Στις 14 Ιουνίου 1946 γεννιέται στο Κουίνς της Νέας Υόρκης ο Ντόναλντ Τζον Τραμπ, γιος του εργολάβου και μεγαλοϊδιοκτήτη ακινήτων Φρεντ Τραμπ και της Μέρι Αν ΜακΛάουντ Τραμπ.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, έχει εξελιχθεί από επιχειρηματία σε έναν από τους πιο επιδραστικούς και ταυτόχρονα πιο διχαστικούς πολιτικούς της εποχής του. Είναι ο 45ος και ο 47ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχοντας επιστρέψει στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Για να καταλάβει κανείς το πολιτικό φαινόμενο Τραμπ, πρέπει να επιστρέψει στην εποχή πριν ο ίδιος εκδηλώσει ενδιαφέρον για την πολιτική. Όταν επένδυε σε κάτι που αποδείχθηκε εξίσου ισχυρό, την κατασκευή του ονόματός του ως brand.
Το όνομά του αρχίζει να εμφανίζεται συστηματικά στις σελίδες των εφημερίδων του Ιστορικού Αρχείου «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ» στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Τα δημοσιεύματα της εποχής παρακολουθούν με ένα μείγμα θαυμασμού, ειρωνείας και αμηχανίας έναν άνθρωπο που δεν αρκείται στο να είναι πλούσιος. Θέλει όλοι να γνωρίζουν ότι είναι πλούσιος και, κυρίως, θέλει να βλέπει παντού το όνομά του.
«Πουλάω φαντασίωση»
Το περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 23ης Νοεμβρίου 1989 σε αφιέρωμα για τους σύγχρονους Κροίσους, περιγράφει τον Τραμπ ως έναν νέο τύπο εκατομμυριούχου:
«Ένας χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του σημερινού “Βασιλιά Μίδα” είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο χρηματιστής / μεσίτης / μεγιστάνας της Νέας Υόρκης, ο οποίος δίνει στη ζωή και στις πράξεις του μεγάλη δημοσιότητα και συγκεντρώνει το θαυμασμό των συγχρόνων του όχι ως επιχειρηματίας, αλλά ως… σώουμαν-εκατομμυριούχος […]
»Τ’ όνομά του σήμερα έχει απλωθεί σ’ όλο το Μανχάταν, από τότε που αγόρασε τους τρεις επιβλητικότερους ουρανοξύστες – Τραμπ Τάουερ, Τραμπ Παρκ και το ξενοδοχείο “Πλάζα”, στην καρδιά του Μανχάταν. Αγόρασε επίσης δύο μεγάλα καζίνο στην Ατλάντικ Σίτι και το περίφημο Κάστρο Τραμπ […] Το 1988 αγόρασε το τεράστιο γιώτ του Αντνάν Κασόγκι κι έφτιαξε (στο Τραμπ Τάουερ) ένα σαλόνι-αντίγραφο του διαμερίσματος του Κασόγγι, σε μια προσπάθεια να μιμηθεί και να ξεπεράσει τους Σαουδάραβες εκατομμυριούχους…
»Το πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ είναι εξίσου γνωστό σ’ όλο τον κόσμο, όσο και τα πρόσωπα των μεγάλων σταρ του Χόλυγουντ. Φωτογραφίζεται συχνά, χαμογελαστός και σχεδόν γοητευτικός, σαν σύγχρονος πλέι-μπόυ».
Στο γραφείο του, όπως σημείωνε ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», φιγουράριζαν τα εξώφυλλα των περιοδικών με το πρόσωπό του. Ήταν μια σχεδόν τέλεια αυτοσκηνοθεσία. Τα ακίνητα λειτουργούσαν ως σκηνικά, το επίθετό του ως λογότυπο και ο πλούτος ως περιεχόμενο προς κατανάλωση.
Ο Τραμπ αντιλήφθηκε από νωρίς αυτό που αργότερα θα γινόταν βασικός κανόνας της ψηφιακής εποχής. Η προβολή δεν ακολουθεί απαραίτητα την επιτυχία, αλλά μπορεί να την κατασκευάσει.
Ο ίδιος το συνόψιζε με μία φράση: «Πουλάω φαντασίωση».
Ίσως καμία άλλη δήλωσή του δεν περιγράφει καλύτερα ολόκληρη την πορεία του. Ο Τραμπ δεν πουλούσε μόνο διαμερίσματα, καζίνα ή ξενοδοχεία. Πουλούσε την εικόνα της επιτυχίας, την υπόσχεση ότι ο υπερβολικός πλούτος αποτελεί απόδειξη προσωπικής ανωτερότητας. Αργότερα θα πουλούσε, με παρόμοιο τρόπο, την επιστροφή σε μια υποτιθέμενη «μεγάλη Αμερική» του παρελθόντος.
Ο μύθος του «αυτοδημιούργητου»
Στις 9 Φεβρουαρίου 1989, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» αναπαράγει τη χαρακτηριστική φράση του περιοδικού Time, σύμφωνα με την οποία ο Τραμπ ήταν:
«Τόσο πλούσιος, που καταντάει πλέον γελοίο».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 9.2.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το δημοσίευμα απαριθμεί τα «ταπεινά αποκτήματα του μεγιστάνα», τον ουρανοξύστη στην Πέμπτη Λεωφόρο, τα καζίνα, το ιδιωτικό ελικόπτερο, τα Boeing 727, το γιοτ «Πριγκίπισσα Τραμπ», την έπαυλη Mar-a-Lago με τα 118 δωμάτια:
«Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα γνήσιο ανερχόμενο τέκνο της μεγάλης αμερικανικής παράδοσης του “αυτοδημιούργητου επιχειρηματία”».
Το δημοσίευμα του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ» – όπως και πολλά άλλα της εποχής – τον κατατάσσει στην κατηγορία των αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών. Εδώ, όμως, χρειάζεται ένας αστερίσκος.
Ο Τραμπ δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Μεγάλωσε σε εύπορη οικογένεια και εντάχθηκε στην ήδη ανεπτυγμένη επιχείρηση ακινήτων του πατέρα του. Σε άλλα δημοσιεύματα αναφέρεται ότι ο Φρεντ Τραμπ του είχε παραχωρήσει εκατομμύρια δολάρια.
Ο μύθος του αυτοδημιούργητου υπήρξε μία ακόμη ιστορία που ο Τραμπ κατάφερε να πουλήσει εξαιρετικά – και την οποία μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης δέχθηκε να αγοράσει.
Η «θεαματική» πτώση
Η δεκαετία του 1990 δεν ξεκίνησε για τον Τραμπ με τον καλύτερο τρόπο. Στις 12 Ιουλίου 1990, ο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» δημοσιεύει ένα κείμενο με τον τίτλο «Η πτώση ενός μεγιστάνα»:
«Θεαματική ήταν η άνοδός του, αλλά θεαματικότερη φαίνεται ότι θα είναι η πτώση του […]
»Τους τελευταίους μήνες […] βλέπει την αυτοκρατορία του να καταρρέει. Οι τράπεζες τον συντηρούν με “τονωτικές ενέσεις”. Αλλά αυτό δεν είναι λύση. Μόνο η ρευστοποίηση μέρους της περιουσίας του μπορεί να τον σώσει από την πτώχευση».
Ο άνθρωπος που παρουσιαζόταν ως σύγχρονος Μίδας βρισκόταν πλέον αντιμέτωπος με τεράστια χρέη. Το υπερκαζίνο «Ταζ Μαχάλ» στην Ατλάντικ Σίτι είχε απορροφήσει ένα δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ μόνο οι τόκοι των δανείων του έφταναν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα 43 εκατομμύρια.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 9.2.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Πού θα μπορούσε να αποδοθεί αυτή η ξέφρενη πτώση του Τραμπ;
»Όσοι γνωρίζουν κάπως τα πράγματα, υποστηρίζουν ότι αυτό ήταν επόμενο, εφόσον ο Αμερικανός επιχειρηματίας άπλωσε… τα πόδια του πολύ πιο πέρα απ’ όσο έφτανε το πάπλωμά του.
Το περιοδικό περιγράφει το συγκρότημα ως μια γιγαντιαία απομίμηση του ινδικού μνημείου, γεμάτη μάρμαρα Καράρας, κρυστάλλινους πολυελαίους, ροζ ταπετσαρίες και χρυσούς ερωτιδείς:
«Μια πολυτέλεια τόσο οφθαλμοφανής, που αγγίζει τα όρια της κακογουστιάς».
Θα μπορούσε να είναι περιγραφή μιας ολόκληρης πολιτικής αισθητικής: χρυσός, υπερβολή, θόρυβος, αδιάκοπη αυτοπροβολή και απόλυτη αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη δύναμη και στην επίδειξή της.
Η πτώση, ωστόσο δεν σήμανε το τέλος. Ο Τραμπ κατόρθωσε να επιβιώσει οικονομικά, να διατηρήσει το όνομά του στο προσκήνιο και, τελικά, να μετατρέψει ακόμη και τις αποτυχίες του σε μέρος του μύθου του.
«Η Αμερική χρειάζεται έναν πρόεδρο σαν κι εμένα»
Τον Οκτώβριο του 1999, ο Τραμπ άρχισε να εκφράζει ανοιχτά τις πολιτικές του φιλοδοξίες:
«Η Αμερική χρειάζεται έναν πρόεδρο σαν κι εμένα», έγραφε ο ίδιος σε άρθρο του στη Wall Street Journal, ανακοινώνοντας ότι εξέταζε το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία των ΗΠΑ.

«TO BHMA», 17.10.1999, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 11ης Οκτωβρίου 1999, αντιμετωπίζει την πιθανή υποψηφιότητά του με ειρωνική επιφύλαξη. Ο Ολύμπιος Τσεκούρας γράφει για τον «φρουρό του αμερικανικού ονείρου»:
«Εδώ πρόκειται για νέο άνεμο στο αμερικανικό πολιτικό προσκήνιο, αν τελικά αποφασίσει κανείς να πάρει στα σοβαρά τον κ. Ντόναλντ Τραμπ, την ώρα που δηλώνει απερίφραστα ότι δεν τον ενδιαφέρει ο σκοπός αλλά το συναρπάζει το παιχνίδι για την επίτευξη του στόχου».
Στο δημοσίευμα, ο Τραμπ παρουσιάζεται ως ο επιχειρηματίας που υπόσχεται να μεταφέρει στον Λευκό Οίκο την ικανότητά του να «κάνει κουμάντο». Ως βασικό του πλεονέκτημα προβάλλει την οικονομική ανεξαρτησία του: τα προεκλογικά έξοδα, υποστηρίζει, θα τα πληρώσει από την τσέπη του, ώστε να μη γίνει έρμαιο των χρηματοδοτών.
Ήδη από τότε εμφανίζεται σχεδόν ολοκληρωμένη η πολιτική περσόνα που θα κυριαρχούσε δεκαετίες αργότερα. Ο «αντισυστημικός» Τραμπ, παρότι γεννημένος μέσα στον πλούτο και στενά συνδεδεμένος με την οικονομική ελίτ. Ο εκφραστής της «κοινής λογικής», παρότι η δημόσια εικόνα του ήταν συνώνυμη της υπερβολής. Ο αυτόκλητος υπερασπιστής του «απειλούμενου Αμερικανικού Ονείρου»:
“Βασική μου αρχή είναι να καταργήσω οτιδήποτε μπορεί να απειλήσει το Αμερικανικό Όνειρο. Θα δώσω άλλη διάσταση στον Λευκό Οίκο”.
Η πρώτη πολιτική απόπειρα του Τραμπ δεν οδήγησε στον Λευκό Οίκο. Το 2000 εγκατέλειψε τελικά τα σχέδια για υποψηφιότητα με το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα. Η ιδέα, βέβαια, είχε ήδη δοκιμαστεί. Το κοινό είχε ήδη αρχίσει να συνδέει την εικόνα του επιχειρηματία – σόουμαν ως πιθανού ηγέτη.
«Απολύεσαι!»
Λίγα χρόνια αργότερα, η τηλεόραση θα του έδινε την ευκαιρία να ξανασυστήσει τον εαυτό του στο αμερικανικό κοινό. Παρά τα τεράστια χρέη και τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης ο Τραμπ κατάφερε και πάλι να παρουσιαστεί σε εκατομμύρια θεατές ως ο απόλυτα επιτυχημένος, αυστηρός, αποφασιστικός επιχειρηματίας, ανεξάρτητα από το πόσο αυτή η εικόνα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Στις 9 Ιανουαρίου 2004, «ΤΟ ΒΗΜΑ» παρουσίαζε την έναρξη του νέου τηλεοπτικού παιχνιδιού με τον τίτλο:
«Ο μεγιστάνας Τραμπ προσλαμβάνει διευθυντή μέσω… τηλεπαιχνιδιού».
Το πρόγραμμα είχε τον τίτλο The Apprentice, «Ο Μαθητευόμενος» και δημιουργός του ήταν ο Μαρκ Μπάρνετ, γνωστός ήδη από το «Survivor»:
«Ο κ. Μπάρνετ κατάφερε να πιάσει τον σφυγμό του κ. Τραμπ προτείνοντάς του ένα παιχνίδι επιβίωσης όχι σε ερημονήσια και τροπικές ζούγκλες, αλλά στη “ζούγκλα” των σύγχρονων επιχειρήσεων της Νέας Υόρκης».
Δεκαέξι διαγωνιζόμενοι θα δοκιμάζονταν για δεκαπέντε εβδομάδες σε επιχειρηματικές «αποστολές», με τον νικητή να κερδίζει μια θέση στις επιχειρήσεις του Τραμπ και ετήσιο μισθό 250.000 δολαρίων. Οι λιγότερο αποτελεσματικοί θα καλούνταν μπροστά του για να ακούσουν την απόφαση που έγινε γρήγορα τηλεοπτικό σλόγκαν: «Απολύεσαι».
Το The Apprentice αποτέλεσε μια πολυετή διαφημιστική καμπάνια για τον Τραμπ. Κάθε επεισόδιο ενίσχυε την εικόνα ενός πανίσχυρου επιχειρηματία που αποφάσιζε ποιος αξίζει να παραμείνει και ποιος πρέπει να αποχωρήσει. Παρουσιαζόταν ως πλούσιος, ιδιοφυής και αρκετά αυταρχικός, ώστε η επιβολή του να εκλαμβάνεται ως ηγετικό προσόν. Ακριβώς ο ρόλος που, λίγα χρόνια αργότερα, θα διεκδικούσε και στην πολιτική.
Από το τηλεοπτικό πλατό στον Λευκό Οίκο
Το 2015 ανακοίνωσε επίσημα την υποψηφιότητά του για την προεδρία. Το 2016 εξελέγη. Η ήττα του το 2020 από τον Τζο Μπάιντεν τον οδήγησε στην διασπορά αβάσιμων ισχυρισμών περί εκλογικής νοθείας. Το 2024 εξελέγη ξανά.
Σήμερα, στα 80 του χρόνια, βρίσκεται για δεύτερη φορά στον Λευκό Οίκο.
Αν κάποτε το όνομα Τραμπ παρέπεμπε σε χρυσούς ουρανοξύστες, καζίνα και επίδειξη πλούτου, σήμερα έχει συνδεθεί με πολιτικές που στοχοποιούν μετανάστες, πρόσφυγες και μειονότητες, αποδυναμώνουν θεσμικές εγγυήσεις προστασίας και μετατρέπουν τους πιο ευάλωτους σε εύκολους εχθρούς για πολιτική κατανάλωση.
Το όνομα Τραμπ συνδέθηκε, επίσης, με δικαστικές υποθέσεις, κατηγορίες, καταδίκες και σκάνδαλα που θα είχαν τερματίσει την καριέρα σχεδόν οποιουδήποτε άλλου πολιτικού.
Το 2024, σώμα ενόρκων στη Νέα Υόρκη τον έκρινε ένοχο για 34 κακουργηματικές πράξεις παραποίησης επιχειρηματικών εγγράφων, στην υπόθεση της απόκρυψης πληρωμής προς τη Στόρμι Ντάνιελς και έγινε ο πρώτος πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών που καταδικάστηκε για ποινικά αδικήματα.
Παράλληλα, η επί χρόνια κοινωνική συναναστροφή του με τον Τζέφρι Έπστιν επανήλθε στο επίκεντρο μετά την αποκάλυψη των εγκλημάτων του χρηματιστή, ο οποίος είχε καταδικαστεί για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανήλικης και αργότερα κατηγορήθηκε για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων.
Τα δημοσιεύματα του αρχείου καταγράφουν την κατασκευή ενός μύθου που αρχικά έμοιαζε σχεδόν κωμικός. Η «κωμωδία», ωστόσο, εξελίχθηκε σε πραγματικό πολιτικό σενάριο. Τα στοιχεία που ο Τύπος παρουσίαζε τότε ως εκκεντρικότητες του επιχειρηματία εμφανίστηκαν αργότερα ως βασικά χαρακτηριστικά του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πλούτος ως απόδειξη αξίας, η υπερβολή ως μέθοδος, η δημοσιότητα ως αυτοσκοπός, η πολιτική ως προσωπικό σόου.
Ο Τραμπ «πούλησε φαντασίωση» και εκατομμύρια άνθρωποι την αγόρασαν.
Το τίμημα, βέβαια, το πληρώνουν καθημερινά όσοι βλέπουν τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη να χωρούν όλο και λιγότερο στη δική του εκδοχή του «Αμερικανικού Ονείρου».




