Γ. Βέλτσου: Ανυπόγραφο (Ποιήματα), εκδόσεις Πλέθρον, Νοέμβριος 1996, σελ. 88. «μουσικήν ποιείν…». Φαίδων 61, β
Προηγούμενο των σελίδων ποίησης στο πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Βέλτσου με τίτλο Ανυπόγραφο συναντούμε ένα ένθετο μικρό κείμενο σε πεζό λόγο, μα όχι γι’ αυτό μακριά από τους τόπους της ποίησης. Σκέφτομαι μήπως μ’ αυτό το κείμενο θέλησε ο Βέλτσος να συνηγορήσει υπέρ της ήκιστα αμφισβητούμενης αντίληψης ότι στιγμιαίοι οπτικοακουστικοί ερεθισμοί, σαν τύχει και βρούνε στην καλή τους ώρα τους συνειρμούς μας, παράγουν ποίηση. Είναι πολύ άνετη η άποψη για να είναι απαράδεκτη. Αν λοιπόν είναι έτσι, ας ληφθεί το ένθετο ως συνδρομή στην «αλήθειά» της.
Το πεζό αυτό αρχίζει με τη φράση: «Υποχρεώνεσαι τότε σε μια διάζευξη…». Ποιο «τότε»; Από πού μπήκε αυτό, που δεν είναι η ώρα του, που δεν έχει θέση, που μπήκε εξαρχής, ξεπιτούτου να ξαφνιάσει, σαν στοιχείο ύφους; Αυτό το «τότε», καθώς δεν έπεται κάποιας αδιατύπωτης ή εικαζόμενης σκέψης ή κάποιου περιστατικού, αλλά φαίνεται να έχει σχέση με τα επόμενα, είναι πρωθύστερο και ποντάρει στον αιφνιδιασμό, που είναι κι η πρώτη αιώρηση. Το «τότε», λικνιστική συνήθως κίνηση αλλά και βέλος a la recherche du temps perdu, συναπτόμενο με το νυν στο ακαρεί καταντά άχρονο, γίνεται παγίδα, σε υποχρεώνει σε διαζεύξεις ωθώντας σε σε βίαιες αξιολογήσεις που αποβλέπουν στο αναζητούμενο στίγμα σου· κι αποφασίζεις: η Ποίηση. Κι ο Γ. Βέλτσος αποφασίζει: η Ποίηση.
Είναι η περιπέτεια του Γιώργου Βέλτσου στις ποικίλες αρένες ωσμώσεων που, μέσω του κοινωνικού λόγου, φέρνουν ύλες από τον απόκρημνο στοχασμό στον επιλεκτικό σχολιασμό της φαινομενολογίας του γεγονότος και πάλι πίσω· που διόλου περιθωριακά ούτε παράπλευρα, μα ίσως λυτρωτικά, ενίονται με τη σύριγγα της ποίησης όταν σε βρίσκει ευάλωτο το τοπίο , αντιδραστήρια στη βία της εξουσίας του μετρήσιμου, που θέλει αμετουσίωτο το ορατόν. Τότε (τέτοιο όπως το ψηλαφήσαμε πιο πάνω), «επιμένεις ανάγλυφος πίσω από το τζάμι.
Μετράς αυτό που ξεθωριάζει, το άμετρο, το γραμμένο, σαν την μετρημένη σου σκιά». Το πώς μετράς είναι υπόθεση της ποίησης. Τότε «κληρονομείς». Και είσαι ο τετρωμένος όπως ο Αίας, εκτεθειμένος στο να ξέρεις (όπως αυτός ο προγραμμένος και ονοματισμένος απ’ τον λυγμό αιαί) εκτεθειμένος στο πεθαίνοντας να θεωρείς… «Αλλ’ άνα εξ… (ονείρων). Σήκω, πάμε να φύγουμε. Η επιπολαιότητα είναι ό,τι καλύτερο έχουμε», προτρέπει ο Βέλτσος εγκαταλείποντας το σωσίβιο.
Ισως η συστολική δήλωση του Jacques Derrida (προλογικό motto για όλο το βιβλίο): «Un poeme je ne le signe jamais» να ενέπνευσε στον Γ. Βέλτσο να δώσει τον τίτλο Ανυπόγραφο στο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο του, ένα χρόνο μετά το Χαίρετε (1995). Ή θα υιοθέτησε την προτροπή του Derrida, ποίημα να θεωρείται το κάποιο πάθος του ενικού στίγματος, όντας να είναι το ίδιο το ποίημα και η «υπογραφή του, που επαναλαμβάνει τη διασπορά της, πέραν κάθε φορά του λόγου, ανανθρώπινη…». Που ωστόσο μισό βήμα παραπέρα πάει να πει πως η Ποίηση δεν είναι ποτέ μέσα στο ποίημα παρά, όπως το πλοίο που σχίζει τα νερά αφήνοντας πίσω του αφρούς και σάλο, έτσι κι ελόγου της φεύγει αφήνοντας πίσω της το ποίημα· κι έτσι συμβαίνει πάντα.
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Ο καθηγητής Σενεγκέρ» υπάρχει η ακροτελεύτια δήλωση πως «αν έχω γούστο του λοιπού είναι για φόνο». Πέρα από το ότι αυτό το υψηλής αισθητικής στάθμης γούστο ανακαλεί μια παλιά παρόμοια σούπερ υπερρεαλιστική κίνηση (που συνίστατο στο να βγεις με ένα περίστροφο στο παράθυρο και να πυροβολείς το πλήθος, δίνοντας έτσι ευκαιρία στο αυθόρμητο και στο τυχαίο να τονίσουν την οντότητά τους) ως ενέργημα, δεν «επιτελείται» κι ας καταστάθηκε ρητό μιας και υπονομεύεται από το αν, ένα αν που να παγιδεύει τον ποινικό νόμο στο όνομα της αισθητικής. Το σύμπτωμα της βλασφημίας του κατά των μεταφυσικών, με το σύνθημα «κάτω το φιλοσοφικό milieu του εικοστού αιώνα», όντας αδιάπτωτα ζητούμενο εδώ και χρόνια, αναζωπυρώνεται με τη συνδρομή της υπενθύμισης πως «η γλώσσα είναι αδένας και όχι λογισμός». Ενας αδένας που ο Γ. Βέλτσος στο ποίημα «Ο βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας» άπτεται των ευαίσθητων κέντρων ερεθισμού της, παίζοντας στα πλήκτρα ολίγων ρηματικών τύπων.
Τα ποιήματα αυτά, σε δεκαπεντασύλλαβους, εντεκασύλλαβους, και όχι μόνο, στίχους, αναφέρονται στους: Ουράνη, Μαλαρμέ, Πόε, Καρυωτάκη, Καββαδία, Σαίξπηρ, Ελιοτ, Σεφέρη. Ακούμε συγχορδίες ενός ευσεβούς τολμητία να ψαύει τα κλαβιέ όπου συνέθεσαν μεγάλοι και να ποιεί μουσικήν.
Ο κ. Εκτωρ Κακναβάτος είναι ποιητής.



