Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Από τη μία πλευρά ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αποφασίζει επιβολή ναυτικού αποκλεισμού στο Ιράν και επιβολή τελωνειακών δασμών για την ασφαλή διέλευση των Στενών του Ορμούζ. Από την άλλη πλευρά, υψηλόβαθμοι ιρανοί αξιωματούχοι καλούν σε εκδίκηση, πιστοποιώντας την υπερσυντηρητική στροφή της πολιτικής ηγεσίας. Και στη μέση το ερώτημα που απασχολεί τον υπόλοιπο πλανήτη: ποιος έχει τον έλεγχο του κρίσιμου για την παγκόσμια οικονομία θαλάσσιου περάσματος;

Από την όξυνση στον φόβο

Το τελευταίο επεισόδιο στον νέο γύρο έντασης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης, που ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα, σημαδεύτηκε από την ανακοίνωση που εξέδωσε το Κοινό Κέντρο Ναυτιλιακής Πληροφόρησης (JMIC), το οποίο λειτουργεί υπό την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, ανακοινώνοντας επίσημα τον ναυτικό αποκλεισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, από το βράδυ της Τρίτης, 23:00 ώρα Ελλάδας. «Αφαιρέθηκε κι η τελευταία παραχώρηση που καθιστούσε εφικτή την εκεχειρία» σχολιάζει η αμερικανική εφημερίδα Washington Post, σημειώνοντας ότι πρόκειται για εξέλιξη που κλιμακώνει τη σοβούσα σύγκρουση. Ακολούθησε μπαράζ αεροπορικών επιθέσεων κατά ιρανικών στόχων, με την ιρανική κρατική τηλεόραση να αναφέρει εκρήξεις στο λιμάνι της πόλης Μπαντάρ Αμπάς και στο νησί Κεσμ αλλά και πλήγματα μη επανδρωμένων εροχημάτων (drones) σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο Κουβέιτ.

Προηγήθηκε συνέντευξη που παραχώρησε ο Τραμπ στο αμερικανικό δίκτυο Fox. «Θα κρατήσουμε τα στενά και πιθανότατα θα τα διαχειριζόμαστε εμείς. Θα γίνουμε οι φύλακες των στενών… Και θα πρέπει να μας αποζημιώσουν γι’ αυτό» είπε μεταξύ άλλων. Αλλά και ανάρτησή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου επιχείρησε να γίνει πιο συγκεκριμένος: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα είναι, από αυτή τη στιγμή και στο εξής, γνωστές ως “ο φύλακας των Στενών του Ορμούζ”. Ωστόσο, για λόγους δικαιοσύνης, θα αποζημιώνονται με ποσοστό 20% επί του συνόλου κάθε φορτίου που διακινείται».

Η εν λόγω παρέμβαση προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Τεχεράνης, με τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί να διακωμωδεί ουσιαστικά την ανακοίνωση, λέγοντας πως «ο Τραμπ έχει δίκιο και το Ιράν ως φύλακας των Στενών πρέπει να αποζημιωθεί». Είχε προηγηθεί η προτροπή που απηύθυνε στον ιρανικό λαό ο αναπληρωτής γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, Αλί Μπαγκέρι Κάνι, καλώντας σε εκδίκηση κατά των ΗΠΑ για τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Η υφολογική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ανδρών επανέφερε στην επιφάνεια συζητήσεις για την ύπαρξη δύο τάσεων στο εσωτερικό του θεοκρατικού καθεστώτος, με τον πρόεδρο της χώρας και τον υπουργό Εξωτερικών να εκφράζουν θέσεις φιλικότερες προς την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας και την σκληροπηρυνική πτέρυγα να απορρίπτει μια τέτοια προοπτική.

Άμεση -και απολύτως αρνητική- ήταν πάντως κι η αντίδραση των χρηματοπιστωτικών αγορών, με την τιμή του αργού πετρελαίου να σημειώνει αύξηση κατά 9,59% και τον οικονομικό αναλυτή των New York Times, Πίτερ Ίβις να εκφράζει φόβους ότι η επιβολή κόστους διέλευσης θα μπορούσε να διπλασιάσει τα ναυτιλιακά κόστη. Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασε ο  Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) έσπευσε να δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του, με εκπρόσωπό του να τονίζει πως «δεν υπάρχει απολύτως καμία νομική βάση για την καθιέρωση υποχρεωτικών διοδίων για τη διέλευση από στενά που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα».

Ένταση και έλεγχος

Πέρα από την ειδησεογραφική αλληλουχία, το εύληπτο ερώτημα πίσω από τον νέο γύρο ανάφλεξης έχει να κάνει με την αρχή και το τέλος της σύγκρουσης, μετά και τον νέο κύκλο έντασης στον οποίο έχουν εισέλθει τα δύο αντιμαχόμενα μέρη μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν τη συμφωνία εκεχειρίας που υπογράφηκε στις 16 Ιουνίου. Η απάντηση περνάει μέσα από το φαινομενικά εύκολο ερώτημα: ποιά πλευρά ελέγχει σήμερα το πέρασμα από το οποίο διέρχεται το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου και το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου των λιπασμάτων;

«Κάθε πλευρά έχει το πλεονέκτημά της. Oι ΗΠΑ διαθέτουν ισχυρότερο ναυτικό και το Ιράν είναι γεωγραφικά σε θέση που του επιτρέπει να διακόπτει τις εμπορικές ροές στα Στενά του Ορμούζ» τονίζει στο Associated Press ο Ρέιμοντ Γουέιντ, πρώην ναυτικός και επικεφαλής του ειδικού σε ζητήματα ναυτιλίας δικηγορικής εταιρίας Liskow & Lewis στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ.

Η ανάλυση της εξειδικευμένης σε ζητήματα παγκόσμιας ναυτιλίας παγκόσμιας πλατφόρμας δεδομένων Κpler δείχνει κατά 52% πτώση της διέλευσης των πλοίων από την περασμένη Παρασκευή (10/07) έως χθες Δευτέρα (13/07), γεγονός που από πολλούς αναλυτές ερμηνεύεται ως χειροπιαστή επιβεβαίωση ότι η οικονομική εργαλειοποίηση ευνοεί την Τεχεράνη. «Το Ιράν γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στρατιωτικά. Έτσι, προσπαθεί να μετατρέψει τη σύγκρουση από στρατιωτική σε οικονομική» δηλώνει στο CNN ο καθηγητής διακυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν του Κατάρ, Μεχράν Καμράβα. Και συμπληρώνει πως το Ιράν είναι αποφασισμένο να κρατήσει τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης».

Στο αυστηρά στρατιωτικό σκέλος οι μέχρι τώρα εξελίξεις ακολουθούν το μοτίβο που προϋπήρχε της εκεχειρίας, με τα ευέλικτα, φθηνά ιρανικά drones να μειώνουν σημαντικά την ασυμμετρία ισχύος σε βάρος της Δύσης. Ενδεικτικά, η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM) έχει αναφέρει περισσότερα από 300 πλήγματα σε στόχους εντός Ιράν, ενώ επιθέσεις ιρανικών drones έχουν πλήξει έξι χώρες (ΗΑΕ, Ιορδανία, Κουβέιτ, Κατάρ, Μπαχρέιν, Ομάν), ενώ κι η επίθεση των φιλικών προς την Τεχεράνη σιιτών μαχητών Χούθι σε σαουδαραβικό έδαφος, θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της ευρύτερης σύγκρουσης.

Σενάρια και ευκαιρίες

Είναι αυτά τα δεδομένα που κάνουν τον πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ (2008-2009) και Ειδικό Εκπρόσωπο των ΗΠΑ για τις Διαπραγματεύσεις στην Ουκρανία (2017-2019) Κούρτ Βόλκερ, να δηλώνει απαισιόδοξος.

«Είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς μπορούν να εφαρμόσουν στην πραγματικότητα τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν. Το εγχείρημα είναι δύσκολο και πιθανότατα δεν θα αποδειχτεί επιτυχημένο. Προφανώς, οι άνθρωποι θέλουν να εισέρχονται και να εξέρχονται πλοία από τον Περσικό Κόλπο, αλλά αν επιβληθεί προμήθεια της τάξης του 20%, η ζήτηση για διέλευση θα μειωθεί» δήλωσε ο Βόλκερ στο βρετανικό δίκτυο Sky News, εκτιμώντας ότι πρόκειται περισσότερο για τακτική κίνηση του Τραμπ. «Πιστεύω ότι όλο αυτό είναι απλώς μια προσποίηση για να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση στο Ιράν, λέγοντας ότι θα βεβαιωθούμε ότι δεν θα ελέγχετε το στενό».

Μπορεί μια τέτοια τακτική της «αποκλιμάκωσης διά της κλιμακώσεως», που κατά την προσφιλή στον ένοικο του Λευκού Οίκου επιχειρηματική μέθοδο οδηγεί σε έναν συμβιβασμό να λειτουργήσει; Και μόνο ο τίτλος του άρθρου του αμερικανού αναλυτή διεθνών σχέσεων Μαξ Μπουτ στον ισότοπο του think tank Council on Foreign Relations, είναι περιγραφικός της απαισιοδοξίας που επικρατεί στην Ουάσινγκτον. «Η συμφωνία του Τραμπ με το Ιράν κατέρρευσε, αφήνοντας τις ΗΠΑ με λίγες καλές επιλογές» τιτλοφορείται το άρθρο, με τον Μπουτ να εκτιμά πως ο Τραμπ βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση σήμερα, αφού η προσωρινή άρση των κυρώσεων στην εξαγωγή πετρελαίου επέτρεψε στο Ιράν να συγκεντρώσει έσοδα περίπου 5 δισεκατομμύριων δολαρίων.

«Το θεμελιώδες πρόβλημα, είναι ότι παρά τον κομπασμό του Τραμπ -και του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγσεθ- οι ΗΠΑ δεν έχουν καλές στρατιωτικές επιλογές. Η πραγματική ήττα του Ιράν και η ανατροπή του καθεστώτος του θα απαιτούσε εισβολή εκατοντάδων χιλιάδων αμερικανικών στρατευμάτων. Αυτή η πιθανότητα είναι αδύνατη, δεδομένου του πόσο αντιδημοφιλής είναι ήδη ο πόλεμος στην αμερικανική κοινή γνώμη» σημειώνει ο ίδιος.

Υπάρχει κι η πιο αισιόδοξη ανάγνωση.« Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ο πόλεμος μπορεί να δημιουργήσει μια ευκαιρία ώστε Ιράν και ΗΠΑ να επιδιορθώσουν τη διαλυμένη σχέση τους» τονίζει σε άρθρο του στο Foreing Affairs o Άλι Βαέζ, Διευθυντής του Προγράμματος για το Ιράν στον διεθνή οργανισμό International Crisis Group (ICG). «Και οι δύο πλευρές είναι πολύ πιθανό να καταλήξουν, στο ίδιο απρόθυμο συμπέρασμα: ότι το παλιό εγχειρίδιο που χαρακτήριζε τις διμερείς σχέσεις τους έχει αποτύχει» υπογραμμίζει, θέτοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση τη μάλλον ζοφερή προοπτική της «απόλυτης εξάντλησης» αμφότερων των πλευρών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το έμψυχο και άψυχο κόστος του πολέμου.