Στις 23 Ιουνίου συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου και θα άξιζε να διενεργήσει κανείς μια σύντομη αποτίμηση της σύνθετης ιστορικής του πορείας.
Θετικά και αρνητικά σημεία της πρωθυπουργίας του
Ποια ήταν η προέχουσα θετική έκφανση του έργου του; Η συχνή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και η αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα.
Και αυτό δεν ήταν ένα αμελητέο ιστορικό επίτευγμα για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας το οποίο ήταν στην κυριολεξία περιθωριοποιημένο μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού συντηρητικού καθεστώτος , το οποίο καταδίωκε το αντίθετο ιδεολογικό φρόνημα και εμπόδιζε την άσκηση των πιο βασικών συνταγματικών δικαιωμάτων («Ζαν Μευνώ, Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα 1946-1965»).
Επίσης κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του είχαν μειωθεί οι έντονες οικονομικές και περιφερειακές ανισότητες ( πράγμα βεβαίως που είχε οδηγήσει στη θεαματική αύξηση του δημόσιου χρέους ).
Παρόλα αυτά, αν θέλουμε να κάνουμε κάποιες σοβαρές συγκρίσεις, η εποχή τούτη δεν συγκρίνεται καθόλου με τον απίστευτο δημοσιονομικό εκτροχιασμό ο οποίος είχε επέλθει από το 2007 έως το 2009 επί της πρωθυπουργίας του κ. Καραμανλή Κωνσταντίνου – του νεότερου- όπως είχε παραδεχθεί και η αμερικανική εφημερίδα «New York Times» (12/6/2011).
Επιπλέον, είχαν γίνει σημαντικές τομές στο οικογενειακό δίκαιο , οι οποίες είχαν ενισχύσει την κοινωνική θέση της γυναίκας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, και είχε αναγνωριστεί ο πολιτικός γάμος (για να αναφέρω κάποια από τα θεσμικά επιτεύγματα της πρώτης τετραετίας).
Ποιες ήταν οι αρνητικές διαστάσεις της ιστορικής πορείας του Ανδρέα Παπανδρέου; Η παρουσία του «ηγεμόνα» Παπανδρέου εμπόδιζε τη λειτουργία των θεσμών.
Και , άρα, το γνωστό απόφθεγμα του Jürgen Habermas ότι στις δυτικές δημοκρατίες « οι διαφορές και οι εντάσεις γίνονται αντικείμενο των θεσμών» δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει , αφού ο ίδιος μπορούσε αυταρχικά να παρεμβαίνει παντού.
Επίσης ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε προωθήσει ένα «οιονεί σοβιετικό μοντέλο κοινωνικής διάρθρωσης», όπου μια ανεξέλεγκτη κομματική ελίτ -από άσχετους ανθρώπους- έλεγχε τα πάντα στις τοπικές κοινωνίες .
Και έτσι είχαν εκκολαφτεί οι επαγγελματίες «κομματάνθρωποι» που δεν έκαναν τίποτε άλλο στη ζωή τους και οι περίφημες συνδικαλιστικές αριστοκρατίες, οι οποίες καταλάμβαναν απαράδεκτα τους δρόμους , τα πανεπιστήμια και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Πάντως σε μια τελική αποτίμηση υπερισχύει –κατά τη γνώμη μου- η θετική διάσταση της συνολικής πορείας του Ανδρέα Παπανδρέου. Κυρίως γιατί ο άνθρωπος τούτος είχε αυτό που αποκαλούνε οι Αμερικανοί «εμπνέουσα αξία» ( inspirational value) , δηλαδή μπορούσε να εμπνεύσει τον κόσμο για ορισμένα πράγματα ( έστω και αν αρκετές φορές αυτή η «μαγεία» που ασκούσε τέλειωνε μέσα στο «λυκόφως της αρνητικότητας»).
Οι ανιστόρητες συγκρίσεις με τον πρώην πρωθυπουργό κ, Τσίπρα
Υπό αυτήν την έννοια , ενόψει και της ίδρυσης του νέου κόμματος της λεγόμενης Ε.Λ.Α.Σ, η σύγκριση που προσπαθούν να διενεργήσουν κάποιοι σήμερα ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και τον πρώην πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα συνιστά μια άνευ προηγουμένου «ιστορική και πολιτισμική παραδοξότητα» . Γιατί; Θα αναφέρω ένα μόνο μέγεθος.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια τεράστια μορφωτική επάρκεια η οποία του επέτρεπε να πραγματοποιεί μια ορθή ανίχνευση του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων και δεν θα έπαιζε ποτέ την τύχη της χώρας του «στα ζάρια» ( όπως εντελώς καταστροφικά, κατά τη γνώμη μου, είχε κάνει ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας το καλοκαίρι του 2015)!
Εξάλλου, επί της πρωθυπουργίας του κ. Τσίπρα ούτε είχαν καταπολεμηθεί οι οικονομικές ανισότητες , ούτε είχαν προστατευθεί τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα από τη φτώχεια.
Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
Ένας νέος Ανδρέας Παπανδρέου δεν είναι δυνατό να εκκολαφθεί στο σημερινό ιστορικό περιβάλλον και η κακέκτυπη μίμησή του συνιστά ένα αδιέξοδο καιροσκοπισμό.
Εξάλλου , σήμερα η ελληνική κοινωνία δεν χρειάζεται νέους Μεσσίες οι οποίοι θα δίνουν εικονικές υποσχέσεις στους ψηφοφόρους (τις οποίες δεν θα τηρούν ποτέ ).
*Ο κύριος Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ.



