Η ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος αποτελεί σημείο καμπής για την πορεία της χώρας και συνιστά το πέρας μιας εννιαετούς περιόδου επώδυνων αναδιαρθρώσεων στην ελληνική οικονομία με σημαντικό αρνητικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Οι αναδιαρθρώσεις διενεργήθηκαν υπό το δεσμευτικό πλαίσιο που όριζαν οι συμβάσεις χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, οι οποίες όμως παρείχαν και χρηματοδότηση υπό ευνοϊκούς όρους. Σε δύο μήνες ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο που εκ των πραγμάτων μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στην ικανότητα χάραξης αλλά και εφαρμογής μιας συνεκτικής εθνικής οικονομικής πολιτικής, όχι πλέον μόνο με προσανατολισμό τη βιωσιμότητα, αλλά και τη μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα και την προοπτική της οικονομίας και της ελληνικής κοινωνίας.
Η χώρα καλείται να αποδείξει ότι βρίσκει τον βηματισμό της ως βιώσιμη ευρωπαϊκή οικονομία σε ένα διεθνές περιβάλλον με αυξημένες προκλήσεις. Κεφαλαιοποιώντας τα οφέλη από την ενισχυμένη δημοσιονομική αξιοπιστία, το επαρκές ταμειακό απόθεμα και μια επερχόμενη, περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξη, νέα δέσμη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, καλείται να δημιουργήσει πειστικές βάσεις μελλοντικής ανάπτυξης.
Οσο πιο πειστικό και πλήρες είναι το μήνυμα που θα εκπέμψει η οικονομία τους επόμενους μήνες τόσο ταχύτερη θα είναι και η ανάκαμψη της ελκυστικότητάς της και τόσο πιο γρήγορη θα είναι η διάχυση των ωφελειών στην πραγματική οικονομία.
Το ζητούμενο είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης με διευρυμένο, σε σχέση με σήμερα, ρόλο των εξαγωγών και επενδύσεων, αύξηση της απασχόλησης με ευρύτερη διασπορά των θέσεων σε κλάδους με υψηλότερες αμοιβές και μεγαλύτερη παραγωγικότητα και προσέλκυση κεφαλαίων σε τομείς πέραν των παραδοσιακών (τουρισμός, ακίνητα, υπο-κλάδοι μεταφορών), ώστε να ενισχύσουν το μακροχρόνιο παραγωγικό δυναμικό.
Ο ρόλος των τραπεζών θα είναι κομβικός σε αυτόν τον ποιοτικό μετασχηματισμό. Εχουν επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα και ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο για να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά τα κληροδοτήματα της κρίσης και να σφυρηλατήσουν μια νέα υγιή σχέση με τους βιώσιμους πελάτες. Παράλληλα θα μπορούν να αποδεσμεύουν και να αναδιανέμουν με αυξανόμενο ρυθμό χρηματοδοτικούς πόρους σε πιο αποτελεσματικές χρήσεις, επαυξάνοντας τη ρευστότητα που δημιουργείται στην πορεία ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας.
O κ. Νίκος Μαγγίνας είναι επικεφαλής της Διεύθυνσης Ανάλυσης Ελληνικής Οικονομίας της Εθνικής Τράπεζας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ