Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου το πραγματικό διακύβευμα είναι ποιος αντιλαμβάνεται πρώτος ότι το πολιτικό παιχνίδι έχει αλλάξει.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη φάση. Μέσα σε λίγους μήνες εμφανίστηκαν νέοι πολιτικοί παίκτες, νέες πολιτικές δυναμικές και δημιουργούνται νέες ισορροπίες. Η ίδρυση της ΕΛΑΣ από τον Αλέξη Τσίπρα, η ανακοίνωση της ΕΛΠΙΔΑΣ από τη Μαρία Καρυστιανού και η επικείμενη ίδρυση πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά διαμορφώνουν ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια θα είναι τελικά η εκλογική επιρροή των νέων σχηματισμών, κατανοούμε όμως ότι ήδη αλλάζουν τη γεωγραφία του πολιτικού ανταγωνισμού και τους όρους με τους οποίους θα οδηγηθεί η χώρα στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Το πολιτικό περιβάλλον είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε όταν το ΠαΣοΚ πραγματοποίησε το Συνέδριό του τον περασμένο Μάρτιο. Τότε, η επιλογή της αυτόνομης πορείας και ο στόχος της πρώτης θέσης, ίσως να είχαν τη δική τους (και εσωκομματική) πολιτική λογική. Σήμερα, όμως, το ερώτημα είναι αν εκείνη η απόφαση εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στη νέα πραγματικότητα.

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων αποτυπώνουν μια νέα ισορροπία. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά με εμφανή σημάδια φθοράς και χωρίς δυναμική. Η ΕΛΑΣ καταγράφει ήδη ισχυρό αποτύπωμα και διεκδικεί το χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το ΠαΣοΚ εμφανίζεται σταθερά τρίτο, χωρίς να κατορθώνει να κεφαλαιοποιήσει ούτε τη φθορά της κυβέρνησης, ούτε τον κατακερματισμό του αριστερού χώρου.

Το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικό, ούτε επικοινωνιακό.

Το ΠαΣοΚ συνεχίζει να λειτουργεί σαν να συμμετέχει σε μια αναμέτρηση που έχει ήδη αλλάξει κανόνες. Επιδιώκει την πρώτη θέση, ενώ το πολιτικό σύστημα οδηγείται με ταχύτητα σε μια νέα πολυκομματική πραγματικότητα όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος θα έρθει πρώτος, αλλά ποιος θα μπορέσει να εγγυηθεί κυβερνησιμότητα.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία.

Σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας, οι πολίτες αναζητούν μια δύναμη που να μπορεί να συνδυάσει προοδευτικό προσανατολισμό, πολιτική σοβαρότητα και κυβερνητική αξιοπιστία.

Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να διεκδικήσει το ΠαΣοΚ.

Όχι εγκαταλείποντας την αυτόνομη πορεία του και τις βασικές αρχές του, ούτε προαναγγέλλοντας συνεργασίες με συγκεκριμένα κόμματα. Αλλά αναλαμβάνοντας την πολιτική πρωτοβουλία να δηλώσει ότι, απέναντι στον κίνδυνο ακυβερνησίας ή αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, προτεραιότητά του είναι η συγκρότηση μιας σταθερής κυβέρνησης προγραμματικής συνεργασίας, στη βάση συγκεκριμένων πολιτικών δεσμεύσεων.

Μια τέτοια επιλογή θα αποτελούσε αλλαγή του πεδίου της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Αντί να συζητείται αν θα ξεπεράσει δημοσκοπικά την ΕΛΑΣ, το ΠαΣοΚ θα μεταφέρει τη συζήτηση στο ερώτημα ποιος μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα, τη θεσμική λειτουργία και μια προοδευτική διακυβέρνηση σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προκλήσεων.

Για να αποκτήσει αξιοπιστία αυτή η στρατηγική, απαιτείται μια πολιτική πράξη υψηλού συμβολισμού.

Η σύγκληση ενός έκτακτου προγραμματικού Συνεδρίου πριν την τυπική έναρξη της προεκλογικής περιόδου, με αποκλειστικό αντικείμενο τη στρατηγική διακυβέρνησης της χώρας στα επόμενα χρόνια, είναι μια τέτοια πράξη. Όχι για να αναθεωρήσει τις αρχές και το πρόγραμμα του κόμματος, αλλά για να επικαιροποιήσει την πολιτική του αποστολή υπό τα νέα δεδομένα.

Μια τέτοια πρωτοβουλία θα δημιουργούσε ένα πραγματικό πολιτικό σοκ.

Θα έδειχνε ότι το ΠαΣοΚ δεν ακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά επιχειρεί να τις διαμορφώσει. Ότι δεν εγκλωβίζεται στη λογική της τρίτης θέσης και επενδύει στο δικό του ιστορικό ρόλο ως δύναμη κυβερνητικής ευθύνης.

Ασφαλώς, μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε αντιδράσεις. Κάποιοι θα την ερμήνευαν ως παραδοχή ήττας. Στην πραγματικότητα, όμως, θα συνέβαινε το αντίθετο.

Μια τέτοια πρωτοβουλία θα λειτουργούσε ως πολιτική επανεκκίνηση του κόμματος, αλλά θα επαναπροσδιόριζε και τα χαρακτηριστικά του Νίκου Ανδρουλάκη, καθώς στη σύγχρονη πολιτική οι ηγέτες κρίνονται πρωτίστως από το αν έχουν το πολιτικό θάρρος να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που αλλάζουν τους όρους της πολιτικής.

Η εισήγηση μιας τέτοιας στρατηγικής επιλογής από τον Πρόεδρο του ΠαΣοΚ θα του προσέδιδε χαρακτηριστικά πολιτικού αρχηγού που δεν ακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά επιχειρεί να τις διαμορφώσει χωρίς να απεμπολεί τις αξίες του.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, περιλαμβάνει μία θεμελιώδη προϋπόθεση καθώς το ΠαΣοΚ δεν μπορεί να εμφανιστεί ως συμπλήρωμα ούτε της Νέας Δημοκρατίας, ούτε της ΕΛΑΣ. Αν το κάνει, θα έχει ήδη ακυρώσει τον στρατηγικό του στόχο. Οφείλει να παραμείνει απολύτως αυτόνομο πολιτικά και προγραμματικά, διατυπώνοντας με σαφήνεια ότι οποιαδήποτε κυβερνητική συνεργασία μπορεί να προκύψει μόνο μετά την ετυμηγορία των πολιτών από την οποία θα πρέπει να βγει ισχυρό και μόνο πάνω σε ένα συγκεκριμένο προγραμματικό πλαίσιο.

Με άλλα λόγια, το ΠαΣοΚ δεν χρειάζεται να προεξοφλήσει με ποιον θα συνεργαστεί. Χρειάζεται να καταστήσει σαφές με ποιους όρους θα μπορούσε να το κάνει. Να αναδείξει ότι η προοδευτική διακυβέρνηση προϋποθέτει αξιοπιστία, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και κυβερνητική σοβαρότητα. Να καταστήσει σαφές ότι η σταθερότητα δεν αρκεί χωρίς ουσιαστικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, κράτος δικαίου και κοινωνική συνοχή. Με αυτόν τον τρόπο δεν μετατρέπεται σε ουραγό κανενός, αλλά καθίσταται στρατηγικά ο πολιτικός εγγυητής των όρων με τους οποίους μπορεί να υπάρξει σταθερή και αποτελεσματική διακυβέρνηση.

Ο κύριος Δημήτρης Γέρου είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.