Επέστρεψα πρόσφατα από την Ταϊπέι, όπου συμμετείχα σε ένα ακαδημαϊκό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Berkeley μαζί με ερευνητές από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πρόγραμμα περιλάμβανε δεκάδες συναντήσεις με τις τοπικές αρχές, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακούς και ερευνητές.
Από τις συναντήσεις αυτές, ένα συμπέρασμα επανερχόταν συνεχώς: η Ταϊβάν έχει μετατρέψει την ανθεκτικότητα σε εθνική κουλτούρα. Δεν πρόκειται για ένα επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά για έναν τρόπο με τον οποίο οργανώνει το κράτος, την οικονομία, την εκπαίδευση και την κοινωνία της.
Η δημόσια συζήτηση στη χώρα μας γύρω από την Ταϊβάν εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένη σχεδόν αποκλειστικά στο ερώτημα αν μια κινεζική στρατιωτική επιχείρηση είναι πιθανή και ποιες θα ήταν οι συνέπειές της.
Πρόκειται ασφαλώς για ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς η κυριαρχία και η ίδια η ύπαρξη της νήσου ως διαφορετικής οντότητας από το καθεστώς του Πεκίνου είναι υπό διαρκή αμφισβήτηση από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Είναι όμως μόνο μία διάσταση μιας πολύ ευρύτερης πραγματικότητας.
Ελλάδα και Ταϊβάν: παρόμοια αφετηρία, διαφορετική εξέλιξη
Η Ελλάδα και η Ταϊβάν ξεκίνησαν από παρόμοια ιστορική αφετηρία μετά το 1949 μέσα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Η Ελλάδα έβγαινε από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η Ταϊβάν από τον κινεζικό εμφύλιο και τη μαζική εγκατάσταση του ηττημένου εθνικιστικού καθεστώτος της Δημοκρατίας της Κίνας στο νησί μετά τη νίκη των κομμουνιστών στην ενδοχώρα. Και οι δύο στηρίχθηκαν αποφασιστικά στην αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια ως κράτη της πρώτης γραμμής του Ψυχρού Πολέμου. Σχεδόν οκτώ δεκαετίες αργότερα, όμως, οι δύο πορείες έχουν αποκλίνει θεαματικά.
Η Ταϊβάν, ένα νησί με έκταση περίπου όσο το Βέλγιο και πληθυσμό 23,5 εκατομμυρίων κατοίκων, διαθέτει μία οικονομία που προσεγγίζει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, με 8-9% ετήσια ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια και κατά κεφαλήν ΑΕΠ που υπερβαίνει τα 40.000 δολάρια, ενώ το χρηματιστήριό της βρέθηκε φέτος στην πέμπτη θέση παγκοσμίως σε κεφαλαιοποίηση, ξεπερνώντας ακόμη και το City του Λονδίνου.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η Ταϊβάν αποτελεί σήμερα μια από τις πλέον τεχνολογικά προηγμένες οικονομίες του κόσμου, έναν αναντικατάστατο κρίκο στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και έναν βασικό πυλώνα της παγκόσμιας ψηφιακής οικονομίας.
Η σημερινή έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης στηρίζεται σε κρίσιμο βαθμό στους προηγμένους ημιαγωγούς που παράγονται στην Ταϊβάν. Παράλληλα, πρόκειται για μια ώριμη δημοκρατία με ισχυρούς θεσμούς, πανεπιστήμια διεθνούς κύρους και μια ελεύθερη, δυναμική κοινωνία πολιτών. Ωστόσο, αυτή η εικόνα σπανίως φτάνει στην Ελλάδα, όπου η Ταϊβάν εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται εσφαλμένα ως ένας παθητικός δέκτης των εξελίξεων, ανήμπορη να επηρεάσει την αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Στην πραγματικότητα, η Ταϊβάν δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο του στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, αλλά έναν δρώντα ο οποίος διαμορφώνει ενεργά τους όρους με τους οποίους εξελίσσεται ο ανταγωνισμός αυτός.
Στρατηγική απόφαση για επένδυση στους ημιαγωγούς
Η πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία του ταξιδιού ήταν η επίσκεψή μας στην United Microelectronics Corporation (UMC), μια από τις εταιρείες που, μαζί με την Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), διαμόρφωσαν το μοντέλο των εξειδικευμένων χυτηρίων ημιαγωγών (pure-play foundries) και έθεσαν τα θεμέλια της σημερινής κυριαρχίας της Ταϊβάν στον συγκεκριμένο κλάδο.
Η ανάπτυξη αυτού του οικοσυστήματος υπήρξε αποτέλεσμα μιας μακρόπνοης συνεργασίας κρατικού και ιδιωτικού τομέα. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η Ταϊβάν έλαβε τη στρατηγική απόφαση να επενδύσει στη βιομηχανία ημιαγωγών και, με συνέπεια, συστηματικό σχεδιασμό και προσήλωση στον στόχο, κατόρθωσε να αναδειχθεί σε παγκόσμιο ηγέτη του κλάδου. Η επίσκεψη αυτή δεν προσέφερε μόνο μια εικόνα τεχνολογικής υπεροχής. Ανέδειξε και κάτι βαθύτερο: ότι η κεντρική θέση της Ταϊβάν στην παγκόσμια οικονομία είναι το αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής δεκαετιών.
Από αυτή τη στρατηγική γεννήθηκε η περίφημη «ασπίδα πυριτίου» (silicon shield). Ο όρος περιγράφει τον κομβικό ρόλο της Ταϊβάν στην παραγωγή των πλέον προηγμένων ημιαγωγών, των μικροτσίπ που αποτελούν τη βάση σχεδόν κάθε σύγχρονης τεχνολογίας, από την τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων έως τα smartphones, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα προηγμένα οπλικά συστήματα.
Η θέση αυτή δεν προέκυψε τυχαία ούτε χαρίστηκε στην Ταϊβάν· αποτελεί το αποτέλεσμα μιας συνειδητής εθνικής στρατηγικής, που επί δεκαετίες συνδύασε κρατικό σχεδιασμό, ιδιωτική επιχειρηματικότητα, επενδύσεις στην έρευνα και την εκπαίδευση και σταθερή προσήλωση στην τεχνολογική πρωτοπορία.
Σήμερα, η γεωπολιτική σημασία της Ταϊβάν δεν απορρέει μόνο από τη στρατηγική γεωγραφική της θέση, αλλά και από το γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία της παγκόσμιας ψηφιακής οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη βιομηχανία ημιαγωγών της. Η εμπειρία της καταδεικνύει ότι ακόμη και μικρές δυνάμεις μπορούν να ενισχύσουν θεαματικά τη διεθνή τους βαρύτητα όταν καταφέρουν να καταστούν αναντικατάστατες για την παγκόσμια οικονομία και ασφάλεια.
Πολιτικής της «μίας Κίνας», ΕΕ και Ελλάδα
Ακριβώς γι’ αυτό, η Ταϊβάν δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο γεωπολιτικής ανάλυσης, αλλά και έναν εξαιρετικά σημαντικό οικονομικό και τεχνολογικό εταίρο για τις ευρωπαϊκές χώρες. Για την Ελλάδα, η ανάπτυξη στενότερων οικονομικών, τεχνολογικών και ερευνητικών σχέσεων με την Ταϊβάν δεν προϋποθέτει αλλαγή της πολιτικής της «μίας Κίνας», που αφορά το ζήτημα της επίσημης διπλωματικής αναγνώρισης.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αποδείξει ότι είναι απολύτως εφικτό να τηρούν διπλωματικές δεσμεύσεις προς το Πεκίνο με μια δυναμική πολιτική ανεπίσημων σχέσεων στους τομείς του εμπορίου, των επενδύσεων, της έρευνας, της καινοτομίας και της ανώτατης εκπαίδευσης. Η Ελλάδα όμως συνεχίζει να υστερεί. Χαρακτηριστικά, από τα σχεδόν 80 δισ. ευρώ του ετήσιου, κατά μέσο όρο, εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ταϊβάν την τριετία 2022-2024, η χώρα μας αντιστοιχεί μόλις σε περίπου 280 εκατ. ευρώ ετησίως – λιγότερο από το 0,4% του συνολικού όγκου.
Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητεί νέες τεχνολογικές συνεργασίες και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, η απουσία ελληνικών εταιρειών, πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων από αυτή την προσπάθεια είναι αδικαιολόγητη. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική ασφάλεια και η καινοτομία αποτελούν βασικούς συντελεστές ισχύος, η ενίσχυση των δεσμών με την Ταϊβάν δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή ούτε γεωπολιτική πρόκληση προς οποιονδήποτε. Αποτελεί μια νηφάλια επένδυση στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας και τεχνολογίας για την οποία δεν χρειάζεται να λογοδοτήσουμε σε κανέναν.
Επιστρέφοντας από την Ταϊπέι, κράτησα την εικόνα μιας κοινωνίας που επέλεξε να απαντήσει στην αβεβαιότητα όχι με μοιρολατρία και παθητικότητα, αλλά με μακρόπνοο σχεδιασμό, ισχυρούς θεσμούς, επενδύσεις στη γνώση, ποιοτική εκπαίδευση και διαρκή καινοτομία.
Μιας κοινωνίας που δεν αντιμετωπίζει την κρίση ως μια προσωρινή παρένθεση, αλλά ως μια διαρκή συνθήκη που απαιτεί συνεχή προσαρμογή, προετοιμασία και αποφασιστικότητα. Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μάθημα που μπορεί να αντλήσει κανείς από την Ταϊβάν: ότι η εθνική ανθεκτικότητα δεν είναι ζήτημα μεγέθους ή τύχης, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικών επιλογών που υπηρετούνται με συνέπεια επί δεκαετίες.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσιμώνης είναι επίκουρος καθηγητής Κινεζικής Πολιτικής και ακαδημαϊκός υπεύθυνος του Κινεζικού Προγράμματος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) στο Τμήμα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου






