Η ιστορία δεν έχει αποδειχθεί επιεικής με τα νέα κόμματα που εμφανίζονται στο πολιτικό σκηνικό, καταγράφοντας αξιοσημείωτες αλλά εφήμερες επιδόσεις. Αν και κάθε πολιτική συγκυρία είναι μοναδική, οι προηγούμενες δεκαετίες έχουν διαμορφώσει έναν άτυπο κανόνα που δείχνει ότι η αρχική δημοσκοπική έξαρση σπάνια μεταφράζεται σε σταθερή εκλογική βάση. Αυτή η παράδοση, αν και δεν προεξοφλεί το μέλλον, σίγουρα δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2007–2009 είναι ίσως η πιο ενδεικτική αυτής της αναντιστοιχίας. Μετά τις εκλογές του 2007 και υπό την ηγεσία του Αλέκου Αλαβάνου, το κόμμα εκτοξεύθηκε στις δημοσκοπήσεις αγγίζοντας ποσοστά της τάξης του 15% με 18%, καθώς κεφαλαιοποίησε πολιτικά τη νεανική έκρηξη του Δεκεμβρίου του 2008. Ωστόσο, η κάλπη του Οκτωβρίου του 2009 προσγείωσε απότομα τις προσδοκίες στο 4,6%, αποδεικνύοντας ότι οι μετρήσεις είχαν αποτυπώσει μονάχα μια παροδική κοινωνική διάθεση και τίποτε παραπάνω.
Λίγο αργότερα, η ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη αποτέλεσε μια κλασική περίπτωση «δανεικής» δημοσκοπικής ανόδου. Το 2011 και στις αρχές του 2012, το κόμμα εμφανιζόταν στα χαρτιά ως ένας από τους ισχυρότερους παίκτες, αγγίζοντας το 12% με 14%. Η εκλογική πραγματικότητα του Μαΐου του 2012 περιόρισε τη δυναμική της στο μισό (6,1%), για να ακολουθήσει μια γρήγορη τροχιά φθοράς που οδήγησε το σχήμα στην πολιτική έρημο.
Με παρόμοιο τρόπο αναδύθηκε και Το Ποτάμι το 2014. Μετά το σχεδόν 7% των Ευρωεκλογών, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν το κόμμα του Σταύρου Θεοδωράκη να φλερτάρει με διψήφια ποσοστά ως ένας υποσχόμενος τρίτος πόλος. Η συνέχεια, όμως, ήταν πτωτική: 6% τον Ιανουάριο του 2015, 4,1% τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, και σταδιακή εξαφάνιση από τον εκλογικό χάρτη μέχρι το 2019.
Σε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου διδακτικό μοτίβο κινήθηκαν οι ΑΝΕΛ. Εδώ το «ξεφούσκωμα» δεν έγινε πριν την κάλπη, αλλά μετά την κυβερνητική τους θητεία. Από το 7,5% του 2012 και τις υψηλές δημοσκοπικές πτήσεις, το κόμμα οδηγήθηκε σε ολική καθίζηση, καταλήγοντας στο 1,4% το 2019.
Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι η βιασύνη στην εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων είναι κακός σύμβουλος. Δεν σημαίνει ότι ο ιστορικός κανόνας θα επιβεβαιωθεί οπωσδήποτε και αυτή τη φορά, αλλά τα προηγούμενα παθήματα επιβάλλουν προσοχή. Η πραγματική ανθεκτικότητα των νέων σχημάτων θα κριθεί σε βάθος χρόνου, και σίγουρα απαιτείται υπομονή μέχρι το πέρας του καλοκαιριού, όταν το δημοσκοπικό τοπίο θα έχει ξεκαθαρίσει και οι πραγματικές τάσεις της κοινωνίας θα έχουν αποκτήσει πιο στέρεα χαρακτηριστικά.





