Το Μακεδονικό ζήτημα είναι από αυτά που επιβεβαιώνουν ότι πολλές φορές η ιστορία βαραίνει πάνω στις επιλογές και τις σκέψεις των ανθρώπων.
Η αφετηρία του βρίσκεται στην κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Την εποχή εκείνη η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας η περιοχή της Μακεδονίας, που συνιστά μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε ελληνόφωνους, τουρκόφωνους, σλαβόφωνους και αλβανόφωνους πληθυσμούς, χριστιανούς και μουσουλμάνους, όπως και μεγάλο αριθμό Εβραίων, κατά κύριο σεφαραδιτών.
Η ιδιαίτερη συνθήκη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέτρεπε σε αυτούς τους πληθυσμούς, κατά βάση αγροτικούς, να διατηρούν γλωσσική και εθνοτική ταυτότητα, να αναφέρονται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και να ορίζονται με βάση το θρήσκευμα.
Την ίδια στιγμή, γύρω από την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας αναπτύσσονται τα μεγάλα εθνικά κινήματα των Βαλκανίων. Ελλάδα και Βουλγαρία θα διατυπώσουν συγκρουόμενες αξιώσεις και αφηγήσεις για την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.
Επίδικο αυτών των αξιώσεων και οι συμπαγείς σλαβόφωνοι πληθυσμοί. Ο βουλγαρικός εθνικισμός επένδυε στη γλωσσική συνάφεια και την κοινή σλαβική καταγωγή, ο ελληνικός εθνικισμός στην ορθοδοξία και το ομόδοξο.
Εάν η Ελλάδα έχει το στόχο της «Μεγάλης Ιδέας», η Βουλγαρία έχει το στόχο της «Μεγάλης Βουλγαρίας», με πρόσβαση στο Αιγαίο, όπως αυτός αποτυπώθηκε πρόσκαιρα στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που θα ορίσει τις Βουλγαρικές αξιώσεις μέχρι και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο «Μακεδονικός Αγώνας» σε μεγάλο βαθμό αφορούσε το πώς θα προσεταιρίζονταν αυτούς τους σλαβόφωνους πληθυσμούς οι δύο χώρες στον ανταγωνισμό τους. Αυτό αφορούσε και την εκκλησία και την εκπαίδευση. Ήταν η μάχη του παπά και του δασκάλου στα χωριά.



