Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τα μη κρατικά Πανεπιστήμια. Κατά τη γνώμη μου θα ήταν -εξαρχής- θεσμικά και συνταγματικά ορθότερο να γίνει η τροποποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και όχι να ενεργοποιηθεί από την παρούσα κυβέρνηση η διαδικασία της ίδρυσης-βιαστικά θα έλεγα- μη κρατικών Πανεπιστημίων (μέσω του άρθρου 28 του Συντάγματος).
Πάντως το Συμβούλιο Επικρατείας με πρόσφατη απόφασή του είχε θεωρήσει, ότι είναι συμβατή με το Σύνταγμα η ίδρυση μη κρατικών Πανεπιστημίων και με αυτή την εναλλακτική μεθοδολογία (δηλαδή μέσω του άρθρου 28).
Ωστόσο, τώρα αρχίζει επίσημα η συζήτηση για την ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και θα επιθυμούσα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
Ο κρατικός τομέας μπορεί να στηρίξει σήμερα όλη την πανεπιστημιακή εκπαίδευση;
Όσοι διδάσκουμε σε κρατικά Πανεπιστήμια κατανοούμε -ιδίως μετά την οικονομική κρίση- ότι ο κρατικός τομέας αδυνατεί από μόνος του να στηρίξει την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Ενδεικτικά σημειώνω, ότι το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (που είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης) ελάμβανε πριν από την οικονομική κρίση μια κρατική επιδότηση που πλησίαζε τα 50 εκατομμύρια ευρώ, ενώ σήμερα η κρατική επιδότηση αγγίζει -αν δεν κάνω λάθος- τα 12 εκατομμύρια!
Βεβαίως, καμία κυβέρνηση (οποιασδήποτε πολιτικής κατεύθυνσης, συντηρητικής ή «προοδευτικής» ) δεν θέλησε να αυξήσει τους οικονομικούς πόρους οι οποίοι διοχετεύονται για την παιδεία (ως ποσοστό του ΑΕΠ), που υπολείπονται κατά πολύ των οικονομικών πόρων οι οποίοι χορηγούνται για την παιδεία στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό το μέγεθος εξηγεί και τους χαμηλούς ή απαράδεκτους μισθούς που δίνονται για τους καθηγητές Πανεπιστημίου (και ευρύτερα για τους πνευματικούς ανθρώπους).
Ενόψει όλων αυτών είχα την άποψη, ότι θα έπρεπε να γίνουν πολύ προσεκτικά βήματα προς την κατεύθυνση της ίδρυσης και μη κρατικών Πανεπιστημίων.
Και στο σημείο αυτό ερχόμαστε στα πιο σημαντικά θέματα.
Με ποιες προϋποθέσεις θα εισάγονται οι υποψήφιοι στα μη κρατικά πανεπιστήμια;
Θα αναφέρω ένα παράδειγμα.
Στη Δημόσια Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης ένας μαθητής γίνεται φοιτητής, μόνο αν πετύχει στις πολύ δύσκολες Πανελλαδικές εξετάσεις. Υπάρχει δηλαδή ένα ισχυρό «φίλτρο αξιολόγησης» της μορφωτικής ικανότητας των παιδιών.
Αυτό το αυστηρό σύστημα αξιολόγησης διαθέτουν και τα καλά ιδιωτικά ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια (όπως είναι η ιδιωτική Νομική Σχολή Bucerius στο Αμβούργο της Γερμανίας).
Αντίθετα, στα μη κρατικά πανεπιστήμια της Ελλάδας οι υποψήφιοι θα γίνονται δεκτοί, εφόσον έχουν «πιάσει» την ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, η οποία υπολογίζεται με ένα ειδικό τρόπο.
Εάν, δηλαδή, για την εισαγωγή στη Δημόσια Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης
χρειαζόταν ένας μαθητής το 2025 να «πιάσει» 17.280 μόρια, για την εισαγωγή στην αντίστοιχη ιδιωτική Νομική Σχολή θα χρειάζεται περίπου 13.000 μόρια.
Και μόνο αν το συνεργαζόμενο ξένο Πανεπιστήμιο θέτει διαφορετικούς όρους εισαγωγής για τους υποψήφιους φοιτητές, δεν θα ισχύουν τα ανωτέρω,
Διόγκωση των οικονομικών ανισοτήτων μέσω της εκπαίδευσης
Σε κάθε περίπτωση το παραπάνω μέγεθος είναι όντως προβληματικό, γιατί στις ανωτέρω μη κρατικές Σχολές θα εισάγονται τελικά οι μορφωτικά πιο αδύνατοι μαθητές, οι οποίοι είχαν την τύχη να είναι απόγονοι οικονομικά ευκατάστατων γονέων (που θα πληρώνουν τα δίδακτρα των 10.000 ευρώ κατά έτος- το ελάχιστο- τα οποία ζητούν οι επίμαχες Σχολές).
Υπό την έννοια τούτη η εκπαιδευτική διαδικασία θα διογκώνει ακόμη περισσότερο τις οικονομικές ανισότητες της κοινωνίας (αντί να τις μειώνει). Τη θέση αυτή, η οποία κατά την άποψή μου είναι ορθή, είχε υποστηρίξει και ο Αμερικανός φιλόσοφος Τζων Ρώλς στο περίφημο βιβλίο του Theory of Justice ( Θεωρία της Δικαιοσύνης), 1971.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει ένα επιχείρημα το οποίο είναι απαραίτητο να το σταθμίσει κανείς, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι. Τι λέει αυτό το επιχείρημα;
Επιχείρημα υπερ της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων
Οι μαθητές -για να αναφέρω ένα παράδειγμα- οι οποίοι δεν περνούσαν στις Δημόσιες Νομικές Σχολές της Ελλάδας μέχρι τώρα, πήγαιναν στις ιδιωτικές Νομικές Σχολές της Κύπρου (όπου πλήρωναν 8000 ευρώ δίδακτρα κάθε έτος).
Αυτή η «εκροή συναλλάγματος» και η μετάβαση στην Κύπρο με την ίδρυση των παραπάνω μη κρατικών Σχολών πλέον αποτρέπεται.
Είναι μια παράμετρος την οποία, εγώ τουλάχιστον, λαμβάνω υπόψη μου στη συνολική παράθεση των απόψεων που ακούγονται.
Τέλος, υπάρχει και κάτι άλλο
Το πρόγραμμα σπουδών
Αυτό είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό ζήτημα και δυστυχώς κάτι δεν είχε πάει καλά εξαρχής σε αυτό το επίπεδο. Τι εννοώ;
Το πρόγραμμα σπουδών το οποίο είχαν παρουσιάσει οι υπό ίδρυση μη κρατικές Νομικές Σχολές (για να αναφέρω και πάλι ένα παράδειγμα) ήταν έντονα ελλειμματικό.
Στο μάθημα της Ποινικής Δικονομίας λ.χ. γινόταν αναφορά μόνο στο δίκαιο της απόδειξης (άρθρα 177 επ. του ΚΠΔ).
Αυτό ήταν μορφωτικά αδιανόητο, γιατί θα ήταν ακατανόητο ένας φοιτητής να τελειώνει μια Νομική Σχολή και να μη γνωρίζει με ποιους τρόπους κινείται η ποινική δίωξη, πότε εκδίδεται ένα ένταλμα σύλληψης ή ένα ένταλμα προσωρινής κράτησης, τι είναι η καθ΄ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα, με ποιους τρόπους παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο αρμόδιο δικαστήριο και ποια είναι τα ένδικα μέσα.
Και είναι παρήγορο, ότι η Αρμόδια Αρχή για την πιστοποίηση των προγραμμάτων Σπουδών δεν είχε εγκρίνει παρόμοια ελλειμματικά προγράμματα σπουδών.
Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων και η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος είναι επιθυμητή, εάν τηρηθούν κάποιες αυστηρές προϋποθέσεις.
Βεβαίως, η δικηγορική αγορά εργασίας -για να αναφέρω και πάλι ένα παράδειγμα- θα διαταραχθεί ακόμη περισσότερο, αφού κάθε χρόνο θα δίνονται πολλά περισσότερα πτυχία και τελικά θα παίρνουν την άδεια του δικηγόρου πολλοί περισσότεροι (και μάλιστα σε μια χώρα η οποία είναι εντελώς «κορεσμένη» σε αυτό το επίπεδο σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη).
Ωστόσο, οι κρατικές πανεπιστημιακές Σχολές δεν έχουν να φοβούνται τίποτε.
Έχουν μια μεγάλη ιστορική διαδρομή και καθηγητές υψηλού κύρους!
Αυτό όμως σημαίνει περαιτέρω, ότι η Πολιτεία δε θα συνεχίσει να υποχρηματοδοτεί εντελώς αδικαιολόγητα τα Δημόσια Πανεπιστήμια (τα οποία θα εξακολουθούν να είναι ο βασικός πυλώνας της πανεπιστημιακής παιδείας).
Ο κύριος Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ.






