Δεν θα συμφωνούσα με την άποψη που διατυπώνει ο Ντέηβιντ Κόννολλυ στο κείμενό του «Περί μετα-ποίησης» («Το Βήμα», 28-6-98), ότι στην Ελλάδα «ο διάλογος γύρω από τη μετάφραση παραμένει σε απελπιστικά χαμηλό επίπεδο». Μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία και δοκίμια, που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, καθιστούν την πρώτη λέξη του χαρακτηρισμού του άστοχη (θα έλεγα: ο διάλογος παρέχει ελπίδες), ενώ η δεύτερη είναι ασαφής: Χαμηλό επίπεδο σε σύγκριση με τι; Αν εννοεί συγκριτικά με την αγγλική ή τη γαλλική ή τη γερμανική μεταφρασεολογική παράδοση, δεν νομίζει ότι οι όροι σύγκρισης είναι άνισοι; Αν εννοεί σε σύγκριση με εκείνη τη σχολή από την οποία αντλεί τις απόψεις του, τότε ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι η θεωρία της (όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω) δεν είναι χωρίς προβλήματα, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό του.
Οι δύο επιφυλλίδες μου του «Βήματος» (11-1-98, 8-3-98), τις οποίες κρίνει ο Ντ.Κ. με το κείμενό του, θα μπορούσαν να υποδειχθούν ως δείγμα του απελπιστικά χαμηλού επιπέδου της ελληνικής μεταφρασεολογίας, αν ο Ντ.Κ. δεν είχε παρανοήσει βασικές μου θέσεις. Αναφέρω τα σημεία της παρανόησης, γιατί αυτό θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τις μεταφραστικές του ιδέες:
1. Ελεγα στις επιφυλλίδες μου ότι σε σύγκριση με τις μεταφράσεις της εποχής του έμμετρου στίχου οι ελληνικές μεταφράσεις νεοτερικών ποιημάτων είναι ποιοτικώς κατώτερες, επειδή υπάρχει σ’ αυτές μια «μείωση της ποιητικότητας», η οποία φαίνεται να απορρέει από την «ενθαρρυνόμενη, εξαιτίας της απουσίας του μέτρου, πιστότητα προς τα σημαινόμενα των λέξεων, δηλαδή προς το γράμμα του ποιήματος». Ο Ντ.Κ. την παρατήρησή μου αυτή την αποδίδει ως εξής:
«Εκείνο που περιγράφει ο Ν.Β. είναι μια μεταφραστική πρακτική που βασίζεται στην απόδοση αποκλειστικά [η υπογράμμιση δική μου] του σημασιολογικού επιπέδου του ποιήματος […] Εξαντλείται η πιστότητα μόνο στο δίλημμα μεταξύ γράμματος και πνεύματος;»
Εγώ περιγράφω μια πρακτική που κλίνει περισσότερο προς τη μετάφραση του σημασιολογικού επιπέδου και λιγότερο προς τη μετάφραση και της μορφής. Δεν γράφω (όπως θα έπρεπε, αν πίστευα ότι η πρακτική αυτή μεταφράζει αποκλειστικά και μόνο τα σημαινόμενα) ότι οι νεοτερικές μας μεταφράσεις δεν είναι ποιητικές· γράφω ότι «είναι, αναλογικά, λιγότερο ποιητικές σε σύγκριση με το πρωτότυπό τους, απ’ ό,τι οι μεταφράσεις της έμμετρης ποίησης».
2. Ακριβώς επειδή δεν πιστεύω ότι ο ελεύθερος στίχος είναι στίχος μειωμένης ποιητικότητας σε σύγκριση με τον έμμετρο, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζω, όπως με παρουσιάζει ο Ντ.Κ., ότι «ο ελεύθερος στίχος επιβάλλει ή ευθύνεται για κάποια συγκεκριμένη μεταφραστική πρακτική» (δηλαδή για τη μειωμένη ποιητικότητα). Αλλωστε δεν μιλάω για τις νεοτερικές μεταφράσεις γενικά, όπως εσφαλμένα πιστεύει ο Ντ.Κ., αλλά μόνο για τις ελληνικές νεοτερικές μεταφράσεις (γράφω: «δεν ξέρω αν το πρόβλημα είναι γενικότερο· αν υπάρχει και στις ξένες μεταφραστικές λογοτεχνίες» δηλαδή στις ξένες μπορεί να μην υπάρχει). Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι τη συγκεκριμένη μεταφραστική πρακτική την «επιβάλλει η νεοτερική μεταφραστική μας ιδεολογία»· δηλαδή το γεγονός ότι οι Ελληνες νεοτερικοί μεταφραστές, στη μεγάλη πλειονότητά τους, δεν έχουν αντιληφθεί ότι η απουσία του μέτρου δεν καθιστά τον ελεύθερο στίχο ευκολότερα μεταφράσιμο. Μάλιστα αναφέρω ορισμένους από εκείνους (τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο) που «πηγαίνουν κόντρα στη νεοτερική μεταφραστική μας ιδεολογία».
3. Η εσφαλμένη βεβαιότητα του Ντ.Κ. ότι στο [ψευδο]δίλημμα «αποκλειστικά γράμμα ή αποκλειστικά πνεύμα;» προτιμώ το δεύτερο, υπονομεύει την αναγνωστική προσοχή του τόσο, ώστε να διαβάζει ακριβώς τα αντίθετα από εκείνα που λέω. Γράφει:
«Η μετάφραση της ποιητικής μορφής αποτελεί ένα θέμα που δεν εξαντλείται μόνο στην άποψη ότι η μορφή ενός ποιήματος πρέπει να αποδοθεί στη μετάφραση με την ίδια μορφή. Το ότι, όπως παρατηρεί ο Ν.Β., τα παλαιότερα και ομοιοκατάληκτα ποιήματα μεταφράζονται συχνά σε ελεύθερο στίχο και ανομοιοκατάληκτα δεν είναι κατ’ ανάγκη καταδικαστέο. Ο ελληνικός 15σύλλαβος δεν έχει το ίδιο πραγματολογικό αποτέλεσμα για τον άγγλο αναγνώστη όπως έχει για τον Ελληνα λόγω της διαφορετικής λογοτεχνικής παράδοσης. Στην τελευταία περίπτωση, θα ψάχναμε ίσως για κάποια πολιτισμικά αντίστοιχη μορφή, όπως π.χ. το αγγλικό ιαμβικό πεντάμετρο».
Ακριβώς τα ίδια γράφω κι εγώ επιδοκιμάζοντας την πρακτική των μεταφραστών της εποχής της έμμετρης ποίησης: «Εκριναν απαραίτητο να μεταφράσουν και τη μορφή του ποιήματος σε μια μορφή της δικής τους παράδοσης, αντίστοιχη με τη μορφή του πρωτοτύπου». Ο Ντ.Κ. υπερπηδά, όταν διαβάζει την επιφυλλίδα μου, αυτό το χωρίο. Αλλά δεν έχει διαβάσει ούτε και το δοκίμιό μου «Η μετάφραση των έμμετρων μορφών στην εποχή του ελεύθερου στίχου», που αποτελεί τη θεωρητική ανάπτυξη αυτής της κεντρικής στις απόψεις μου για τη μετάφραση της ποίησης θέσης, παρότι στη βιβλιογραφία του βιβλίου του Μετα-ποίηση (1997) παραθέτει το βιβλίο μου Ποίηση και μετάφραση, στο οποίο περιέχεται το δοκίμιό μου.
«Σε μια μορφή της δικής τους παράδοσης αντίστοιχη με τη μορφή του πρωτοτύπου» δεν σημαίνει βέβαια ότι στίχος της εποχής της έμμετρης ποίησης μπορεί σήμερα να μεταγλωττίζεται σ’ έναν ελεύθερο στίχο όπως αυτός των νεοτερικών μας μεταφραστών. Επιπροσθέτως κι εδώ κυρίως βρίσκεται η προβληματικότητα του κειμένου του ο Ντ. Κ. υποστηρίζει δύο πράγματα ασύμφωνα μεταξύ τους, για την ακρίβεια αντιφατικά. Από τη μια παρατηρεί ότι η κρίση μου περί μειωμένης ποιητικότητας των νεοτερικών μας μεταφράσεων είναι αβάσιμη («Σε τι βασίζεται ο ισχυρισμός του Ν.Β.;»), επειδή «η αξιολογική αποτίμηση [των μεταφράσεων της ποίησης] είναι ένα θεωρητικά προβληματικό εγχείρημα», για τον λόγο ότι τα κριτήρια της «ποιητικότητας» και της «πιστότητας», στα οποία στηρίζω την κρίση μου, είναι «προβληματικά» και «σχετικά» (δηλαδή: δεν μπορούμε να κρίνουμε αν μια μετάφραση ενός ποιήματος είναι καλή ή καλύτερη από μιαν άλλη)· κι από την άλλη πιστεύει ότι είναι σε θέση να διακρίνει τις σωστές μεταφράσεις από εκείνες που «δεν ωφελούν» («τις βασισμένες σε ελευθερίες και αυθαιρεσίες» και τις «”αναπλάσεις”»), όπως και ότι μπορεί να ξεχωρίσει μια μετάφραση-ποίημα από μια μετάφραση-μη ποίημα (γράφει: «Αν [οι μεταφράσεις που επικρίνει ο Ν.Β.] δεν αποτελούν ποιήματα, τότε αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, προβληματικές μεταφράσεις».
Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ, και μάλιστα με παρόμοια φρασεολογία (γράφω: «Υπάρχει ένα πρόβλημα στις μεταφράσεις ποιημάτων στα ελληνικά τα τελευταία εξήντα χρόνια», και αυτό είναι η «μειωμένη ποιητικότητά τους»). Ο Ντ. Κ. μου αρνείται τη δυνατότητα να διατυπώσω αυτή την κρίση, ενώ την επιδαψιλεύει στον εαυτό του αμφισβητώντας την συγχρόνως.
Από πού προέρχεται αυτή η σύγχυση; Ασφαλώς από τα κείμενα από τα οποία ο Ντ.Κ. αρύεται τις μεταφρασεολογικές του ιδέες. Ο Ντ.Κ. είναι οπαδός της σχολής των «Μεταφραστικών Σπουδών»(«Translation Studies»: J. Holmes, Α. Lefevere, S. Bassnett κ.ά.), τις απόψεις της οποίας αναπαράγει. Οχι μόνο ο τίτλος του κειμένου του («Περί μετα-ποίησης») αλλά και ο τίτλος του βιβλίου του (Μετα-ποίηση) μεταφέρει πιστά χωρίς αυτό να δηλώνεται την έννοια του όρου μεταποίηση, όπως την έχει διατυπώσει ο J. Holmes (η μετάφραση ενός ποιήματος είναι ένα μεταποίημα, γιατί έχει τη διπλή ιδιότητα της μεταλογοτεχνίας δηλαδή της λογοτεχνίας που μιλά για τη λογοτεχνία και της πρωτογενούς λογοτεχνίας). Παρά τις διακηρύξεις τους για την ανάγκη καθορισμού ενός μεταφρασεολογικού πεδίου ιστορικού, περιγραφικού, χωρίς αξιολογικές αποτιμήσεις, οι ιθύνοντες των «Μεταφραστικών σπουδών» δεν κατόρθωσαν να απαλλαγούν από τις φορμαλιστικές και στρουκτουραλιστικές καταβολές τους, από την ιδέα της λειτουργίας του μεταφραστικού κειμένου ως οργανώτριας των δομών του. Ετσι αναγκάστηκαν να επαναφέρουν την αξιολόγηση, με αποτέλεσμα, ενώ παλαιότερα αποκήρυσσαν τη μελέτη των αντιστοιχιών και των ισοδυναμιών μεταξύ πρωτότυπου και μετάφρασης, τώρα ν’ αναζητούν αντιστοιχίες και ισοδυναμίες και μάλιστα με βάση το προσωπικό τους γούστο.
Τα στοιχεία αυτής της υπαναχώρησης, η οποία τελείται σ’ ένα ευρύ διάστημα χρόνου, αναπαράγει άκριτα, σε μία χρονική στιγμή, ο Ντ.Κ., με αποτέλεσμα την αντιφατικότητα. Η οποία βέβαια, μαζί με τα άλλα ασθενή στοιχεία του κειμένου του, δεν προωθεί τον μεταφραστικό διάλογο στη χώρα μας.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



