Αρχές δεκαετίας του ’60. Στην αριστερή πλευρά της εισόδου του θεάτρου «Βρετάνια» στην Πανεπιστημίου, υπάρχει μία πόρτα. Οδηγεί σε ένα μπαρ, που αν θυμάμαι καλά ονομαζόταν Babis’ Bar. Μάλλον αυτό ήταν το όνομά του, μια και ανήκε στον (αργότερα διάσημο) Μπάμπη Μωρέ.
Αργά τα βράδια μαζευόταν εκεί μια παρέα. Προεξάρχων ο δημοσιογράφος (και αργότερα διευθυντής) του «Βήματος» Χάρης Μπουσμπουρέλης. Τακτικό μέλος ο επίσης δημοσιογράφος Οδυσσέας Ζούλας. Κατά καιρούς περνούσαν από εκεί διάφοροι του «σιναφιού», με κορυφαίο τον Λέοντα Καραπαναγιώτη.
Εγώ, άρτι επιστρέψας από τις σπουδές μου στη Γερμανία, περνούσα τους τελευταίους μήνες της θητείας μου στο Ναυτικό, κάνοντας (προς βιοπορισμόν) δουλειές του ποδαριού, όπως: μεταφράσεις βιβλίων, μαθήματα ξένων γλωσσών, συγγραφή σχολιασμού ταινιών μικρού μήκους, ραδιοφωνικές εκπομπές –κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.
Δεν θυμάμαι πώς βρέθηκα σε αυτή την παρέα, ούτε ποιος με είχε συστήσει. Γεγονός είναι ότι περνούσαμε καλά. Κάποια στιγμή ο Ζούλας μάς κάλεσε στο σπίτι του όπου γνωρίσαμε τη σύζυγό του Βαρβάρα, το γένος Δράκου, επίδοξη συγγραφέα που μόλις είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο. Κάπου υπάρχει ακόμα, με αφιέρωση, στα αχανή βάθη της βιβλιοθήκης μου.
Σε λίγο γνωρίσαμε και την κόρη του, βρέφος μόλις, αλλά με ισχυρές απόψεις. Οταν ήθελε κάτι, καλόν θα ήταν να το αποκτήσει…
Ενα καλοκαίρι ο Μπάμπης Μωρές μετακόμισε το μπαρ του στην Υδρα και το ονόμασε «Λαγουδέρα». Για δύο περίπου δεκαετίες ήταν διάσημο, συγκεντρώνοντας επιφανείς Ελληνες και ξένους. Η παρέα μετακόμισε και αυτή στην Υδρα, εμπλουτισμένη με πολλά βαριά ονόματα. Κάπου στα χαρτιά μου έχω μια φωτογραφία με τον αδικοχαμένο Τζο Ντασέν. Εκεί γνώρισα τον Λήοναρντ Κοέν, λογοτέχνη ακόμα. Ο Καραπαναγιώτης μού είχε συστήσει την πανέμορφη Νανά Ησαΐα, ποιήτρια και ζωγράφο, μαθήτρια του Τέτση. Είχε διατελέσει γραμματεύς του Κωνσταντίνου Καραμανλή (πράγμα που με έσωσε στη θητεία μου) αλλά αργότερα μόναζε στην Υδρα. Καλή ζωγράφος (έχω έναν πίνακα που μου χάρισε) αλλά ακόμα καλύτερη ποιήτρια. Πέθανε νέα, στα 60+ της.
Εγώ είχα τρυπώσει στη διαφήμιση –τη μόνη δουλειά που μπορούσε τότε να μου εγγυηθεί ένα πιάτο (καλό) φαΐ. Μέχρι που χόρτασα και το έριξα στο γράψιμο.
Ο Οδυσσέας Ζούλας έφυγε νωρίς, το 1992. Νομίζω πως δεν ξεπέρασε την απώλεια της γυναίκας και της κόρης του, που ερωτεύθηκαν (και οι δύο) τον Γιάννη Διακογιάννη.
Ολο αυτό το κομπολόι των αναμνήσεων ξεκίνησε αντίστροφα, από τον πρόωρο και γενναίο θάνατο της Ρίκας Βαγιάννη. Πιθανότατα της πιο γοητευτικής και ενδιαφέρουσας από τις γυναίκες που γνώρισα. Τα είχε μέσα του όλα αυτό το μωρό, που αντάμωσα πριν από 55 χρόνια. Την ομορφιά, το τσαγανό και το χιούμορ. Βρεθήκαμε δίπλα-δίπλα σε εκπομπές και στήλες και χάρηκα την οξυδέρκεια και την ελευθερία της.
Είναι περίεργο να βλέπεις τους νεότερους να φεύγουν –όταν μάλιστα έχουν τόσο πάθος για ζωή.
Πένθος, πολύ, τελευταία. Και ο Λορέντζος Μαβίλης:
Αν δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
Θέλουν, μα δεν βολεί να λησμονήσουν.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ