Το εργαστήριο του Τάσου Μαντζαβίνου δεν μοιάζει με εκείνους τους επιμελώς ακατάστατους χώρους που συχνά συναντά κανείς στα ατελιέ των καλλιτεχνών. Δεν υπάρχει τίποτα σκηνοθετημένο για το βλέμμα του επισκέπτη. Ξύλα, χρώματα, κατασκευές, μορφές που περιμένουν να ολοκληρωθούν ή μοιάζουν ήδη να έχουν ολοκληρώσει τον δικό τους κύκλο, όλα συνυπάρχουν χωρίς να διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι ένας χώρος που δείχνει να κατοικείται από μνήμες περισσότερο παρά από αντικείμενα.
Ο ίδιος μιλά όπως ζωγραφίζει. Δεν ακολουθεί ευθείες γραμμές. Ξεκινά από μια ανάμνηση, περνά σε έναν ζωγράφο που αγάπησε, επιστρέφει στα παιδικά του χρόνια, κάνει μια στάση στον Καραγκιόζη, θυμάται τον πατέρα του, γελάει, σωπαίνει, συνεχίζει. Ο λόγος του είναι συνειρμικός, αλλά όχι χαοτικός. Κάτω από τις διαδρομές του υπάρχει πάντα ένας σταθερός άξονας: η προσπάθεια να καταλάβει από πού έρχονται οι εικόνες που ζωγραφίζει.
Η συζήτηση ξεκινά από τη ζωγραφική, όμως πολύ γρήγορα γίνεται μια κουβέντα για την απώλεια, τη μοναξιά και τη μνήμη. Για το πώς ένα παιδί που έχασε νωρίς τον πατέρα του κουβαλά αυτή την απουσία σε όλη του τη ζωή χωρίς να το επιδιώκει. Για το πώς η θάλασσα, που για τους περισσότερους είναι συνώνυμη της ανεμελιάς, μπορεί να μετατραπεί σε έναν τόπο πένθους. Γιατί, όπως λέει κάποια στιγμή, δεν μπορεί να τη δει αθώα. Μιλά με τον ίδιο σεβασμό για τον Μόραλη και τον Μυταρά αλλά και για τον Σπαθάρη. Δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στην «υψηλή» και τη λαϊκή τέχνη. Ο Καραγκιόζης, λέει, υπήρξε για εκείνον μια από τις σπουδαιότερες εικαστικές εμπειρίες. Όταν η κουβέντα φτάνει στη βυζαντινή παράδοση, αποφεύγει κάθε εύκολη ερμηνεία. Δεν ενδιαφέρεται να ζωγραφίσει αγιογραφίες ούτε να συνομιλήσει με τη θρησκεία ως δόγμα. Εκείνο που τον αφορά είναι η πρώτη εικόνα που χαράχτηκε μέσα του, οι εκκλησίες των παιδικών του χρόνων, η αίσθηση του μυστηρίου, η δύναμη της μορφής. Σχεδόν μισό αιώνα μετά τα πρώτα του βήματα, εξακολουθεί να μιλά σαν άνθρωπος που ακόμη ψάχνει. Δεν δείχνει να τον ενδιαφέρει η κατοχύρωση, ούτε η ιδέα της επιτυχίας. Επιστρέφει διαρκώς στην έννοια του παιχνιδιού, της απόρριψης, της επιμονής. Πιστεύει ότι ο ζωγράφος οφείλει να διατηρήσει κάτι από το παιδί που υπήρξε, αλλά και να αντέξει τη μοναξιά που συνοδεύει αυτή την επιλογή. «Πρέπει να είσαι λίγο κοσμοκαλόγερος», λέει κάποια στιγμή. Και ίσως αυτή η φράση να συνοψίζει όχι μόνο τη δική του πορεία, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο να αντιλαμβάνεται την τέχνη.
Έχω την αίσθηση ότι η ζωγραφική λειτούργησε για εσάς ως ένας τρόπος να αντέξετε τη ζωή. Ισχύει;
Απολύτως. Αν δεν υπήρχε η ζωγραφική, δεν ξέρω πού θα είχα καταλήξει. Με βοήθησε να επιβιώσω. Δεν το λέω μεταφορικά. Όταν έχασα τον πατέρα μου, ήμουν πολύ μικρός. Αυτό το γεγονός καθόρισε ολόκληρη τη ζωή μου. Η απώλεια και η μοναξιά έγιναν εμπειρίες που κουβαλούσα χωρίς να το καταλαβαίνω. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι όσα ζωγράφιζα είχαν σχέση με εκείνο το τραύμα. Η ζωγραφική δεν θεραπεύει με την έννοια ότι σβήνει τον πόνο. Σου επιτρέπει όμως να τον μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Να του δώσεις μορφή. Να τον κοιτάξεις απέναντι. Αυτό έκανε σε μένα. Όταν ζωγράφιζα, ήταν σαν να έβαζα σε τάξη πράγματα που μέσα μου ήταν εντελώς ακατάστατα. Γι’ αυτό πιστεύω πως ένας ζωγράφος δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο με τεχνική. Πρέπει να έχει ζήσει. Να έχει γνωρίσει την απόρριψη, τη θλίψη, την απώλεια, τον έρωτα, τη χαρά. Αν δεν έχει περάσει από όλα αυτά, τι θα ζωγραφίσει; Ο Πικάσο έλεγε «πρώτα ζω και μετά ζωγραφίζω». Συμφωνώ απολύτως. Το βίωμα προηγείται. Η ζωγραφική έρχεται μετά.
Παρ’ όλα αυτά, σπουδάσατε δίπλα σε δύο πολύ μεγάλους δασκάλους, τον Γιάννη Μόραλη και τον Δημήτρη Μυταρά. Πώς βρίσκει κανείς τη δική του φωνή μετά από τόσο ισχυρές επιρροές;
Με δυσκολία. Και με μια διαδικασία που μοιάζει σχεδόν βίαιη. Στη Σχολή έμαθα πάρα πολλά. Ο Μόραλης και ο Μυταράς ήταν σπουδαίοι δάσκαλοι. Όμως, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι, αν συνέχιζα να ζωγραφίζω μέσα από αυτά που είχα μάθει, δεν θα έβρισκα ποτέ τον εαυτό μου. Έπρεπε να ξεχάσω. Να πετάξω πράγματα. Να φύγω από την ασφάλεια της καλής ζωγραφικής. Το δύσκολο είναι να αναγνωρίσεις ποια είναι η δική σου ανάγκη και να την ακολουθήσεις, ακόμη κι αν σε οδηγήσει σε αδιέξοδα. Κάθε ζωγράφος περνά αυτή τη δοκιμασία. Αν δεν την περάσει, μένει ένας καλός μαθητής. Δεν γίνεται ποτέ ο εαυτός του.

Ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς πίνακες, μέσα στο εργαστήρι του Τάσου Μαντζαβίνου
Ο Καραγκιόζης εμφανίζεται ξανά και ξανά στο έργο σας. Τι βρήκατε σε αυτόν τον κόσμο που δεν το βρήκατε αλλού;
Ο Καραγκιόζης είναι μια από τις μεγαλύτερες εικαστικές εμπειρίες που είχα ποτέ. Δεν τον αντιμετώπισα ποτέ σαν λαογραφία. Με συγκινούσε ο Σπαθάρης, που έφτιαχνε έναν ολόκληρο κόσμο σχεδόν με το τίποτα. Με ένα καρφί, με λίγα εργαλεία και με τα χέρια του. Εκεί υπάρχει μια σπουδαία τέχνη. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η σχέση ανάμεσα στο παιχνίδι και τη δημιουργία. Το παιχνίδι είναι κάτι εξαιρετικά σοβαρό. Αν ο ζωγράφος πάψει να παίζει, αν πάρει υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό του, τελείωσε. Χάνει την ελευθερία του. Νομίζω ότι η τέχνη πρέπει να κρατά αυτή την παιδική διάθεση, όχι την παιδικότητα, αλλά την ικανότητα να ανακαλύπτεις ξανά τον κόσμο σαν να τον βλέπεις πρώτη φορά. Οι άνθρωποι που δημιουργούν χωρίς να έχουν χάσει αυτή την αθωότητα με συγκινούν πολύ περισσότερο από εκείνους που στηρίζονται μόνο στη θεωρία. Η ζωγραφική, όσο κι αν απαιτεί γνώση, παραμένει μια βαθιά σωματική υπόθεση. Είναι τα χέρια, το σώμα, η ύλη.
Η θάλασσα, τα καράβια, τα σκοτεινά δάση, οι μεγάλες μορφές επιστρέφουν διαρκώς στη δουλειά σας. Είναι μνήμες ή σύμβολα;
Είναι όλα μαζί. Δεν κάθομαι να πω «τώρα θα ζωγραφίσω αυτό γιατί συμβολίζει εκείνο». Τα περισσότερα έρχονται από πολύ βαθιά μέσα μου. Η θάλασσα, για παράδειγμα, δεν είναι για μένα μια ειδυλλιακή εικόνα. Το σπίτι όπου ζούσαμε πριν πεθάνει ο πατέρας μου ήταν δίπλα στη θάλασσα. Εκείνος χάθηκε σε ένα λιμάνι. Έτσι η θάλασσα συνδέθηκε μέσα μου με τον θάνατο. Γι’ αυτό δυσκολεύομαι ακόμη και σήμερα να την αντιμετωπίσω όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Για άλλους είναι διακοπές, ανεμελιά. Για μένα κουβαλά μια άλλη μνήμη. Αυτά δεν τα σκέφτεσαι όταν ζωγραφίζεις. Τα καταλαβαίνεις αργότερα. Βλέπεις ότι κάτι επιμένει να επιστρέφει. Και τότε συνειδητοποιείς πως οι εικόνες που σε κατοικούν είναι πολύ πιο δυνατές από τις αποφάσεις σου. Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι ο ζωγράφος ελέγχει απολύτως το έργο του. Το έργο ξέρει περισσότερα από εκείνον.

«Η θάλασσα, δεν είναι για μένα μια ειδυλλιακή εικόνα. Το σπίτι όπου ζούσαμε πριν πεθάνει ο πατέρας μου ήταν δίπλα στη θάλασσα. Έτσι η θάλασσα συνδέθηκε μέσα μου με τον θάνατο».
Στα έργα σας υπάρχει συχνά μια αίσθηση μεταφυσικής, χωρίς όμως να πρόκειται για αγιογραφία. Τι σημαίνει για εσάς η βυζαντινή παράδοση;
Μεγάλωσα δίπλα σε μια εκκλησία. Οι πρώτες εικόνες που θυμάμαι ήταν οι εικόνες των αγίων. Ήταν η πρώτη μου ουσιαστική εικαστική εμπειρία. Αυτές οι μορφές έμειναν μέσα μου και αργότερα βγήκαν στη ζωγραφική μου, όχι επειδή ήθελα να κάνω θρησκευτική ζωγραφική, αλλά επειδή ήταν κομμάτι της μνήμης μου. Δεν προσπαθώ να μιμηθώ τη βυζαντινή ζωγραφική. Αν το κάνεις αυτό, χάνεις τον εαυτό σου. Πρέπει να περάσει μέσα από εσένα. Να γίνει δική σου εμπειρία. Μόνο τότε έχει νόημα. Αλίμονο αν ένας καλλιτέχνης μένει μόνο στις επιρροές του. Οφείλει να τις αφομοιώσει και να τις ξεπεράσει. Αυτό είναι το δύσκολο.
Παράλληλα με τη ζωγραφική δημιουργείτε και τρισδιάστατα γλυπτά από ξύλο. Τι σας προσφέρει αυτή η διαδικασία;
Δεν τις σκέφτομαι ως γλυπτά. Είναι κατασκευές. Προέρχονται από την ίδια ανάγκη που γεννά και τη ζωγραφική, αλλά εκεί μπαίνει περισσότερο το χέρι του μάστορα. Μου αρέσει να κόβω, να καρφώνω, να συναρμολογώ πράγματα. Είναι μια άλλη χαρά. Και πάλι όμως υπάρχει το παιχνίδι. Όλο λέμε «παίζω θέατρο», «παίζω μουσική». Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Αν χαθεί αυτή η διάσταση, αν όλα γίνουν μόνο σοβαρότητα και θεωρία, τότε κάτι δεν πάει καλά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου διανοούμενο της τέχνης. Δεν ήμουν ποτέ. Δεν ήμουν καλός μαθητής, δεν διάβαζα πολύ. Έμαθα μέσα από τη δουλειά. Προσπαθώ να παραμένω ταπεινός απέναντι στη ζωγραφική. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνουν οι άλλοι.

«Δεν τις σκέφτομαι ως γλυπτά. Είναι κατασκευές. Προέρχονται από την ίδια ανάγκη που γεννά και τη ζωγραφική, αλλά εκεί μπαίνει περισσότερο το χέρι του μάστορα».
Σήμερα η τέχνη μοιάζει να συνδέεται όλο και περισσότερο με την προβολή και την αγορά. Πώς το βλέπετε;
Δεν μπορείς να αγνοήσεις την πραγματικότητα. Όλοι θέλουμε να ζήσουμε από τη δουλειά μας. Δεν είναι κακό να πουλήσεις έναν πίνακα. Το θέμα είναι να μη γίνει αυτό ο λόγος που ζωγραφίζεις. Σήμερα υπάρχει μεγάλη βιασύνη. Οι νέοι θέλουν να γίνουν γρήγορα γνωστοί, να πουλήσουν, να αποκτήσουν αναγνώριση. Όμως η ζωγραφική θέλει χρόνο. Θέλει μοναξιά. Θέλει να αντέξεις την απόρριψη. Πρέπει να είσαι λίγο «κοσμοκαλόγερος», να απομονωθείς για να καταλάβεις ποιος είσαι. Αν μπεις στη ζωγραφική πιστεύοντας ότι όλα θα έρθουν εύκολα, θα απογοητευτείς. Είναι μια διαδρομή που απαιτεί επιμονή και πίστη στον εαυτό σου, ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν βλέπουν αυτό που προσπαθείς να κάνεις.
Αν ένας νέος άνθρωπος σας έλεγε σήμερα ότι θέλει να γίνει ζωγράφος, ποια θα ήταν η πρώτη συμβουλή που θα του δίνατε;
Θα του έλεγα πρώτα να αναρωτηθεί αν πραγματικά δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο. Αν η ανάγκη είναι τόσο βαθιά, τότε να προχωρήσει. Αλλά να ξέρει ότι θα συναντήσει δυσκολίες, απόρριψη, αμφιβολίες. Η ζωγραφική δεν είναι επάγγελμα με την κοινή έννοια. Είναι ένας τρόπος ζωής. Χρειάζεται υπομονή, αντοχή και πολλή δουλειά. Και κυρίως χρειάζεται να παραμείνεις ανοιχτός. Να μην πιστέψεις ποτέ ότι έφτασες. Εγώ ακόμη ψάχνω. Έχω εμμονές που επιστρέφουν ξανά και ξανά. Κάθε φορά νομίζω ότι έκλεισα έναν κύκλο και μετά καταλαβαίνω ότι ανοίγει ένας καινούργιος. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στη ζωγραφική. Δεν τελειώνει ποτέ.



