Ο Ρουσσώ είναι ευρύτερα γνωστός από το βιβλίο του «Το κοινωνικό συμβόλαιο» (1762), στο οποίο αναπτύσσει την πολιτική φιλοσοφία του. Εγινε όμως δημοφιλής κυρίως για τα αυτοβιογραφικά γραπτά του που είναι οι «Ονειροπολήσεις» του και οι «Εξομολογήσεις» του. Αυτό το τελευταίο κρατάει στα χέρια του ο έλληνας αναγνώστης σε μια θαυμάσια μετάφραση που αποτελεί πραγματικό άθλο και οφείλεται στην Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου. Το εγχείρημα της ελληνικής μετάφρασης διεισδύει κάτω από την επιφάνεια των λέξεων και ανασύρει την αγωνία της γραφής. Μια αγωνία την οποία έζησε ο ίδιος ο Ρουσσώ στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους να αντιστοιχηθεί η γραφή του με την ίδια τη ζωή του.
Εχει επικρατήσει, και σωστά, να χαρακτηρίζεται το βιβλίο αυτό του Ρουσσώ αυτοβιογραφικό με τη φιλολογική έννοια του όρου: ένας συγγραφέας αναπαριστά διά της γραφής τη ζωή του. Πράγματι στα δώδεκα βιβλία που απαρτίζουν τις «Εξομολογήσεις» («Les Confessions») ο συγγραφέας Ρουσσώ αφηγείται κατά χρονική και βιωματική αλληλουχία την ίδια τη ζωή του. Στην περίπτωση όμως του Ρουσσώ η αυτοβιογραφική διάσταση του κειμένου δεν εξαντλείται σε αυτό. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Ρουσσώ γράφει την αυτοβιογραφία του περί το τέλος της ζωής του. Πέθανε στα 1778 και οι «Εξομολογήσεις» του γράφονται το διάστημα 1772 – 1778 και δημοσιεύονται σε δύο μέρη (το α’ μέρος το 1782 και το β’ μέρος το 1789)· καλύπτουν την πορεία της προσωπικής και πνευματικής του διαμόρφωσης από τη γέννησή του ως το 1765.
Οι «Εξομολογήσεις» προσφέρουν στον σύγχρονο αναγνώστη μια εξαιρετική εμπειρία ανάγνωσης. Είναι από εκείνα τα βιβλία που σίγουρα ο Rousseau θα τα διάβαζε μαζί με τον πατέρα του χωρίς να σταματήσει το διάβασμα αν δεν έφτανε στο τέλος τους. Για μια τέτοια αναγνωστική εμπειρία μιλάει ο Ρουσσώ στο πρώτο βιβλίο (σελ. 9 – 49 της ελληνικής έκδοσης). Μιλάει για μια εμπειρία αναγνώσεως η οποία βρίσκεται πιο κοντά στην αίσθηση παρά στη σκέψη. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «αισθάνθηκα πριν αρχίσω να σκέφτομαι». Αυτά όταν ακόμη ήταν παιδί. Αργότερα, το 1749, ανακαλύπτει ότι είναι φιλόσοφος και αποφαίνεται: «εκείνη τη στιγμή ήταν η καταστροφή μου». Η απόσταση από την παιδική ηλικία των αισθημάτων στον ενήλικο της σκέψης είναι μεγάλη. Πρόκειται για ρήγμα στην ψυχή του ανθρώπου. Δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πίσω ο Ρουσσώ στην αθωότητα· ούτε με τις «Εξομολογήσεις» του. Τώρα γράφει για όσα έζησε τότε από το παρατηρητήριο της σκέψης και του πνεύματος. Το τέχνασμα της γραφής δεν μπορεί να τον οδηγήσει πίσω στα χρόνια της αθωότητας.
Στις «Εξομολογήσεις» ο Ρουσσώ αφηγείται τα συναισθήματά του, τα όνειρά του, τις καθημερινές σχέσεις του με τους ανθρώπους, τα ταξίδια του· γράφει για τα βιβλία του και την υποδοχή τους, για τους έρωτές του, για τις ελπίδες του, τις αποτυχίες του και τις διώξεις που υπέστη, τα επαγγέλματα που έκανε. Γράφει για ό,τι αποτελεί περιεχόμενο της ζωής ενός ανθρώπου. Ολα αυτά όμως υπό το πρίσμα της «γραμματολογικής διαμάχης» ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή. Γιατί είναι σαφές ότι κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να ανασυστήσει τη ζωή, τη στιγμή της ζωής ως γραφή. Ο Derrida στο θαυμάσιο βιβλίο του «Περί Γραμματολογίας», το 1967 (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γνώση), στο κεφάλαιο για τον Ρουσσώ σημειώνει: «Η γραφή είναι επικίνδυνη άπαξ και η παράσταση θέλει να παρουσιασθεί ως παρουσία και το σημείο να πάρει τη θέση του ίδιου του πράγματος». Ποιος είναι επιτέλους ο στόχος του Ρουσσώ εφόσον ο ίδιος ως συγγραφέας έχει συλλάβει το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή. Για ποιον επιτέλους λόγο γράφει;
Αξίζει να προσεγγίσει κανείς τις «Εξομολογήσεις» από δύο σκοπιές: πρώτον, από τη σκοπιά της μεθοδολογίας της γραφής και, δεύτερον, από τη σκοπιά των διαμεσολαβήσεων ανάμεσα στη θεωρία και στη ζωή. Τη δεύτερη αυτή σκοπιά εξετάζει εμπεριστατωμένα στον επίλογο της ελληνικής έκδοσης ο καθηγητής Κοσμάς Ψυχοπαίδης, όταν επιχειρεί να συνδέσει την έννοια του «φυσικού ανθρώπου» με το αξιακό κανονιστικό υπόβαθρο της υπό διαμόρφωση αστικής κοινωνίας. Αν δεχθεί κανείς, πράγμα που κάνει ο Ρουσσώ, ότι υφίσταται ένα φυλογενετικό υπόστρωμα αδιαμεσολάβητης φυσικότητας στον άνθρωπο, το ερώτημα που τίθεται είναι: Ποια τύχη ακολουθεί αυτό το φυσικό δεδομένο στα πλαίσια των κοινωνικών συγκρούσεων και ανταγωνισμών της πολιτισμένης κοινωνίας; Ο συγκρουσιακός και εργαλειακός χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων αφήνει περιθώρια για την κοινωνική έκφραση της φυσικότητας του ανθρώπου ή μήπως τελικά ο φυσικός άνθρωπος θυσιάζεται στον βωμό της κοινωνικής συνοχής;
Τα ερωτήματα αυτά διατυπώνουν το πρόβλημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στη ζωή ως φύση και στη θεωρία ως πνεύμα. Οι «Εξομολογήσεις» επιχειρούν στο περίπλοκο αυτό πρόβλημα να δώσουν μιαν απάντηση, η οποία δεν είναι μονοσήμαντη. Αντιθέτως εντοπίζουν ως κεντρικό χαρακτηριστικό μιας ζωής που συγκροτείται ως θεωρία τη διαλεκτική της διάσταση, πράγμα που σημαίνει ότι στις «Εξομολογήσεις» τελικά δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με καθαρή φυσική ζωή του ανθρώπου Ρουσσώ ούτε με θεωρία του στοχαστή και φιλοσόφου Ρουσσώ. Το κείμενο αυτό είναι μια μεγαλοφυής κατασκευή όπου συνυπάρχουν η ζωή ως φύση και η θεωρία ως πνεύμα στα πλαίσια μιας «γραμματολογικής διαμάχης». Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυρισθεί κανείς ότι ο Ρουσσώ με το κείμενό του αυτό επέλεξε να «αυτοκτονήσει» λίγα χρόνια προτού επέλθει ο φυσικός του θάνατος.
Τον όρο «λογοτεχνική αυτοκτονία» χρησιμοποιεί ο Derrida (βλ. «Περί Γραμματολογίας») προκειμένου να τονίσει ότι η πράξη της γραφής προϋποθέτει ότι η στιγμή της ζωής απολιθώνεται και νεκρώνεται. Εξάλλου ο ίδιος ο Ρουσσώ ομολογεί ότι «άρχισα να ζω όταν πια αντιμετώπιζα τον εαυτό μου σαν νεκρό» (έκτο βιβλίο).
Την απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα δίνει ο ίδιος ο Ρουσσώ, όταν τονίζει: «Θα αγαπούσα την κοινωνία όσο και ο καθένας, αν δεν ήμουν βέβαιος ότι φαίνομαι όχι μόνον κατώτερος από ό,τι είμαι αλλά τελείως διαφορετικός. Η απόφαση που πήρα να γράψω και να κρυφτώ είναι εκείνη που μου ταίριαζε. Αν είμαι παρών, ποτέ δεν θα καταλάβουν τι αξίζω». Είναι σαφές λοιπόν ότι ο Ρουσσώ επιλέγει να κρυφτεί, για να αποκαλύψει μέσω της γραφής αυτό που δεν μπορεί να παρουσιασθεί στην πραγματολογική κατάσταση της φωνής. Με τους όρους του Derrida οι «Εξομολογήσεις» είναι ένα «συμπλήρωμα» (le supplement), το οποίο διαφυλάσσει τη γραφή ως την πραγματική ζωή. Αλλά η τελευταία δεν είναι παρά μια κατασκευή της γραφής. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια θυσία στην οποία υποβάλλει ο Ρουσσώ τον εαυτό του τόσο ως «φυσικό άνθρωπο» όσο και ως συγγραφέα, για να διασώσει την ίδια του τη ζωή.
Η «συμπληρωματική λογική» των «Εξομολογήσεων» είναι κατά την άποψη του Derrida επικίνδυνη, στον βαθμό που αντικαθιστά τη φωνή, την παρουσία με την αξία: «Στη θέση τού εγώ είμαι ή τού εγώ είμαι παρών, που θυσιάζεται, προτιμάται ένα αυτό που είμαι ή αυτό που αξίζω» (Derrida). Πάντως είτε δεχθούμε την εκδοχή του Derrida, σύμφωνα με την οποία οι «Εξομολογήσεις» είναι η «συμπληρωματική» νομιμοποίηση της ζωής, είτε την εκδοχή του Ψυχοπαίδη, σύμφωνα με την οποία η θεωρητική κατασκευή του Ρουσσώ για τις σχέσεις ζωής και νοήσεως δεν είναι παρά επαναδιατύπωση της νεωτερικής γνωσιοθεωρίας, η οποία «ανάγει το ζήτημα της βεβαιότητας για τον κόσμο στο ζήτημα της βεβαιότητας για τον εαυτό μου», ένα είναι βέβαιο, ότι ο συγγραφέας των «Εξομολογήσεων» σήκωσε στους ώμους του ως ένας νέος Ατλας ολόκληρο το σύμπαν. Για λογαριασμό του ανθρώπου ως είδους έγραψε το λαμπρό αυτό βιβλίο και υποστήριξε με πάθος ότι «δεν μοιάζει με κανέναν από όσους υπάρχουν». Και επέμενε «κι αν δεν είμαι καλύτερος, είμαι οπωσδήποτε αλλιώτικος». Οι «Εξομολογήσεις» είναι η ύψιστη έκφραση της ατομικότητας του ανθρώπου και ταυτόχρονα η αυτοβιογραφική όψη της συλλογικής νεωτερικότητας. Ο Ρουσσώ έπρεπε να ζήσει εξόριστος στην υπό διαμόρφωση νεωτερική Ευρώπη. Το τίμημα της εξορίας του ήταν να γίνει ένας «πολίτης χωρίς πατρίδα» και ταυτόχρονα να διασώσει τις μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές του βίου του στο μνημειώδες έργο των «Εξομολογήσεων». Η ζωή διακρίνεται από τη γραφή και είναι βέβαιο ότι οι «Εξομολογήσεις» του εγκαινίασαν έναν νέο τύπο διαμεσολάβησης ανάμεσα στην πρακτική ζωή και στη θεωρία. Οι «Εξομολογήσεις» αποτελούν το θεμέλιο της νεωτερικής γραφής και σκέψης.



