Ας μεταφερθούμε νοερά σε ένα απολύτως συνηθισμένο πρωινό στον Άλιμο. Οι πρώτοι λουόμενοι έχουν ήδη κατέβει στην παραλία, οι ρακετίστας πιάνουν σιγά σιγά «μεροκάματο», τα καφέ της περιοχής εξυπηρετούν τους πρώτους αγουροξυπνημένους πελάτες και οι συνταξιούχοι ακολουθούν, σχεδόν μηχανικά, την ίδια καθημερινή διαδρομή προς τα Β’ ΚΑΠΗ της περιοχής.
Το σκηνικό μοιάζει τόσο επαναλαμβανόμενο, σχεδόν δεδομένο, που τίποτα δεν μπορεί να το διαταράξει.
Κι όμως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όλα τινάζονται στον αέρα. Μια ισχυρή έκρηξη ισοπεδώνει το κτίριο των ΚΑΠΗ. Εξήντα οκτώ ηλικιωμένοι χάνουν τη ζωή τους. Η χώρα παρακολουθεί σοκαρισμένη μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας της με φόντο το κατά τα άλλα ιδανικό σκηνικό της αθηναϊκής ριβιέρας.
Πέντε χρόνια αργότερα, ένα κινηματογραφικό συνεργείο επιστρέφει στον τόπο της καταστροφής για να αναζητήσει απαντήσεις. Οι κάμερες καταγράφουν μαρτυρίες, οι δημοσιογράφοι ανασυνθέτουν τα γεγονότα και οι επιζώντες προσπαθούν να θυμηθούν τι συνέβη εκείνο το πρωινό. Μόνο που κάθε νέα κατάθεση γεννά περισσότερα ερωτήματα από όσα τελικά απαντά.

Ευτυχώς, τίποτα από αυτά δε συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα. Η παραπάνω περιγραφή είναι η σεναριακή μαγιά της «Μεγάλης Σφαγής στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου», ενός από τα πιο απρόσμενα και απρόβλεπτα ελληνικά κινηματογραφικά ντεμπούτα των τελευταίων ετών.
Ο σκηνοθέτης Τόμμυ Σκλάβος δανείζεται τη φόρμα των true crime ντοκιμαντέρ, την μπολιάζει με την αισθητική του mockumentary και το πνεύμα της μαύρης κωμωδίας για να συνθέσει ένα σύμπαν όπου το παράλογο αντιμετωπίζεται με περίσσευμα σοβαρότητας.
Τα παρασκήνια ενός low budget story
Θα μπορούσε να σταθεί κανείς μόνο στην υπόθεση της «Μεγάλης Σφαγής στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου». Θα ήταν όμως άδικο – και μια ιδέα αφελές. Γιατί η καρδιά της ιστορίας βρίσκεται πίσω από τις κάμερες. Και, κατά έναν παράδοξο τρόπο, ξεπερνά σε φαντασία τη μυθοπλασία.
Η «Μεγάλη Σφαγή στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» δεν ξεκίνησε ως μια ανεξάρτητη παραγωγή με χρηματοδότηση, ολοκληρωμένο σενάριο και επαγγελματίες ηθοποιούς. Γεννήθηκε ως μια ιδέα του δημάρχου Αλίμου Ανδρέα Κονδύλη, ο οποίος οραματίστηκε μια ταινία γυρισμένη στην περιοχή.
Εδώ ίσως κρύβεται και η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας. Ο άγραφος κανόνας της ελληνικής πραγματικότητας υπαγορεύει πως, όταν η τοπική αυτοδιοίκηση αποφασίζει να εμπλακεί σε οπτικοακουστικές παραγωγές, το αποτέλεσμα θυμίζει συνήθως ένα αποστειρωμένο, τουριστικό promo με ηλιόλουστες πλατείες, δημοτικά κτίρια ευτυχείς κατοίκους.

Ο δήμος Αλίμου, ωστόσο, βρέθηκε τελικά να έχει χρηματοδοτήσει ένα σκοτεινό, queer mockumentary με εξήντα οκτώ νεκρούς συνταξιούχους και μάλιστα χωρίς να παρέμβει, να αλλάξει ή να λογοκρίνει το φιλμ που έφτιαξε ο Σκλάβος. Όσο για τον δήμαρχο της περιοχής; Κάνει και ο ίδιος ένα cameo πέρασμα υποδυόμενος τον ιερέα.
Στην αρχή λοιπόν δεν υπήρχε ούτε τίτλος, ούτε υπόθεση, ούτε χαρακτήρες. Ούτε βέβαια ουρανομήκες budget.
«Η αρχική ιδέα ήταν να κάνουμε μια ταινία που θα αναδείξει και θα προβάλει τον Άλιμο», θυμάται ο Σκλάβος, ο οποίος παρότι πλέον έχει πολιτογραφηθεί μόνιμος κάτοικος Νέας Υόρκης, είναι μεν γέννημα του Καναδά, αλλά θρέμμα της περιοχής των νοτίων προαστίων.
«Τους είπα τότε ότι κανονική ταινία με τον προϋπολογισμό που διέθετε ο δήμος δε γινόταν. Εκείνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν κάτι εναλλακτικό, πιο πειραματικό, στο οποίο θα συμμετείχαν δημότες και κάτοικοι της περιοχής και ενδεχομένως θα παιζόταν το καλοκαίρι σε κάποιον πολιτιστικό χώρο του δήμου».
Μια αναπάντεχα φεστιβαλική «σφαγή»
Τότε κανείς δεν μπορούσε να διαβλέψει ότι η ρότα που έδωσε ο Σκλάβος στο project θα έβγαζε σε μια ταινία μεγάλου μήκους, η οποία μάλιστα προβλήθηκε στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ταξίδεψε σε διεθνή φεστιβάλ και τελικά έγινε ένας λόγος για να πάει κανείς θερινό σινεμά φέτος το καλοκαίρι.
Το ίδιο ή μάλλον ακόμη πιο απρόβλεπτος, όμως, ήταν και ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε το φιλμ. Όταν ο Τόμμυ Σκλάβος ξεκίνησε να αναζητά τους πρωταγωνιστές του, δε δημοσίευσε αγγελίες, ούτε κάλεσε σε ακροάσεις. Διοργάνωσε ένα σεμινάριο.

«Δεν μπορείς να ανακοινώσεις ότι κάνεις κάστινγκ για μια ταινία και να περιμένεις να έρθουν άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τον κινηματογράφο. Θα φρικάρουν», λέει γελώντας. Έτσι, ο δήμος ανακοίνωσε έναν κύκλο δωρεάν μαθημάτων κινηματογράφου για τους κατοίκους της περιοχής.
Οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι ο Σκλάβος θα τους μάθαινε πώς λειτουργεί μια κινηματογραφική παραγωγή.
Η μεταμφιεσμένη οντισιόν
Όμως ο σκηνοθέτης που στεκόταν απέναντί τους είχε ήδη αρχίσει να διακρίνει στα πρόσωπα κάποιων τους χαρακτήρες μιας ταινίας που δεν είχε ακόμη γραφτεί.
«Ήταν πραγματικό σεμινάριο. Δεν τους είπαμε ψέματα ως προς αυτό. Απλώς εγώ, μέσα από τη διαδικασία, έβλεπα ποιοι άνθρωποι είχαν ενδιαφέρον κινηματογραφικά», εξηγεί. Στο τέλος των μαθημάτων είχε ήδη σχηματίσει τον βασικό κορμό της ταινίας.

Ο σκηνοθέτης της «Μεγάλης Σφαγής στα Β΄ΚΑΠΗ Αλίμου» Τόμμυ Σκλάβος επί τω έργω
Περίπου τριάντα άνθρωποι επιλέχθηκαν για να συνεχίσουν. Όχι επειδή είχαν υποκριτικές σπουδές ή θεατρική εμπειρία, αλλά γιατί έμοιαζαν να διαθέτουν κάτι που δύσκολα διδάσκεται: αυθεντικότητα.
Ακολούθησαν επτά μήνες συναντήσεων, αυτοσχεδιασμών και προβών. Για έναν επαγγελματία ηθοποιό, ένα τέτοιο διάστημα θα έμοιαζε ίσως υπερβολικό. Για ανθρώπους που δεν είχαν παίξει ποτέ στη ζωή τους, ήταν απαραίτητο. Δε χτιζόταν μόνο η εξοικείωση με την κάμερα. Αλλά μια σχέση εμπιστοσύνης.
Κινηματογραφικοί ήρωες της διπλανής πόρτας
Βεβαίως, το πρόβλημα παρέμενε, αφού σενάριο δεν υπήρχε ακόμη. Συνήθως, μια ταινία ξεκινά από το χαρτί. Ο σεναριογράφος δημιουργεί χαρακτήρες, ο σκηνοθέτης αναζητά τους κατάλληλους ηθοποιούς και η παραγωγή προσπαθεί να φέρει τους δύο κόσμους κοντά. Η «Μεγάλη Σφαγή στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» ακολούθησε την αντίστροφη διαδρομή.
«Άρχισα να γράφω την ιστορία τον τρίτο μήνα του σεμιναρίου», λέει ο Σκλάβος. «Το story γεννήθηκε γιατί έψαχνα έναν τρόπο να χωρέσω όσο περισσότερους χαρακτήρες γίνεται.
Ήθελα να υπάρχουν ηλικιωμένοι, νέοι, άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, διαφορετικές σεξουαλικότητες. Όλο αυτό το υλικό που είχα απέναντί μου έπρεπε να γίνει μία ιστορία».
Έτσι, η έκρηξη στα Β’ ΚΑΠΗ δεν προέκυψε επειδή ο δημιουργός ήθελε να αφηγηθεί ένα έγκλημα. Αλλά γιατί χρειαζόταν έναν αφηγηματικό μηχανισμό που θα επέτρεπε σε δεκάδες διαφορετικούς ανθρώπους να διασταυρωθούν και να συνδεθούν μεταξύ τους.
True crime στην αθηναϊκή ριβιέρα
Ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ που ερευνά μια καταστροφή μπορεί να περνά διαρκώς από τον έναν μάρτυρα στον άλλον, από τη μία εκδοχή στην επόμενη, χωρίς να χάνει τη συνοχή του. Το true crime, στην πραγματικότητα, ήταν η καταλληλότερη φόρμα. Και βέβαια οι άνθρωποι που θα μεταμορφώνονταν σε ήρωες ήταν το κεντρικό θέμα.
«Δεν μπορούσα να γράψω κάτι και μετά να πάρω έναν ερασιτέχνη και να του πω “μεταμορφώσου”. Αυτό θα ήταν άδικο. Έπρεπε να γράψω πάνω τους». Η φράση αυτή εξηγεί σχεδόν ολόκληρη τη μέθοδο του Σκλάβου. Οι ήρωες της ταινίας δεν είναι επινοημένοι χαρακτήρες που αναζητούν ερμηνευτές.

Είναι πραγματικοί άνθρωποι, των οποίων ο χαρακτήρας διογκώθηκε, παραμορφώθηκε, παραλλάχθηκε και μεταφέρθηκε σε έναν κόσμο όπου το παράλογο αντιμετωπίζεται ως άλλη μια μέρα στο γραφείο. «Ουσιαστικά τους έβαλα να παίξουν μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού τους μέσα σε μια υπερβολική συνθήκη», λέει.
Μια ταινία μεγάλου μήκους της… γειτονιάς
Το πρόβλημα με τις ταινίες είναι ότι όσο μεγάλη είναι η φαντασία των δημιουργών, άλλο τόσο συγκεκριμένοι παραμένουν οι πρακτικοί περιορισμοί τους.
Χρειάζονται κάμερες, συνεργείο, εξοπλισμός, χρόνος, χώροι, άνθρωποι. Και κυρίως χρειάζονται χρήματα. Η «Μεγάλη Σφαγή στα Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» ξεκίνησε ακριβώς από το σημείο όπου οι περισσότερες κινηματογραφικές παραγωγές συνήθως σταματούν.
Δεν υπήρχε μεγάλος προϋπολογισμός που θα επέτρεπε στον δημιουργό να σχεδιάσει την ταινία του χωρίς περιορισμούς. Υπήρχε μια ιδέα, ένας δήμος που ήθελε να στηρίξει μια πολιτιστική δράση και μια ομάδα ανθρώπων χωρίς προηγούμενη εμπειρία μπροστά στην κάμερα.

Για τον Τόμμυ Σκλάβο, όμως, αυτό δεν ήταν απαραίτητα μειονέκτημα. Έγινε αφορμή για επινόηση. «Όταν δεν έχεις χρήματα, πρέπει να σκεφτείς διαφορετικά», λέει. «Δεν μπορείς να κάνεις ότι είσαι μια παραγωγή εκατομμυρίων. Πρέπει να βρεις έναν άλλο τρόπο».
Αυτός ο άλλος τρόπος ήταν να μετατρέψει τους περιορισμούς σε μέρος της αισθητικής της ταινίας. Η επιλογή του mockumentary βοηθούσε. Η κάμερα μπορούσε να είναι πιο κοντά στους ανθρώπους, οι χώροι δε χρειαζόταν να μοιάζουν με κινηματογραφικά σκηνικά, ακόμα και οι ατέλειες μπορούσαν να λειτουργήσουν υπέρ της αίσθησης ντοκιμαντέρ.
Άλλωστε, το ίδιο το είδος βασίζεται σε μια λεπτή ισορροπία: ο θεατής πρέπει να νιώθει ότι παρακολουθεί κάτι πραγματικό, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι όλα είναι κατασκευασμένα.
Ο Άλιμος δεν ήταν απλώς το σκηνικό ή ο κομπάρσος της ιστορίας. Έγινε ένας από τους πρωταγωνιστές της. Οι δρόμοι της πόλης, τα δημόσια κτίρια, οι χώροι όπου οι κάτοικοι συναντιούνται καθημερινά έγιναν το φυσικό περιβάλλον μιας φανταστικής τραγωδίας.

Το γεγονός ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες γνώριζαν την περιοχή, ζούσαν εκεί και αναγνώριζαν τα σημεία όπου γίνονταν τα γυρίσματα έδινε στην ταινία μια επιπλέον διάσταση. Δε δημιουργήθηκε ένας φανταστικός κόσμος.
Η γειτονιά μετατράπηκε σε σκηνή ενός αστυνομικού θρίλερ. «Πολλά πράγματα προέκυψαν στην πορεία», αφηγείται ο σκηνοθέτης. «Αυτό είναι και το ωραίο όταν δουλεύεις με ανθρώπους που δεν είναι επαγγελματίες. Δεν ξέρεις πάντα τι να περιμένεις ή τι θα σου δώσουν».
Ποιος είναι ο άνθρωπος που ανατίναξε τα ΚΑΠΗ Αλίμου;
Γεννημένος στον Καναδά και μεγαλωμένος στον Άλιμο, ο Τόμμυ Σκλάβος κάποτε ονειρευόταν τον εαυτό του αρχαιολόγο ή ποδοσφαιριστή. Το παιδικό όνειρο, όμως, υποχώρησε μπροστά στην αγάπη του για το σινεμά και την απόφασή του να σπουδάσει σκηνοθεσία.
Μάλιστα πέρασε και από το πεδίο της υποκριτικής, με μοναδικό σκοπό, όπως λέει, να γνωρίσει όλες τις πτυχές της δουλειάς και έπαιξε σε μια σειρά ελληνικών σήριαλ.

Στη Νέα Υόρκη όπου εγκαταστάθηκε πρόσφατα, ο σκηνοθέτης έχει ήδη στα σκαριά δύο νέα κινηματογραφικά projects. Η επόμενη σελίδα της διαδρομής του γράφεται πλέον σε μια πόλη που έχει μάθει να γεννά αμέτρητες ιστορίες.
Όμως η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία θα παραμένει για πάντα δεμένη με έναν πολύ συγκεκριμένο τόπο. Με μια γειτονιά στα νότια προάστια. Με ένα δημοτικό σεμινάριο που ξεκίνησε χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες. Με ανθρώπους που δεν είχαν φανταστεί ποτέ ότι θα βρεθούν μπροστά σε μια κινηματογραφική κάμερα.
Και με μια έκρηξη που μπορεί να μη συνέβη ποτέ, αλλά έγινε η θρυαλλίδα για μια ταινία που αφηγείται κάτι διαχρονικά επίκαιρο και αναπολογητικά αληθινό: την ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν, να δημιουργήσουν, να αφήσουν τελικά πίσω τους μια ιστορία.












