«Το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε είναι να σκοτώσουμε όλους τους δικηγόρους», λέει ο Ντικ-ο-σφαγέας στον «Ερρίκο ΣΤ΄» του Σαίξπηρ, στρώνοντας το έδαφος για την εξέγερση εναντίον του βασιλιά. Πίσω από την ωμότητα της φράσης κρύβεται, ωστόσο, μια οδυνηρή διαπίστωση για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, ότι όποιος θέλει να πλήξει το κράτος δικαίου επιχειρεί πρώτα να αποδυναμώσει εκείνους που το υπερασπίζονται.
Σήμερα, βέβαια, οι μέθοδοι είναι πιο ήπιες, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνες, ιδίως σε ένα τόσο σύνθετο και ευαίσθητο πεδίο όπως το προσφυγικό, που απαιτεί σχέδιο, θεσμική ψυχραιμία και σεβασμό στα δικαιώματα ανθρώπων που βρίσκονται, εκ των πραγμάτων, σε ευάλωτη θέση. Η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση για τη νομική συνδρομή, όμως, κάθε άλλο παρά συμβαδίζει με αυτή την αντίληψη, καθώς υιοθετεί μια εξόχως προβληματική προσέγγιση που αφήνει τις διοικητικές σκοπιμότητες, τα οικονομικά κίνητρα και τους μηχανισμούς επιτήρησης να υποκαθιστούν τις εγγυήσεις που οφείλουν να συνοδεύουν κάθε σοβαρή μεταναστευτική πολιτική.
Η ένταση των αντιδράσεων εξηγείται κυρίως από την πρόβλεψη πρόσθετης αμοιβής 250 ευρώ για τον δικηγόρο, εφόσον ο εντολέας του υποβάλει αίτηση εθελούσιας αναχώρησης μέσα σε δύο μήνες από τη νομική συμβουλή που θα λάβει. Στην πράξη, δηλαδή, ο δικηγόρος αμείβεται περισσότερο στην περίπτωση που το πρόσωπο που εκπροσωπεί αποφασίσει να φύγει από τη χώρα, τη στιγμή που ο ρόλος του είναι να εξηγεί στον εντολέα ποια δικαιώματα έχει, ποιες επιλογές ανοίγονται μπροστά του και ποιες συνέπειες συνεπάγεται καθεμία από αυτές. Κατά τούτο, λοιπόν, η σύνδεση της πρόσθετης αμοιβής με την εθελούσια αναχώρηση μοιάζει, αν δεν είναι κιόλας, με κυβερνητικό κλείσιμο του ματιού, ως προς την κατεύθυνση που επιβραβεύεται στη διαχείριση του μεταναστευτικού.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρόβλεψη που επιτρέπει σε υπαλλήλους του Υπουργείου Μετανάστευσης να αξιολογούν τον δικηγόρο και να παρίστανται στις συναντήσεις του με τον εντολέα του, εγείροντας ακόμη σοβαρότερα ζητήματα, με κυριότερο την προσβολή του επαγγελματικού απορρήτου, το οποίο αποτελεί βασική προϋπόθεση της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον δικηγόρο και το πρόσωπο που ζητά τη συνδρομή του.
Κάθε κυβέρνηση έχει, ασφαλώς, την αρμοδιότητα να χαράσσει την πολιτική που προκρίνει στο προσφυγικό και, βέβαια, κρίνεται γι’ αυτήν. Η διαχείριση αυτού του πεδίου, όμως, δεν είναι μια αθώα υπόθεση, γι’ αυτό και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται δείχνει πόσο σοβαρά αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση μία από τις μείζονες προκλήσεις των ημερών για την Ευρώπη, τη Δύση και την Ελλάδα, η οποία έχει βιώσει με ιδιαίτερη ένταση το βάρος αυτής της κρίσης. Στο σημείο αυτό, στην πραγματικότητα, δοκιμάζεται, μεταξύ άλλων, και η ίδια η ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.





