Από την κρίση και μετά στην Ελλάδα, και σε όλη σχεδόν τη Δύση, η κλασική διαίρεση Αριστερά – Δεξιά έχει αδυνατίσει.
Επισκιάζεται διαρκώς από νέες διαχωριστικές γραμμές με άξονα το λαϊκισμό. Όπως συμβαίνει σήμερα με τη διάκριση Σύστημα- Αντισύστημα.
Στην Ελλάδα, τα δύο μπλοκ είναι υπαρκτά, ισχυρά και ισοδύναμα. Το 37.9% των ψηφοφόρων αυτοπροσδιορίζεται ως «συστημικό» και το 39.2% ως «αντισυστημικό» (GPO 01/2016).
Ωστόσο, ενώ οι πρώτοι εκφράζονται κυρίως από τη ΝΔ, οι δεύτεροι διαχέονται σε μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης – υφιστάμενα ή εκκολαπτόμενα.
Εξέλιξη που χρήζει ερμηνείας. Διότι οι αντισυστημικοί ψηφοφόροι του σήμερα, υπήρξαν εν πολλοίς οι αντιμνημονιακοί ψηφοφόροι του χθες. Τότε εκφράζονταν από το ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ενώ τώρα δεν υπάρχει αντίστοιχα ισχυρός αντισυστημικός πόλος.
Το ερώτημα είναι γιατί.
Κατ’αρχάς οι οικονομικές συνθήκες διαφέρουν. Όπως άλλωστε και τα συναισθήματα που παράγουν. Τα χρόνια της κρίσης σφραγίστηκαν από βαθιά ύφεση, υψηλή ανεργία και τη βαριά λιτότητα των μνημονίων – με συνέπεια οργή και αγανάκτηση. Σήμερα επικρατούν συνθήκες ανάπτυξης, υποχώρησης της ανεργίας και αύξησης εισοδημάτων. Ο πληθωρισμός βεβαίως παραμένει επίμονος μειώνοντας αισθητά την αγοραστική δύναμη, με συνέπεια θυμό και δυσαρέσκεια. Αλλά δεν πρόκειται για κρίση ανάλογου μεγέθους. Ούτε για συναισθηματική ένταση ανάλογης κλίμακας. Έτσι η διάθεση για κοινωνική διαμαρτυρία, αν και υπαρκτή, δεν μεταφράζεται σε συμπαγές ρεύμα.
Δεύτερον, απέναντι τότε στο Μνημόνιο αναπτύχθηκε το «Αντιμνημόνιο» με διακριτό ιδεολογικό πρόσημο. Το πρώτο συνδύαζε λιτότητα με φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ το δεύτερο συνδύαζε παροχές με ρκρατισμό. Έτσι, το Αντιμνημόνιο συγκροτήθηκε σε πολιτικό πρόγραμμα που, παρότι ανεδαφικό, συσπείρωνε ευρύ ακροατήριο.
Σήμερα αντιθέτως, στην πολιτική της κυβέρνησης για το κυρίαρχο, βάσει μετρήσεων, ζήτημα του πληθωρισμού, δεν υπάρχει σαφής και διακριτή απάντηση. Η επιλογή της για τόνωση της αγοραστικής δύναμης μέσω αύξησης μισθών και μείωσης φόρων, παρότι δεν αναχαιτίζει την ακρίβεια, δεν πυροδοτεί εναλλακτικές προτάσεις. Η αντισυστημική αντιπολίτευση μοιάζει να αδιαφορεί για το θέμα, προτιμώντας να εστιάζει σε σκάνδαλα – πραγματικά ή μη.
Τρίτον, στα χρόνια της κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το Αντιμνημόνιο «σημαία» στοχεύοντας ευθέως στην εξουσία – «κυβερνώσα» Αριστερά. Σήμερα δεν υπάρχει αντισυστημική δύναμη που να έχει σημαία το κορυφαίο θέμα του πληθωρισμού και να θέτει ανοικτά ως στόχο την εξουσία. Και όποιος αποφεύγει να ηγηθεί στο πρόβλημα που απασχολεί περισσότερο, δύσκολα συσπειρώνει.
Τέταρτον, τα πρόσωπα διαφέρουν. Τότε, ο αντιμνημονιακός Τσίπρας επέδειξε επικοινωνιακή ικανότητα και αξιοποίησε αποδοτικά τα social media – πριν απωλέσει αργότερα την αξιοπιστία του.
Σήμερα, παρά την έντονη ψηφιακή παρουσία αρκετών αντισυστημικών αρχηγών, απουσιάζει η επικοινωνιακή επάρκεια που θα καθιστούσε κάποιον ισχυρό αντίπαλο του Πρωθυπουργού.
Συνολικά, στο αντισυστημικό μπλοκ, η αδύναμη «προσφορά» συντηρεί εν πολλοίς μια κατακερματισμένη «ζήτηση».
Ο Πάνος Κολιαστασης είναι δρ του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ.






