Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Κίνηση πρώτη: φυσάς την κασέτα. Κίνηση δεύτερη: την τοποθετείς στην εσοχή του GameBoy. Κίνηση τρίτη: γυρίζεις στο παρελθόν.

Ως παιδί, ο Satoshi Tajiri περνούσε ώρες στα δάση και στα χωράφια κοντά στο σπίτι του. Του άρεσαν τα έντομα και το προάστιο κοντά στο Τόκιο, το οποίο στα 60s περιβαλλόταν ακόμα από πράσινο, ήταν ιδανικό για να καλλιεργήσει το πάθος του. Οι συμμαθητές του, μάλιστα, τον φώναζαν «Dr. Bug». Ο Satoshi ήταν ιδιαίτερος, και έφτασε σε σημείο να διοργανώνει ανταλλαγές εντόμων με τους φίλους του, όπως θα συνέβαινε μερικά χρόνια αργότερα με τις ανταλλαγές Pokémon, των πλασμάτων που ξεπήδησαν από τη φαντασία του και κατέκτησαν τον κόσμο.

Στο 2026 πλέον, τα Pokémon αποτελούν το πιο επιτυχημένο franchise ψυχαγωγίας παγκοσμίως, με συνολικά έσοδα που ξεπερνούν τα 80 δισεκατομμύρια δολάρια. Anime, συλλεκτικές κάρτες, φιγούρες, εμπορεύματα και φυσικά βιντεοπαιχνίδια, έβαλαν τον Pikachu και την παρέα του σε κάθε σπίτι. Στον πυρήνα αυτής της επιτυχίας βρίσκονται τα ίδια τα παιχνίδια, τα οποία έχουν σημειώσει περίπου 489 εκατομμύρια πωλήσεις μέχρι σήμερα, καθιστώντας τη σειρά την πιο επιτυχημένη στην ιστορία των RPG.

⋅ 30 χρόνια Pokémon: Η πιο κερδοφόρα ιστορία της ποπ κουλτούρας

Η αρχή έγινε το 1996 με τα Pokémon Red και Blue, τα οποία πούλησαν περισσότερα από 31 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και παραμένουν τα πιο επιτυχημένα παιχνίδια της σειράς. Η εμπορική δυναμική συνεχίστηκε με τις επόμενες κυκλοφορίες, όπως τα Pokémon Gold και Silver με περίπου 23 εκατομμύρια πωλήσεις. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, τα Pokémon εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς για τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική τους απήχηση. Αν αναζητήσει κανείς τα πρώτα παιχνίδια της σειράς στο Marketplace του Facebook, θα καταλάβει ότι το ενδιαφέρον του κόσμου παραμένει υψηλό. Και τι συμβαίνει όταν οι millennials επιστρέφουν στις ρίζες τους και ανοίγουν τα GameBoy τους; Οι τιμές εκτοξεύονται. Η νοσταλγία, άλλωστε, κοστίζει ακριβά.

Pexels

Η τιμή καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Στην περίπτωση των Pokémon, ωστόσο, η προσφορά παρουσιάζει ένα παράδοξο. Τα retro παιχνίδια δεν είναι σπάνια με την παραδοσιακή έννοια, αν σκεφτούμε ότι πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα. Πού βρίσκονται λοιπόν; Η απάντηση βρίσκεται στα συρτάρια των παιδικών δωματίων. Η συναισθηματική αξία αυτών των παιχνιδιών είναι τόσο υψηλή, που η συντριπτική πλειοψηφία των κατόχων τους αρνείται να τα πουλήσει. Αυτόματα δημιουργείται μια τεχνητή έλλειψη στην αγορά. Όταν η προσφορά που διατίθεται προς πώληση είναι ελάχιστη, ακόμα και αν υπάρχουν εκατομμύρια αντίτυπα κλειδωμένα σε ντουλάπες, η τιμή των εναπομεινάντων στην ελεύθερη αγορά εκτοξεύεται.

Τι ψάχνει το ελληνικό κοινό

Unsplash

Ένας εκ των διαχειριστών της ομάδας Pokémon Collectors GR, ο Μπάμπης Ροβάτσος, εξηγεί ότι αυτή η εξέλιξη δεν τον εξέπληξε καθόλου. «Οι ρετρό κασέτες Pokémon ήταν επόμενο να ανέβουν, γιατί είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τα καλύτερα παιδικά μας χρόνια. Στις μέρες μας οι περισσότεροι συλλέκτες ψάχνουν τις πιο καθαρές εκδοχές για συλλογή, δηλαδή με τα κουτιά τους, και κρατάνε μια έξτρα κόπια για gaming».

Η ομάδα Pokémon Collectors GR μετρά σχεδόν 13.000 μέλη και, όπως λέει στο «Βήμα» ο Μπάμπης Ροβάτσος, «το κοινό μας κυρίως αποτελείται από κόσμο των 80s-90s και σίγουρα αρκετούς μικρούς αλλά και μεγαλύτερους σε ηλικία, γιατί το φαινόμενο των Pokémon προσελκύει πάντα νέο κοινό που θέλει να μάθει από πού ξεκίνησαν όλα».

Η εκτόξευση του ενδιαφέροντος και των τιμών γύρω από τις πρώτες κασέτες έγινε το 2016. «Αξιοσημείωτη είναι η βοήθεια που έδωσε το Pokémon GO. Εκεί ήταν που η κατάσταση ξέφυγε πραγματικά και κόσμος που μέχρι τότε “κορόιδευε”, ξαφνικά μπήκε στο χόμπι που τόσα χρόνια ξέραμε οι παλιοί και άρχισε να ψάχνει για τα πρώτα παιχνίδια», αναφέρει ο Μπάμπης.

Στη συνέχεια, η πανδημία και τα lockdowns εγκλώβισαν εκατομμύρια ανθρώπους στα σπίτια τους, ενώ την ίδια περίοδο ξέσπασε μια παγκόσμια υστερία. «Σίγουρα η καραντίνα έπαιξε μεγάλο ρόλο, όπως και η επιρροή του Λόγκαν Πολ πάνω στο Trading Card Game. Ο λόγος που βλέπεις τις κασέτες να είναι τόσο ακριβές είναι, μεταξύ άλλων, λόγω των καρτών Pokémon. Έχει επηρεάσει τα πάντα, ήταν επόμενο να επηρεάσει και τις κασέτες!».

Αυτή η εκρηκτική άνοδος αποτυπώνεται καθαρά και στις ιδιαίτερες προτιμήσεις του ελληνικού κοινού. «Οι Έλληνες των late 90s μεγάλωσαν έντονα με την πρώτη και τη δεύτερη γενιά. Οι κασέτες που ψάχνουν κυρίως είναι Red/Blue/Yellow από την πρώτη γενιά και Silver/Gold/Crystal από τη δεύτερη. Λιγότεροι ψάχνουν από την τρίτη γενιά και έπειτα, κυρίως όσοι θέλουν να έχουν λίγο από όλα. Ο βασικός συλλέκτης/gamer σταμάτησε στη δεύτερη γενιά στη χώρα μας. Παρακάτω πήγαν όσοι παίζουν Pokémon μέχρι και σήμερα».

Προμηθεύσου και ύστερα απαίτησε

Unsplash

Ωστόσο, η τεράστια αυτή ζήτηση, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξειδικευμένης γνώσης, άνοιξε την πόρτα σε επιτήδειους που κατακλύζουν την αγορά με απομιμήσεις. «Δυστυχώς η μεγάλη ζήτηση και η μικρή γνώση πάνω στο retro gaming είναι τροφή για ανθρώπους που πουλάνε μη αυθεντικές κασέτες. Κάποιοι πέφτουν θύματα από τον ενθουσιασμό τους, επειδή οι τιμές των αυθεντικών δεν είναι προσιτές για όλους», εξηγεί ο Μπάμπης.

Αν ψάξει κανείς στο Marketplace του Facebook ή στο Vendora, θα δει πως οι πρώτες κασέτες ξεκινούν από τα 60 ευρώ (χωρίς κουτί) και ξεπερνούν τα 500 ευρώ αν βρίσκονται σε καλή κατάσταση μαζί με το κουτί τους. Το μοντέλο που κυριαρχεί πλέον είναι το «προμηθεύσου και ύστερα απαίτησε». Αρκετοί λοιπόν αγοράζουν, περιμένουν και ζητούν μεγάλα ποσά μόλις έρθει η ειδοποίηση στο κινητό τους.

Πίσω από το «επενδυτικό» hype, τις εξωφρενικές τιμές και τις μη αυθεντικές κασέτες, πολλοί αναρωτιούνται: ήταν όντως καλύτερα τα πρώτα παιχνίδια; Γιατί έχει ξεκινήσει κυνηγητό για τις κασέτες Red/Blue/Yellow, Gold/Silver/Crystal και Emerald από την τρίτη γενιά; «Πολλοί δεν το γνωρίζουν, αλλά τα Pokémon ήταν προγραμματισμένα να τελειώσουν στη δεύτερη γενιά. Οι developers έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Πολλοί θα πουν για τα γραφικά, ή ίσως για το περιεχόμενο ότι τελειώνει γρήγορα. Δεν ισχύει όμως, γιατί τα κρίνουν με νέα δεδομένα πάνω στα games. Ας μην ξεχνάμε πόσο άλλαξαν τα πράγματα από τότε», λέει ο Μπάμπης Ροβάτσος.

Θα μπορούσε ένα άτομο που δεν έχει χτυπηθεί από τον ιό της νοσταλγίας να αντιτείνει ότι, στην εποχή του διαδικτύου, η φυσική κατοχή ενός παιχνιδιού είναι περιττή ή ότι υπάρχουν εξομοιωτές (emulators) για να παίξει κανείς όποιο παιχνίδι θέλει, χωρίς μάλιστα να πληρώσει. Είναι, όμως, έτσι; Σύμφωνα με τον Μπάμπη Ροβάτσο, «πρέπει να εκτιμάμε τα παιχνίδια αυτά γιατί ήταν η αρχή όσων ξέρουμε σήμερα. Επηρέασαν τον χώρο του gaming γενικά και μας φέρνουν πίσω όμορφες αναμνήσεις. Πρόκειται για έναν συνδυασμό νοσταλγίας, ωραίου game και συλλογής».