εκδοχή της, φροντίζουν να κρύβουν επιμελώς τη σκέψη πίσω τους, προτάσσοντας εικόνες και νοήματα με αφοριστική αλλά και αφοπλιστική γοητεία.

Σε αντιδιαστολή με τη γερμανική σχολή, όπου η φόρμα υποτάσσεται στη λειτουργικότητα, η ιταλική έτεινε ανέκαθεν προς το αντίθετο. Οι Ιταλοί έδειχναν εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες να υπακούν στο «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», επιθυμώντας προφανώς καθετί το ιταλικό να διαχέει αυτή την αίσθηση της «γλυκιάς ζωής».

«Δούλεψα για 60 χρόνια και από ό,τι φαίνεται το μόνο που έκανα είναι μια καταραμμένη κόκκινη μηχανή» θα έλεγε ο Ettore Sottsass για ένα από τα πιο δημοφιλή αντίκειμενα της pop κουλτούρας και διανόησης

Αβίαστα όμορφα και δημοφιλή

Αυτό ακριβώς θα αποκομίσει κανείς αν ανατρέξει στα μνημειώδη δημιουργήματα του ιταλικού design. Για όσους δεν ασχολούνται με το σπορ του design και την προέλευσή του, ενδεικτικά απλώς θα παραθέσουμε ως τυπικά δείγματα – και παραλείποντας δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες – την art deco καφετιέρα του Bialetti (1933), στην οποία εν πολλοίς οφείλεται η πάνδημη λατρεία του καφέ από τους Ιταλούς, τα φωτιστικά Flos Arco των αδερφών Castiglioni, που από το 1962 φωτίζουν ως αυθεντικά ή ως εκατομμύρια απομιμήσεις τα σπίτια μας, τη διάσημη Vespa (1946), σχεδιασμένη από έναν άνθρωπο που μισούσε τις μοτοσικλέτες (Corradino d’ Ascagno), εξ ου και η διαφορετικότητά της, τη φορητή κατακόκκινη γραφομηχανή Olivetti Valentine (1969) του Ettore Sottsass και φυσικά τη Ferrari 250 GTO του 1962, με τις υπογραφές των G. Bizzarrini και S. Scaglietti, η οποία θεωρείται και αναγνωρίζεται ως ένα από ομορφότερα αυτοκίνητα στην ιστορία της αυτοκίνησης.

Η εσπρεσιέρα Bialetti εκδημοκράτισε τον καφέ για τους Ιταλούς

Προφανώς οι παραπάνω σχεδιαστές, όπως και η φελινική σκηνή, δεν είχαν ως αρχικό στόχο να δημιουργήσουν κάτι αυθεντικά ιταλικό, ούτε καν διαχρονικό. Απλώς υπάκουγαν στην εσωτερική τους φωνή, το ταλέντο τους και τις επιταγές του εκάστοτε προϊόντος ή μηνύματος. Επίσης, με εξαίρεση την Olivetti Valentine, η οποία υπήρξε εμπορική αποτυχία αλλά κέρδισε εξαιρετική δημοτικότητα στις τάξεις καλλιτεχνών και διανοουμένων που την ανήγαγαν σε «pop icon» – εξάλλου ποιος άλλος θα χρειαζόταν μια ακριβή φορητή γραφομηχανή; –, όλα τα υπόλοιπα είτε συνοδεύτηκαν με διθυράμβους άμα τη εμφανίσει τους είτε, για να μην μακρηγορούμε, ξεπούλησαν και εξακολουθούν να μοσχοπουλάνε.

Για την ακρίβεια, η Vespa είναι το μοναδικό αντικείμενο της παραπάνω λίστας που δεν αντιμετωπίστηκε με ενθουσιασμό εξαρχής ακριβώς λόγω της καινοτομίας της, η οποία ξένισε τους παραδοσιακούς μηχανόβιους. Τη συνέχεια βέβαια τη γνωρίζουμε όλοι ογδόντα χρόνια μετά. Ο παράγοντας «καινοτομία» πάντως ήταν κάτι που διέκρινε όλα τα ανωτέρω προϊόντα του ιταλικού βιομηχανικού design, καθώς το καθένα από αυτά φρόντιζε να σπάσει στεγανά με μια πρωτόγνωρη τόλμη και θρασύτητα και χωρίς τη βοήθεια όλων αυτών των μετέπειτα εργαλείων marketing.

Επετειακή έκδοση για τα ογδόντα χρόνια της Vespa

Αν και μάλλον θα αργήσει η στιγμή που κάποιος θα τολμήσει να αμφισβητήσει κάποιο από τα παραπάνω αντικείμενα ως προς την αξία τους – όπως και αν αυτή την ερμηνεύει κανείς –, εξίσου αληθές είναι ότι δείχνουν σαν να έχουν περάσει αιώνες από τις στιγμές που δημιουργήθηκαν.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον τρόπο που δημιουργήθηκαν.

Η πρόοδος της τεχνολογίας από εκείνη την εποχή είναι κάτι παραπάνω από καταιγιστική, αλλάζοντας τρόπους, νόρμες και ζητούμενα. Είναι εξίσου σαφές ότι τα τελευταία λίγα χρόνια ο κόσμος που ξέραμε ως μεταπολεμική Ευρώπη ή, έστω, ως μεταπολεμικό κόσμο βαίνει προς τη δύση του για να ανατείλει κάτι άλλο. Και όπως συμβαίνει σε κάθε κοσμογονία, η πυξίδα θα αργήσει να ξαναδείξει ένα σταθερό σημείο. Μέχρι τότε θα διαταράσσει κάθε μεγάλο ή μικρό σχέδιο του παγκόσμιου γίγνεσθαι αλλά και της ταπεινής καθημερινότητας.

Μπορεί η παραγωγή της να περιορίστηκε σε μόλις 36 αντίτυπα, ωστόσο η 250 GTO αποτελεί το ιερό δισκοπότηρο της αυτοκίνησης και του design

Επειδή αυτό όμως αποτελεί μια άλλου είδους ανάλυση, ας επιστρέψουμε στα ζητούμενα της εποχής και στον στενό κύκλο του βιομηχανικού design, το οποίο οφείλει να υπηρετεί τον σκοπό του προϊόντος. Στην τέχνη τα πράγματα είναι λίγο πιο «εύκολα», μια και δεν χρειάζεται να υπηρετήσει κάτι συγκεκριμένο εκτός από τον δημιουργό της· και αυτό ισχύει είτε σκεφτεί κανείς το «ars gratia artis» είτε την πιο ακραία μορφή στρατευμένης τέχνης και προπαγάνδας μέσω της τέχνης. Αλλά και αυτό είναι αντικείμενο μιας διαφορετικής συζήτησης.

Υπηρέτης δύο αφεντάδων

Η πρώτη ηλεκτρική Ferrari προφανώς σχεδιάστηκε για να υπηρετήσει έναν σκοπό. Πρωτίστως αυτόν της ηλεκτροκίνησης. Επίσης προφανώς, όπως κάθε προϊόν, καλείται να υπηρετήσει τη φίρμα που εκπροσωπεί. Στην προκειμένη περίπτωση, βέβαια, πρόκειται για μια εξαιρετικά ιδιάζουσα περίσταση όπου η μάρκα έχει συνδεθεί με την κορυφή της αυτοκίνησης.

Πάει πολύς καιρός, για την ακρίβεια από τη Ferrari 250 Testa Rossa του 1957 των αγωνιστικών πεδίων και την 250 GT California των jet-setters – από τότε η ιταλική φίρμα έχει εκτοξευθεί στο πάνθεον των μύθων, ούσα συνώνυμη της καινοτομίας, της αγωνιστικότητας και της αδάμαστης ιταλικής ομορφιάς. Ανεξαρτήτως από το πόσοι αγώνες κερδήθηκαν ή χάθηκαν και το πόσα αυτοκίνητα πουλήθηκαν εν τω μεταξύ, η Ferrari αποτελεί συνώνυμο του ιταλικού παραμυθιού, της ντόλτσε βίτα μιας άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς που έχει ξεπεράσει προ πολλού την ύλη των αυτοκινήτων της.

Εκτός από το status του δυσπρόσιτου μύθου – κάτι σαν τη φελινική Anita Ekberg –, αναπόσπαστο στοιχείο του γονιδιώματος του Maranello αποτελεί και η καινοτομία.

Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα βρεθεί άνθρωπος να εντοπίσει την έλλειψή της σε κάποιο από τα δημιουργήματα της Ferrari, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής Luce, τα τεχνικά χαρακτηριστικά της οποίας, με ουκ ολίγες πρωτιές στην κατασκευή, φροντίζουν να διαιωνίσουν τον μύθο.

Αυταπόδεικτη καινοτομία

Αναφέροντας ορισμένες από αυτές, είναι η πρώτη Ferrari που χρησιμοποιεί τέσσερις ανεξάρτητους ηλεκτροκινητήρες οι οποίοι, εκτός από τη συνδυαστική ισχύ των 1.050 ίππων, χάρη σε μια νέα κεντρική μονάδα ελέγχου και τη διάταξη Halbach, μια τεχνολογία από τις τάξεις της F1 που εκμηδενίζει το βάρος των μοτέρ, υπόσχονται να προσφέρουν μια πρωτόγνωρη ακρίβεια και προσαρμοστικότητα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της ροπής των 990 Nm και την οδική συμπεριφορά.

Για την ακρίβεια, οι ηλεκτροκινητήρες, άρα και κάθε τροχός ξεχωριστά, αναπροσαρμόζουν τη «συμπεριφορά» τους, με συχνότητα 200 φορών το δευτερόλεπτο.

Στην εξίσωση συνυπολογίσετε το πρώτο πλαίσιο του Maranello από κατά 75% ανακυκλωμένο αλουμίνιο, αλλά και το πρώτο ανεξάρτητο υποπλαίσιο στην ιστορία της Ferrari. Αυτό, εκτός από το πρώτο του είδους του, είναι και το μεγαλύτερο που έχει κατασκευαστεί ποτέ με την τεχνική κοίλης χύτευσης από τους Ιταλούς, με στόχο τη διατήρηση του βάρους σε χαμηλά επίπεδα αλλά και, συνδυαστικά με την ενεργή ανάρτηση, την παροχή περισσότερης άνεσης χωρίς να απεμπολούνται τα χαρακτηριστικά που κάνουν μια Ferrari… Ferrari. Επίσης ο οδηγός έχει στη διάθεσή του ένα σύστημα προσομοίωσης σχέσεων που μπορεί να ελέγξει μέσω των paddles στο τιμόνι και το οποίο υπόσχεται μια αίσθηση που προσομοιάζει σε παραδοσιακό κιβώτιο. Επίσης, σε αντίθεση με την πλειονότητα αντίστοιχων κατασκευών, οι Ιταλοί επέλεξαν έναν φυσικό ήχο για την πρώτη ηλεκτρική Ferrari, ο οποίος χάρη σε ενισχυτές που έχουν τοποθετηθεί κοντά στους ηλεκτροκινητήρες απλώς εκπέμπει ενισχυμένο τον πραγματικό τους ήχο, όπως περίπου ισχύει και με μια ηλεκτρική κιθάρα.

Η ρήξη με το παρελθόν

Στις πρωτιές συνυπολογίστε ότι εκτός από τον τίτλο της πρώτης ηλεκτρικής Ferrari η Luce αποτελεί και την πρώτη πενταθέσια πρόταση που φέρει τα σήματα του Maranello. Στην ηλεκτροκίνηση οι περισσότεροι χώροι αποτελούν τον κανόνα καθώς, απουσία μηχανικής σύνδεσης μεταξύ των αξόνων και κατ’ επέκταση τούνελ μετάδοσης, δημιουργείται ένας κενός χώρος που (και) οι σχεδιαστές/μηχανικοί της Ferrari έσπευσαν να εκμεταλλευτούν προς όφελος του αριθμού των επιβατών. Αυτό και μόνο αρκεί να καταστήσει τη Luce και την πιο «οικογενειακή – χρηστική» Ferrari στην ιστορία της μάρκας.

Με δεδομένο ότι τίποτα δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι τυχαίο όταν μιλάμε για το πρώτο ηλεκτρικό δημιούργημα του Maranello, προφανώς το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό αποτελεί προσεκτικά σχεδιασμένη επιλογή που θα καταστήσει τη φίρμα προσβάσιμη σε ένα διαφορετικό κοινό. Σε ένα ερώτημα αβγού – κότας, κότας – αβγού, μένει να μάθουμε αν αυτό το νέο κοινό στο οποίο στοχεύει η Ferrari αποτελεί τόσο εμφατικά θιασώτη του νέου trend της «ήσυχης πολυτέλειας», στην οποία προφανώς αποσκοπούσε και η επιλογή των σχεδιαστών της Sir Jony Ive και Marc Νewson, δύο ιερών τεράτων του παγκόσμιου βιομηχανικού design.

Αν τυχόν δεν τους γνωρίζετε, αμφότεροι προέρχονται από το περιβάλλον της Apple. O πρώτος συνυπήρξε με τον Steve Jobs σχεδιάζοντας μεταξύ πολλών άλλων προϊόντων της εταιρείας και το πρώτο iPhone, ενώ ο δεύτερος έχει συμβάλει στη δημιουργία του Apple Watch, κατέχοντας παράλληλα και τον τίτλο του πιο ακριβοπληρωμένου εν ζωή σχεδιαστή, καθώς η Lockheed Lounge, μια χειροποίητη πολυθρόνα από αλουμίνιο και έμπνευση από την αεροπλοΐα, πουλήθηκε σε δημοπρασία για το ποσό-ρεκόρ των 2,4 εκατομμυρίων στερλινών. Από το 2019 έχουν δημιουργήσει τη σχεδιαστική κολεκτίβα, όπως αρέσκονται να την αποκαλούν, LoveFrom, όντες εξαιρετικά επιλεκτικοί στις συνεργασίες τους – σε αυτές συγκαταλέγεται ο βρετανικός θρόνος, για λογαριασμό του οποίου σχεδίασαν το επίσημo έμβλημα της στέψης του Βασιλιά Καρόλου Γ’ το 2023. Κοιτάζοντας το μετα-ρετρό εσωτερικό της Luce, μπορεί εύκολα πάντως να ανιχνεύσει κανείς τη θητεία τους στην Apple όσο και να πιστέψει με ζέση την εμπλοκή και τον «θεατρικό» όσο και διαισθητικό χειρισμό που υπόσχονται τα χειριστήρια της Luce.

Να σημειωθεί επίσης ότι η Luce είναι η πρώτη Ferrari ο σχεδιασμός της οποίας ανατέθηκε εξωτερικά και δεν πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου από το Maranello. Το αποτέλεσμα;

Πανωλεθρίαμβος

Σίγουρα η αποδοχή δεν ήταν αυτή που περίμεναν οι Ιταλοί. Για την ακρίβεια, την ημέρα της αποκάλυψης της Luce το Διαδίκτυο πλημμύρισε με επικριτικά memes και διόλου κολακευτικά σχόλια για την εμφάνιση της πρώτης ηλεκτρικής Ferrari. Ενδεικτικά, δεν ήταν λίγοι οι χρήστες που παρομοίασαν τη Luce με το Fiat Multipla, το οποίο έχει τον άτυπο τίτλο του ασχημότερου αυτοκινήτου όλων των εποχών, άλλοι εντόπισαν ανησυχητικές ομοιότητες με κινεζικά ή ιαπωνικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Χαρακτηριστική είναι η ανάρτηση της Nissan Ιρλανδίας στα social media, η οποία βάζοντας δύο φωτογραφίες του Leaf και της Luce δίπλα-δίπλα σχολίασε: «Λένε ότι η μίμηση είναι η ειλικρινέστερη μορφή κολακείας, οπότε ευχαριστούμε Ferrari. Nissan: Πάντα μια έξυπνη επιλογή».

Η αιώνια αντίπαλος Lamborghini δεν έχασε επίσης την ευκαιρία να σχολιάσει κάνοντας μια ανάρτηση που ανέφερε «Υπερήφανοι που μπορείτε να συνεχίσετε να ονειρεύεστε με εμάς», ενώ θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε το τρολάρισμα από την Toblerone, η οποία αφαίρεσε τις γωνίες από τη χαρακτηριστική της συσκευασία βάφοντάς τη στα χρώματα της Luce, με λεζάντα «Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Εμείς θα κρατήσουμε για πάντα τις γωνίες». Εκτός από το Διαδίκτυο θέση πήραν ο πρώην επικεφαλής της Ferrari, Luca Cordero di Montezemolo, o οποίος δήλωσε ότι θα έπρεπε να αφαιρεθεί το έμβλημα της Ferrari από το αυτοκίνητο, αλλά και ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης Matteo Salvini, ο οποίος αναρωτήθηκε δημόσια κατά πόσο ο Enzo Ferrari θα ενέκρινε κάτι τέτοιο. Βέβαια στην περίπτωση του Di Montezemolo θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς κάποιο είδος πικρίας, ενώ σε αυτή του Salvini τη συνήθη ρητορική και ιδέες του χώρου από τον οποίο προέρχεται.

Η πραγματικότητα είναι πάντως ότι την επαύριο της παρουσίασης η μετοχή της Ferrari έπεσε κατά 8,4%, ενώ δύο ημέρες αργότερα ο επικεφαλής της φίρμας Benedetto Vigna, αν και ελαφρώς εκνευρισμένος, σε live μετάδοση από τη Μόντενα υπεραμύνθηκε της Luce λέγοντας ότι «δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που έχετε δει. Αν την οδηγήσετε θα καταλάβετε αμέσως ότι δεν αντιγράψαμε κανένα, ούτε στον σχεδιασμό ούτε στις επιδόσεις».

Ενα άλλου είδους σύμβολο

Επιστρέφοντας στο φελινικό σύμπαν και στη γλυκιά ζωή, είναι η εικόνα της Luce αυτή του αυτοκινήτου από το οποίο θα έβγαινε ποτέ ο Marcelo ή η Anita στην επίμαχη σκηνή αν υπήρχε αυτοκίνητο; Ξεκάθαρα όχι. Μπορεί να σταθεί από εικαστικής άποψης και αίσθησης – έστω ως μια προβολή στο μέλλον – ως κάποια από τις παραπάνω μνημειώδεις δημιουργίες του ιταλικού σύμπαντος; Και πάλι όχι, αν και αυτό προφανώς θα το δείξει η Ιστορία. Ανταποκρίνεται στις προσδοκίες όσων έχουν να διαθέσουν 550.000 ευρώ και που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις θα γίνουν 700.000 καθώς οι συνήθεις ιδιοκτήτες Ferrari προσθέτουν κατά μέσο όρο επιπλέον εξοπλισμό αξίας έως και 150.000 ευρώ; Θα απαντηθεί συν τω χρόνω.

«Είναι πάντα δύσκολο να ανταποκριθείς σε μια εικόνα» είχε δηλώσει, σε ένα παράλληλο σύμπαν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ένας άνθρωπος που αποτέλεσε τον ορισμό του pop icon. Ελαφρώς υπέρβαρος, εμφανώς καταπονημένος μέσα σε ένα κιτς κοστούμι, ο Elvis έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση λίγο πριν από μια ακόμα εξαντλητική αλληλουχία συναυλιών απ’ όπου προέκυψε η ηχογράφηση του «An American Trilogy». Ωστόσο, ανεξαρτήτως του κοστουμιού, της καταπόνησης και της γενικότερης εικόνας του βασιλιά τη δεδομένη εποχή, οι γκόσπελ στίχοι «Glory Glory Hallelujah, his truth is marching on», αρθρωμένοι από τον όγκο και τη δραματική θεατρικότητα της ύστερης φωνής του, αρκούσαν για να πιστέψει κανείς σε οποιονδήποτε θεό – έστω και αν δεν πίστευε πουθενά μέχρι τότε. Και προφανώς στο ίδιο συναίσθημα ποντάρει και η Ferrari για τις δυνατότητες της Luce – ασχέτως εικόνας.