Πάνε δύο χρόνια από τότε που ο αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» κ. Θ. Παπαρήγας έγραφε σχεδόν προφητικά για τις τάσεις ενίσχυσης στην καπιταλιστική περιφέρεια «του εθνικού και εκκλησιαστικοθρησκευτικού ζυγού στο έπακρο, μέχρι να γίνει εντελώς ασφυκτικός, ταπεινωτικός και εξευτελιστικός». Προειδοποιώντας ότι «κανείς δεν πρέπει να έχει την αυταπάτη ότι το ΚΚΕ θα ενισχύσει εκδηλώσεις ιντεγκριστικού τύπου» (οργάνωση δηλαδή της κοινωνίας σε πλήρη ταύτιση με το ιδεολογικό-φιλοσοφικό περιεχόμενο της θρησκείας). Με αφορμή την αναταραχή που έχει ξεσπάσει εσχάτως στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας και ως συμβολή στη συζήτηση που πρέπει ομολογουμένως να γίνει γύρω από τις σχέσεις αυτές, ο ίδιος αρθρογράφος επανερχόταν προ εβδομάδος με νέο άρθρο του για να πει ότι «δεν μπορεί να υπάρχει ταξική κοινωνία που να μην είναι “θρησκευτική”» και ότι η ίδια (ταξική) κοινωνία «δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το θρησκευτικό της alter ego, χωρίς αυτό το “όπιο του λαού” που παρηγορεί και εξηγεί, που κατά περίπτωση ναρκώνει ή κινητοποιεί»…
Βεβαίως το θέμα γύρω από τη στάση του ΚΚΕ έναντι του «εκκλησιαστικού ζητήματος» δεν περιορίζεται στις απόψεις του αρθρογράφου του «Ριζοσπάστη», που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «καμία πρόοδος στον εκπαιδευτικό και πολιτιστικό τομέα δεν θα εξαφανίσει τη θρησκευτική συνείδηση όσο δεν αλλάζει η κοινωνία» (άλλωστε αυτό δεν έγινε ούτε επί «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως απεδείχθη, εκτός αν δεχθούμε ότι δεν ήταν σοσιαλισμός αλλά αυτό που περιγράφει ο κ. Κ. Κάππος στο βιβλίο του ως «σοβιετικό σχηματισμό», άποψη για την οποία ο συγγραφέας δέχθηκε προσφάτως σφοδρή κριτική από το ΚΚΕ). Ούτε περιορίζεται στις γενικότερες θεωρητικές επεξεργασίες που γίνονται στον Περισσό σχετικά με το διογκούμενο εκκλησιαστικό θέμα. Αποκτά ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον βαθμό που από αυτές τις θεωρητικές προσεγγίσεις καθορίζεται και η πολιτική πρακτική του κόμματος, η οποία έγινε αντικείμενο διαφόρων συζητήσεων εντός και εκτός κόμματος.
Αν και εξαρχής το ΚΚΕ μίλησε για «σικέ παιχνίδι» μεταξύ κυβέρνησης και Εκκλησίας γύρω από το θέμα των ταυτοτήτων και κατηγόρησε τον Πρωθυπουργό για «υποκρισία» λόγω Σένγκεν κτλ., τόσο η αρχική στάση της βουλευτού του κυρίας Λιάνας Κανέλλη στο θέμα του μουσουλμανικού τεμένους όσο και ο τρόπος που ο «Ριζοσπάστης» κάλυψε σε πρώτη φάση την «κόντρα» Εκκλησίας – κυβέρνησης (με το γνωστό πρωτοσέλιδο «Η κυβέρνηση συντηρεί την ένταση με την Εκκλησία») εμφάνιζαν μια ασάφεια σε επίπεδο χειρισμών που συνοδευόταν ωστόσο και από θεωρητικές προσεγγίσεις του τύπου από τη μια το ΚΚΕ να επιβεβαιώνει την πάγια (από το 1918) θέση του για διαχωρισμό εξουσιών Κράτους και Εκκλησίας και από την άλλη να υποστηρίζει ότι ναι μεν είναι «υπερώριμο το ζήτημα του διαχωρισμού, αλλά δεν λύνεται στην ταξική κοινωνία».
Ετσι χρειάστηκε να συνεδριάσει το Πολιτικό Γραφείο για να καταλήξει μετά από εξαντλητική συζήτηση στο ότι «η στάση του ΚΚΕ απέναντι στην ηγεσία της Εκκλησίας σήμερα δεν καθορίζεται από τις φιλοσοφικές διαφορές μας, που είναι αυτονόητες, αλλά από το γεγονός ότι η ηγεσία της Εκκλησίας προσπαθεί να μετατρέψει τη θρησκεία σε πολιτικό όπλο». Το ΚΚΕ θεωρεί πρωταίτια την κυβέρνηση και προσδίδει συμπληρωματικό χαρακτήρα στους χειρισμούς της διοίκησης της Εκκλησίας («ρίχνει λάδι στη φωτιά» λέει το ΠΓ).
Οι εξελίξεις πάντως δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστα κάποια στελέχη του κόμματος που εκφράζουν προβληματισμούς για τους χειρισμούς που έγιναν, ενώ η πρόσφατη ενέργεια της κυρίας Κανέλλη να ζητήσει εξηγήσεις από τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Απ. Κακλαμάνη για όσα καταλόγισε στη διοίκηση της Εκκλησίας με τις γνωστές σκληρές πολιτικές δηλώσεις του συντηρεί το θέμα συνεργασιών που έχουν θέσει επικριτικότατα οι κκ. Μ. Κωστόπουλος και Β. Γεωργίου (για τον πρώτο μάλιστα δεν αποκλείεται, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, να τεθεί στις οργανώσεις εν όψει και του προσυνεδριακού διαλόγου θέμα καταστατικών κυρώσεων).



![Ποια σχολεία θα είναι κλειστά λόγω του καιρού; [Λίστα]](https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2024/01/28/sxoleia-90x90.jpg)