H υγεία μας είναι αναμφίβολα μια σοβαρή έγνοια για όλη μας τη ζωή και είναι επόμενο ό,τι καινούργιο την αφορά να μας προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολύ περισσότερο όταν η πληροφορία προέρχεται από την ανεξάντλητη δεξαμενή της βιοϊατρικής έρευνας που έχει παραγεμίσει ελπίδες αλλά και συζητήσεις τον τελευταίο καιρό.


Μια τέτοια συζήτηση αφορά λ.χ. το πεδίο της φαρμακογενετικής, η οποία μορφοποιήθηκε τη δεκαετία του ’50 και με την πρόσφατη χαρτογράφηση του γονιδιώματος του ανθρώπου, του συνόλου δηλαδή της γενετικής, εξελίχθηκε σε φαρμακογονιδιωματική. Και τούτο διότι ο μεταβολισμός των περισσότερων φαρμάκων επηρεάζεται συνήθως από πολλές πρωτεΐνες, προϊόντα αντίστοιχων γονιδίων που κληρονομούνται με τις παραλλαγές τους σε διάφορους συνδυασμούς οι οποίοι λέγονται απλότυποι και αντανακλούν διαφορετικούς τρόπους αντίδρασης κληρονομικότητας – φαρμάκου στην ίδια ασθένεια.


Τέτοιοι απλότυποι – συνδυασμοί μεταλλάξεων σχετικών γονιδίων προσεγγίζονται με την καταγραφή μοριακών ουκλεοτιδικών διαφορών στα άτομα, διαφορών δηλαδή σε μία από τις τέσσερις βάσεις – αδενίνη, θυμίνη, γουανίνη, κυτοσίνη – του DNA τους, που βρίσκονται μία στα 100-300 νουκλεοτίδια, εκατομμύρια δηλαδή στα τρία συνολικά δισεκατομμύρια νουκλεοτίδια του γονιδιώματός μας. H φαρμακογονιδιωματική συνδυάζει την παραδοσιακή φαρμακογενετική με τη φαρμακολογία, τη βιοχημεία και την προχωρημένη γνώση για τα γονίδια, τις πρωτεΐνες και τους μοριακούς πολυμορφισμούς.


H προσπάθεια των φαρμακευτικών εταιρειών έχει αρχίσει να εστιάζεται στη δημιουργία φαρμάκων βασισμένων στα πρωτεϊνικά – ενζυμικά και RNA μόρια που σχετίζονται με τα γονίδια τα οποία προκαλούν μια ασθένεια. H προσέγγιση αυτή στοχεύει σε εξειδικευμένες θεραπείες που θα μεγιστοποιούν το θεραπευτικό αποτέλεσμα, θα ελαχιστοποιούν τις παρενέργειες, θα ρυθμίζουν ευκολότερα την κατάλληλη δόση του φαρμάκου και θα μειώνουν το κόστος υγείας. Στο ίδιο πλαίσιο ερευνάται και η κατασκευή εμβολίων με βάση το γενετικό υλικό, το DNA ή το RNA, κατάσταση που επικαιροποιείται σήμερα στην προσπάθεια κατασκευής εμβολίου για τη γρίπη των πτηνών ή το AIDS και τους καρκίνους.


H φαρμακογονιδιωματική προσέγγιση έχει περιορισμένη ακόμη εφαρμογή. Μια προσπάθεια αφορά λ.χ. τη γενετική ποικιλότητα των γονιδίων που κωδικοποιούν τα ηπατικά ένζυμα της οικογένειας του κυτοχρώματος (Ρ450) που μεταβολίζουν πάνω από 30 διαφορετικές κλάσεις φαρμάκων. Σχετικές κλινικές έρευνες στοχεύουν σε φαρμακογονιδιωματικά τεστ για να βρουν τους πολυμορφισμούς των Ρ450 γονιδίων σε διάφορους ασθενείς προκειμένου να ελεγχθεί η σχετική δράση φαρμάκων ανάλογα με το γενετικό προφίλ του κάθε ασθενούς και να εφαρμοσθεί μια εξατομικευμένη θεραπεία.


Αλλο παράδειγμα αφορά τη μεθυλοτρανσφεράση της θειοπουρίνης στη χημειοθεραπεία της κοινής παιδικής λευχαιμίας. Το ένζυμο αυτό μεταβολίζει διάφορες θεραπευτικές ουσίες, τις θειοπουρίνες. Ωστόσο έχουν βρεθεί ανενεργές γενετικές ποικιλίες σε ένα ποσοστό Καυκάσιων, με αποτέλεσμα να γίνεται τοξική η θειοπουρίνη αφού δεν μεταβολίζεται και δεν αποβάλλεται από το σώμα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με τέτοιες γενετικές ποικιλίες.


H πολλά υποσχόμενη φαρμακογονιδιωματική ενέχει ωστόσο πολλούς περιορισμούς και βιοηθικούς προβληματισμούς. Π.χ. η αξιοποίηση του πεδίου αυτού προϋποθέτει τη γνώση της γονιδιωματικής σύστασης του ασθενούς που διακινδυνεύει την κατάχρηση προσωπικών γενετικών δεδομένων από εργοδοτικούς ή ασφαλιστικούς οργανισμούς. Ή ακόμη την αρνητική αξιοποίηση γενετικών πολυμορφισμών φαρμακευτικής σπουδαιότητας συσχετίζοντάς τους με διακρίσεις για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες ή εθνότητες.


Πέραν τούτου, μπορεί οι φαρμακευτικές εταιρείες να μη δείχνουν ενδιαφέρον για σπάνιες ασθένειες ή σπάνιες φαρμακογονιδιωματικές παραλλαγές. Επιπροσθέτως το κόστος εξατομικευμένων εν γένει φαρμάκων ίσως δεν θα είναι προσιτό για όλους – με τους φτωχούς πληθυσμούς να βρεθούν σε αποκλεισμό ή με τους σπάνιους ασθενείς να μην προκαλούν το οικονομικό ενδιαφέρον των εταιρειών που δεν θα υιοθετούν ανάλογα σχετικά «ορφανά φάρμακα».


Μπορεί βέβαια τέτοιοι βιοηθικοί προβληματισμοί να είναι επί του παρόντος υποθετικοί, αλλά οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν σήμερα διότι αύριο θα έχουν δρομολογηθεί ίσως ανεξέλεγκτες πρακτικές επηρεασμένες όχι τόσο από την αναπτυσσόμενη σχετική φαρμακογονιδιωματική τεχνολογία όσο από την υπό διαμόρφωση σχέση κόστους – οφέλους των εταιρειών. Γι’ αυτό πρέπει να παγιωθεί μια ηθική, νομική και κοινωνική ρύθμιση που θα προστατεύει την εχεμύθεια των γενετικών τεστ, τις διακρίσεις και την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία από τη νέα τεχνολογία η οποία στοχεύει να είναι ασφαλής, αποτελεσματική και ποιοτική. Στο πλαίσιο αυτό είναι αυτονόητη η δημιουργία μιας ανεξάρτητης και διαφανούς αρχής με ισχύ για να ελέγχει την κλινική αξία και χρησιμότητα των γενετικών εν γένει τεστ. Και όταν αυτά αποκαλύπτουν προδιάθεση για πιθανή μελλοντική ασθένεια, θα πρέπει να συνοδεύονται και με την ανάλογη γενετική συμβουλή.


Ποιος θα μπορούσε να ελέγχει την πρόσβαση στα φαρμακογονιδιωματικά τεστ; Ο ασθενής ή το Διαδίκτυο; Και ποιος θα είναι ο νέος ρόλος του γιατρού και του φαρμακοποιού με βάση αυτά τα γενετικά τεστ; Θα έχει επίσης ένας ασθενής τη δυνατότητα να παίρνει ένα φάρμακο όταν θα έχει αρνηθεί να κάνει το γενετικό τεστ; Θα παραμείνει δηλαδή η αυτονομία του; Το μέλλον της φαρμακογονιδιωματικής εξαρτάται βέβαια από τη δημόσια εμπιστοσύνη η οποία θα καλλιεργηθεί μέσα από την εχεμύθεια, τη μη εκμετάλλευση και την ποιότητα της τεχνολογίας αυτής, όπως και από την εκπαίδευση γιατρών και φαρμακοποιών που πρέπει να κατανοούν τους περιορισμούς των γενετικών τεστ και να δρουν ανάλογα προτού ο ένας συνταγογραφήσει ένα φάρμακο και ο άλλος το δώσει.


Εκτιμάται ότι τα φαρμακογονιδιωματικά τεστ μπορεί να χρησιμοποιούνται ευρέως έπειτα από μία δεκαετία, όπως η ανάλυση αίματος, λ.χ., σήμερα. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να έχουν αντιμετωπισθεί όλα τα σχετικά ηθικά προβλήματα, μερικά από τα οποία προβάλαμε. Αλλωστε τα βιοηθικά προβλήματα που σχετίζονται με τη γενετική είναι δύσκολα διότι εγείρουν κοινωνικά προβλήματα. Προτάσεις, λ.χ., της μορφής αποθήκευσης σε γονιδιωματικές τράπεζες και χρήσης της πληροφορίας αυτής για όλη τη ζωή κάθε ανθρώπου εγείρουν προβληματισμούς για το θέμα της εχεμύθειας αλλά και το κόστος υγείας. Οπως και η πρόσφατη πρόταση της βρετανικής κυβέρνησης να ελέγχονται γενετικά όλα τα νεογέννητα, κάτι που ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας αφού μπορεί να ανοίξει την κερκόπορτα εισβολής των ασφαλιστών και των εργοδοτών, καθώς τέτοια δεδομένα θα αξιοποιηθούν στις δικαστικές αίθουσες ενώ θα αυξήσουν το κόστος υγείας χωρίς ουσιαστικό όφελος. Οταν λοιπόν συναντώνται επιστημονικοί, κοινωνικοί, ιδιωτικοί και βιοηθικοί παράγοντες στο κέντρο ενός προβλήματος, όπως είναι η φαρμακογονιδιωματική τεχνολογία για τη βελτίωση της υγείας, οι αποφάσεις δεν είναι εύκολες, όπως συμβαίνει με την εφαρμογή κάθε νέας τεχνολογίας. Γι’ αυτό πρέπει να προηγείται μια προετοιμασία υποδοχής μιας καινοτομίας, γεγονός που συνεπάγεται ποιοτική προσέγγιση στη σχετική γνώση, ειδική ή γενική, ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για να αξιοποιείται ο ερευνητικός ιδρώτας, προβαλλόμενος στο ανθρωπιστικό επίπεδο, και όχι η κερδοσκοπική προσπάθεια.


Ο κ. Σταμάτης N. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών.