Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, στον οποίο το ΒΗΜΑ αφιέρωσε το ντοκιμαντέρ «ΑΝΔΡΕΑΣ: Η Τελευταία Πράξη, είναι κοινός τόπος πλέον ότι επηρέασε βαθιά τη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Από τη μία πλευρά συνέβαλε στην εμπέδωση της δημοκρατικής σταθερότητας, επούλωσε τις πληγές του Εμφυλίου και «έβγαλε τη μισή Ελλάδα από τη γωνία».

Από την άλλη το δημοσιονομικό κόστος ήταν βαρύ και αρκετά χρόνια μετά αποδείχθηκε ασήκωτο. Βεβαίως δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που να επέκτεινε το (κοινωνικό) κράτος χωρίς να αυξήσει το δημόσιο χρέος. Ωστόσο η ταχύτητα και η κλίμακα της διόγκωσης, ήταν στην Ελλάδα μεγαλύτερες.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, κάθε πρωθυπουργός κρίνεται για όσα έκανε όσο κυβερνούσε και τελικώς για την χώρα που παρέδωσε στους επόμενους. Δεν κρίνεται για τις πράξεις και τις παραλείψεις των διαδόχων του. Άλλωστε κανείς ηγέτης δεν λειτουργεί εν κενώ. Ο κρατισμός, ο πελατειασμός και ο λαϊκισμός προϋπήρχαν του Παπανδρέου.

Αν κάτι διέκρινε, ανάμεσα σε άλλα, την πολιτική του διαδρομή στη Μεταπολίτευση, είναι η διαρκής αλλαγή, με την έννοια της διαρκούς προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες. Ακόμα και σε εκείνες που ο ίδιος είχε διαμορφώσει.

Κάτι που αντανακλάται σε τρία επίπεδα.

Πρώτον σε επίπεδο κόμματος. Μετά την απογοήτευση από την εκλογική επίδοση του 1974, άλλαξε ρότα ακολουθώντας μια πολυσυλλεκτική εκλογική στρατηγική. Έτσι διεύρυνε το ακροατήριο του προσπερνώντας το 1977 την Ένωση Κέντρου. Στη συνέχεια διαμόρφωσε τη στρατηγική του πάνω στη διάκριση Δεξιά-Αντιδεξιά, με το ΠαΣοΚ να μονοπωλεί σχεδόν τον αντιδεξιό χώρο. Συσπείρωνε με τον τρόπο αυτό ευρύτερες δυνάμεις του Κέντρου και της Αριστεράς, είτε κερδίζοντας εκλογές είτε επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα στις ήττες όπως το 1989. Ήταν άλλωστε η εποχή που ο «μέσος» ψηφοφόρος ήταν πιο κοντά σε μια κεντροαριστερή παρά σε μια κεντροδεξιά λογική.

Το ίδιο ισχύει και με τη διαδοχή του. Μετά την παραίτησή από την πρωθυπουργία και την εκλογή Σημίτη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα τον Ιανουάριο 1996, είχε τη δυνατότητα να εκφράσει την προτίμηση του και ενδεχομένως τη διαφωνία του. Αλλά δεν το έπραξε. Και «η αλήθεια μιας πρόθεσης είναι πάντα η πράξη». Η μη παρέμβαση του Παπανδρέου ίσως μοιάζει εκ των υστέρων με παρέμβαση. Υπό την έννοια ότι άφησε το κόμμα του να προσαρμοστεί και πάλι στη νέα εποχή επιλέγοντας τον Σημίτη. Έτσι το ΠαΣοΚ έγινε ο μοναδικός ως σήμερα φορέας στη Μεταπολίτευση που έχει κυβερνήσει για τρεις συνεχείς θητείες (1993-2004).

Δεύτερο επίπεδο στο οποίο αντανακλάται η διαρκής αλλαγή του Ανδρέα είναι οι σχέσεις με την Ευρώπη. Από την πλήρη απόρριψη της ΕΟΚ το 1974, μετακινήθηκε στη μερική αμφισβήτηση μετά το 1981, για να καταλήξει στην πλήρη αποδοχή μετά το 1993. Επί της ουσίας κράτησε την Ελλάδα στην ΕΟΚ και στην τελευταία του θητεία συνέχισε την πορεία σύγκλισης με τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Άνοιξε έτσι τον δρόμο για τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη και την είσοδο στο ευρώ.

Τρίτο επίπεδο εκείνο της οικονομικής πολιτικής. Παρά την επιδίωξη του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» τη δεκαετία του 1970, υιοθέτησε το 1981 πολιτική κρατικού παρεμβατισμού. Μετά τις κάλπες του 1985 ωστόσο, όταν η χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, προσαρμόστηκε, έστω προσωρινά, στα νέα δεδομένα. Επικαλούμενη τότε η κυβέρνηση το μηχανισμό αλληλεγγύης της ΕΟΚ και ειδικότερα τον μηχανισμό χορήγησης κοινοτικών δανείων για τη στήριξη του ισοζυγίου πληρωμών των κρατών-μελών, ζήτησε και έλαβε δάνειο ύψους 1,75 δισ. δολαρίων σε δύο δόσεις. Ταυτόχρονα προχώρησε στην εφαρμογή ενός προγράμματος σταθεροποίησης έχοντας τη σύμφωνη γνώμη της Κομισιόν. Επρόκειτο για μία πρώιμη μορφή «πακέτου διάσωσης» με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Παρά την υπαναχώρηση πάντως το 1987 για λόγους πολιτικού κόστους, επανήλθε στον οικονομικό ρεαλισμό μετά τις κάλπες του 1993.

Από αυτή την οπτική γωνία και με δεδομένες τις πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης, το ερώτημα σήμερα είναι αν το ΠαΣοΚ μπορεί να επιδείξει και πάλι την ίδια ικανότητα πολιτικής προσαρμογής σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό και κομματικό περιβάλλον.

*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ