Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η αλήθεια είναι πως τόσο η ΕΛΑΣ του Τσίπρα όσο και το επερχόμενο κόμμα Σαμαρά αποτελούν (ή αναμένεται να αποτελέσουν) «προϊόντα διάσπασης» του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ αντίστοιχα.

Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που νέα σχήματα προκύπτουν με αυτόν τον τρόπο. Η πολιτική ιστορία σε Ελλάδα και Ευρώπη είναι γεμάτη σχετικά παραδείγματα. Το ίδιο άλλωστε έχει συμβεί και στα τρία κόμματα εξουσίας της Μεταπολίτευσης:

· Τέσσερα κόμματα, προερχόμενα από τη ΝΔ, έχουν κατά διαστήματα πετύχει την είσοδό τους στη Βουλή: η ΔΗΑΝΑ του Στεφανόπουλου, η Πολιτική Άνοιξη του Σαμαρά, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη και οι ΑΝΕΛ του Καμμένου.

Παράλληλα υπήρξαν και άλλα τα οποία είτε δεν εισήλθαν (όπως π.χ. η Δημοκρατική Συμμαχία της Μπακογιάννη και η Δράση του Μάνου) είτε ανέστειλαν τη λειτουργία πριν τις εθνικές κάλπες (όπως π.χ. το ΚΕΠ του Αβραμόπουλου) είτε έχουν εισέλθει μόνο στην Ευρωβουλή (όπως η Φωνή Λογικής).

· Στο ΠαΣοΚ, διασπάσεις παρατηρούνται ήδη από τα πρώτα χρόνια (Σοσιαλιστική Πορεία). Μόνο το ΔΗΚΚΙ του Τσοβόλα, ωστόσο, υπήρξε υπολογίσιμη δύναμη καθώς μπήκε στη Βουλή το 1996. Από την κρίση και μετά, τα προϊόντα διάσπασης, παρότι αριθμητικά περισσότερα, αποδείχθηκαν εκλογικά φτωχότερα. Όπως για παράδειγμα η Κοινωνική Συμφωνία των Κατσέλη-Καστανίδη, το ΚΙΔΗΣΟ του Γ. Παπανδρέου και οι Δημοκράτες του Λοβέρδου.

· Στον ΣΥΡΙΖΑ, εστιάζοντας στο διάστημα μετά την εκλογική εκτόξευση του 2012 και ιδίως το Μνημόνιο του 2015, συντελέστηκαν πολλές διασπάσεις. Σε διαφορετικές αναμετρήσεις, μερικοί φορείς πέρασαν τον πήχη του 3% (Μέρα25, Πλεύση Ελευθερίας), ενώ άλλοι απέτυχαν να εκλεγούν όπως π.χ. η Λαϊκή Ενότητα υπό τον Λαφαζάνη. Μετά την έλευση Κασσελάκη, προέκυψε επίσης η Νέα Αριστερά, ενώ ο ίδιος ο Κασσελάκης δημιούργησε δικό του κόμμα (Κίνημα Δημοκρατίας/ Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο) μετά την αποπομπή από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είτε πάντως προκύπτουν από διαγραφές και απομακρύνσεις είτε από οικειοθελείς αποχωρήσεις, τα κίνητρα διασπάσεων και ίδρυσης νέων φορέων ποικίλλουν.

Άλλοτε είναι κυρίως ιδεολογικά και αφορούν τη γενικότερη φυσιογνωμία του κόμματος. Για παράδειγμα, η μετακίνηση του ΠαΣοΚ του Σημίτη στο Κέντρο και της ΝΔ του Κώστα Καραμανλή στον «μεσαίο» χώρο διευκόλυναν την ίδρυση του ΔΗΚΚΙ και του ΛΑΟΣ αντίστοιχα. Άλλοτε πάλι αφορούν σε ένα ειδικό θέμα με ιδεολογική διάσταση, όπως το Σκοπιανό που οδήγησε στην Πολιτική Άνοιξη.

Άλλες φορές επίσης παίζει ρόλο μια μεγάλη κρίση και η διαχείρισή της. Όπως συνέβη στα χρόνια του Μνημονίου.

Ωστόσο αρκετές φορές, οι αιτίες αφορούν παράλληλα και σε προσωπικούς ανταγωνισμούς για την ηγεσία ή την κατανομή εσωκομματικής επιρροής.

Όσα κόμματα πάντως γεννήθηκαν με ανάλογες διαδικασίες στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης εμφανίζουν, έως τώρα, τρία κοινά στοιχεία.

Πρώτον, ανεξαρτήτως εκλογικής επίδοσης, αποσπούν ψηφοφόρους κυρίως από τα «μητρικά» κόμματα προέλευσης χωρίς όμως να τα υποκαθιστούν εκλογικά.

Δεύτερον, αποδεικνύονται πολιτικά βραχύβια καθώς, στην καλύτερη των περιπτώσεων, επιβιώνουν για μία ή δύο (σχεδόν) κοινοβουλευτικές θητείες.

Τρίτον, δεν παρεμποδίζουν πάντα την εκλογική επικράτηση των «μητρικών» κομμάτων όπως π.χ. συνέβη με την ΝΔ το 1993. Ο Σημίτης κέρδισε το 1996 και το 2000 παρά το ΔΗΚΚΙ, ο Καραμανλής επανεξελέγη το 2007 παρά το ΛΑΟΣ, ο Σαμαράς πρώτευσε το 2012 παρά τους ΑΝΕΛ και ο Τσίπρας επανεξελέγη το Σεπτέμβριο 2015 παρά τη Λαϊκή Ενότητα.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων, μοιάζει δύσκολο η επίδραση ενός νέου κόμματος Σαμαρά να υπερβεί το πολιτικό πλαίσιο που θέτει η ιστορική εμπειρία.

Δεν φαίνεται όμως να ισχύει το ίδιο και για τον Τσίπρα. Η ΕΛΑΣ έχει, προς το παρόν, υποκαταστήσει δημοσκοπικά τον ΣΥΡΙΖΑ απορροφώντας το μεγαλύτερο τμήμα της εκλογικής βάσης του 2023. Ενδεχομένως και του στελεχιακού του δυναμικού. Ίσως ένας από τους λόγους είναι πως διαφέρει από τις αντίστοιχες περιπτώσεις κομμάτων της Μεταπολίτευσης που εξετάστηκαν. Είναι η πρώτη φορά από το 1974 που ένας πολιτικός με στάτους «ιδρυτή» του κόμματος του, επιλέγει να το αφήσει για να δημιουργήσει ένα άλλο. Τυπικά βεβαίως ο Τσίπρας δεν ίδρυσε τον ΣΥΡΙΖΑ. Ηγήθηκε όμως της απότομης εκλογικής ανόδου και εν τέλει της ανάληψης της εξουσίας. Συνεπώς επικαθόρισε το κόμμα του και τώρα ιδρύει έναν νέο φορέα που φιλοδοξεί να τον διαδεχθεί, αξιοποιώντας παράλληλα το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται εδώ και καιρό σε διαρκή φθορά.

Διευκολύνεται βεβαίως σε ένα βαθμό από το γενικότερο πολιτικό περιβάλλον: αποδυναμωμένα κόμματα εξουσίας, απουσία δικομματισμού, αφυδατωμένες κομματικές ταυτότητες, εκλογική ρευστότητα και χαμηλή εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς. Ως εκ τούτου ο ρόλος των προσώπων έχει ενισχυθεί, ακόμα κι αν πρόκειται για έναν πρώην πρωθυπουργό με πρόσφατο πολιτικό παρελθόν που συνδιαμόρφωσε το γενικότερο πολιτικό περιβάλλον. Το επιχείρημα περί έλλειψης «εναλλακτικής» στην αντιπολίτευση πάντως, φαίνεται να έχει απήχηση σε σημαντικό τμήμα του ακροατηρίου στο οποίο στοχεύει.

Μένει ωστόσο να φανεί αν οι συνθήκες αυτές είναι επαρκείς για να μεταβληθούν, σε βάθος χρόνου, οι συσχετισμοί εντός και εκτός της ευρύτερης Αριστεράς.

*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ.