Στην Ελλάδα του 2026, η δημόσια συζήτηση μοιάζει ολοένα και περισσότερο να περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση παρά γύρω από τη λύση. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μόνιμης κατάστασης ενώ οι κοινωνικές αντιθέσεις βαθαίνουν και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς αυξάνεται.
Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα, οι ανισότητες, η δημογραφική συρρίκνωση και οι προκλήσεις της διεθνούς συγκυρίας απαιτούν απαντήσεις που ξεπερνούν τα όρια μιας μόνο πολιτικής παράταξης.
Οι αντιθέσεις απαιτούν λύσεις
Η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται σήμερα περισσότερο κατακερματισμένη από όσο δείχνουν οι παραδοσιακοί πολιτικοί διαχωρισμοί όπου οι οικονομικές αντιθέσεις ξεπερνούν τις παλιές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ επαγγελματικών τάξεων.
Πλέον υπάρχουν γενιές με διαφορετικές προσδοκίες, κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται αποκλεισμένες από την ανάπτυξη, πολίτες που θεωρούν ότι δεν εκπροσωπούνται επαρκώς και ένα αυξανόμενο τμήμα του εκλογικού σώματος που αντιμετωπίζει την πολιτική με αδιαφορία ή καχυποψία.
Η αποχή, η αμφισβήτηση των θεσμών και η πεποίθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι» αποτελούν συμπτώματα ενός βαθύτερου προβλήματος δημοκρατικής εκπροσώπησης που διαπερνά πολίτες όλων των οικονομικών στρωμάτων και μορφωτικού επιπέδου, σύμφωνα με μια σειρά ερευνών της ευρωπαϊκής επιτροπής αλλά και της ΕΛΣΤΑΤ.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η διαρκής πόλωση δεν αποτελεί τη στρατηγική διακυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα.
Τυχόν πρόσκαιρα κομματικά οφέλη, δεν βοηθούν για μακροπρόθεσμες λύσεις μιας και τα πολωτικά μηνύματα μπορεί να συσπειρώνουν κομματικά ακροατήρια, αλλά δύσκολα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες ενώ η κόπωση από τη διαρκή αντιπαράθεση είναι εμφανής.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες αναζητούν στοιχεία συνεννόησης και συνεργασίας στο πολιτικό σύστημα και η απαίτηση για προγραμματικό λόγο και θεσμική υπευθυνότητα γίνεται ολοένα ισχυρότερη προς κάθε πολιτική κατεύθυνση.
Μια νέα κουλτούρα πολιτικής συνεννόησης
Τα ποιοτικά δημοσκοπικά ευρήματα καταγράφουν σημαντική επιθυμία για λύσεις που θα υπερβαίνουν τα παραδοσιακά κομματικά χαρακώματα και θα δίνουν προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης.
Η παιδεία, η υγεία, η δικαιοσύνη, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η αντιμετώπιση του δημογραφικού και η προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις δεν μπορούν να αποτελούν πεδία αδιάκοπης κομματικής σύγκρουσης αλλά να γίνουν πεδία συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ τους και με την κοινωνία.
Η χώρα χρειάζεται μια νέα κουλτούρα πολιτικής συνεννόησης όπου αυτή θα αντιμετωπίζεται ως ευθύνη και όχι ως αδυναμία, και το πολιτικό σύστημα έχει την ευκαιρία να δείξει στην κοινωνία ότι μπορεί να συνεννοηθεί προς όφελος όλων μας.
Η Ελλάδα έχει αποδείξει στην ιστορία της ότι μπορεί να προοδεύσει όταν υπερβαίνει τους διχασμούς της και η τρέχουσα ρευστή διεθνής συγκυρία μας δείχνει ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια για άσκοπες αντιπαραθέσεις, αλλά ανάγκη πολιτικής και κοινωνικής συνεννόησης.
Και τελικά, ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα της επόμενης περιόδου στην Ελλάδα να μην είναι ποιος μπορεί να κερδίσει τις εκλογές και να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά ποιος μπορεί να φτάσει ως εκεί ενώνοντας δυνάμεις και ακούγοντας τις ανάγκες της κοινωνίας.
Ο Σταύρος Τασιόπουλος είναι Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης



