Τιμή στα 100 χρόνια του θεατρικού είδους που ονομάζεται «αθηναϊκή επιθεώρηση» αποτελεί το έργο «Βίρα τις Αγκυρες», αλλά ταυτόχρονα και το εγχείρημα του Εθνικού Θεάτρου. Ηθοποιοί, μουσικοί, τραγουδιστές: συντόνισαν το ταλέντο τους σε μια τρίωρη παράσταση που ήδη θεωρείται η επιτυχία της χρονιάς.
Οσο ανάγκη έχει το είδος τα καλά νούμερα, άλλο τόσο ανάγκη έχει και την καλή μουσική. Και για την καλή μουσική, εν προκειμένω, ευθύνεται ο Γιώργος Παπαδάκης, μουσικός διευθυντής, ενορχηστρωτής και ερευνητής αρχειακού υλικού, της παράστασης «Βίρα τις Αγκυρες».
Ο Γιώργος Παπαδάκης είχε συναντηθεί πρώτη φορά με τον Σταμάτη Φασουλή το 1970, όταν ο πρώτος έγραψε τη μουσική για το έργο του Πέτρου Μάρκαρη «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο» που το ανέβασε το Ελεύθερο Θέατρο στο «Καλουτά». Εκτοτε, τους είχε απασχολήσει πολύ σε συζητήσεις η επιθεώρηση. Ο Γιώργος Παπαδάκης θυμάται έντονα το πάθος με το οποίο άρχισαν να εργάζονται για τη συγκέντρωση υλικού ψάχνοντας στα τυφλά, σχεδόν, όπου και όπως ο ερευνητικός τους αυτοσχεδιασμός τους οδηγούσε.
«Εγώ είχα ήδη τότε μια μικρή ιστορία στην προσπάθεια συλλογής παλαιού μουσικού υλικού» λέει ο Γιώργος Παπαδάκης, «το οποίο φυσικά δεν αφορούσε μόνο την επιθεώρηση, αλλά οτιδήποτε μπορούσε να βρεθεί σχετικό με την ελληνική μουσική. Η εντατική προσπάθεια της ομάδας στα δύο σχεδόν χρόνια ως το 1973 που παρουσίασε στο Αλσος Παγκρατίου την επιθεώρηση “Και συ χτενίζεσαι” είχε μια πλούσια συγκομιδή, όσον αφορά τα ντοκουμέντα που είχαν συγκεντρωθεί». Παρά το γεγονός ότι στην ομάδα του θεάτρου ο Γιώργος Παπαδάκης συμμετείχε με την ιδιότητα του μουσικοσυνθέτη και όχι του ερευνητή και παρά τη σπουδή στη μουσική της επιθεώρησης, εν τούτοις έγραφε μουσική σε όλα τα άλλα έργα πλην των επιθεωρήσεων (εκτός μιας μόνο φοράς, το ’79, που έγραψε μουσική στο «Σιγά τον Πολυέλαιο»). «Η προσπάθειά μου όμως για τη συλλογή ντοκουμέντων που αφορούν την ελληνική μουσική γενικώς δεν σταμάτησε ποτέ, πλουτίζοντας διαρκώς ένα αρχείο (ηχογραφήσεων και μαρτυριών κυρίως) που από νωρίς σχετικά ήταν γνωστό σε όσους γνώριζαν κάπως τα πράγματα ή είχαν κάποιο ειδικό ενδιαφέρον».
Πού θα απευθυνόταν λοιπόν ο Φασουλής για την επιθεώρηση του Εθνικού; Στον παλιό του συνεργάτη, τον Παπαδάκη. Αρχισαν οι συναντήσεις, οι συνεννοήσεις. «Δεν επρόκειτο για κανενός είδους “ιστορία” της επιθεώρησης, με την έννοια της συρραφής σκηνών ή νούμερων, αλλά για ένα κανονικό έργο με υπόθεση, με αρχή μέση και τέλος, το οποίο διαπερνά τις περιόδους ανάπτυξης της “αθηναϊκής επιθεώρησης” και το μόνο “ντοκουμέντο” που υπάρχει σε αυτό είναι τα τραγούδια» εξηγεί ο Γιώργος Παπαδάκης. Από όλο το υπάρχον ρεπερτόριο έπρεπε να επιλεγούν τραγούδια που να είναι αφενός κατάλληλα για την κάθε σκηνή, αφετέρου αληθινά δημιουργήματα της επιθεώρησης της κάθε εποχής. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που είτε δεν υπήρχαν είτε δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν τραγούδια – ντοκουμέντα.
Στις περιπτώσεις αυτές γράφτηκαν καινούργια. «Για παράδειγμα για την εποχή του 1894 που μας έλειπαν δύο τραγούδια (το φινάλε του “Λίγο απ’ όλα” και ο “Σιδηρόδρομος”) τα έγραψα εγώ ακολουθώντας το στυλ της εποχής. Για την εποχή του ’50 ζητήσαμε από τον Γιώργο Μουζάκη, ο οποίος σφράγισε με τα τραγούδια του την επιθεώρηση εκείνης της περιόδου, να γράψει τη “Νέα ζωή” και τη “Ζαλούγκα”, αντίστοιχα για την περίοδο της δικτατορίας ο Γιώργος Κατσαρός έγραψε τον “Χίπικο Ρυθμό”, τη “Χαρούμενη βδομάδα” και μέρος του φινάλε. Ο Ζακ Ιακωβίδης έγραψε σήμερα ένα τραγούδι για την επιστροφή του Καραμανλή». Και μόνο ο όγκος του υλικού που έπρεπε να εξεταστεί προκάλεσε δέος. Δεν ήταν αυτή η μόνη δυσκολία. «Η δυσκολία ήταν τα τραγούδια, περισσότερα από 50, που ανήκουν σε μια χρονική περίοδο που εκτείνεται σχεδόν σε μια 100ετία. Είχαμε συνεπώς μπροστά μας ένα πλήθος από διαφορετικές ερμηνευτικές απαιτήσεις, στις οποίες έπρεπε να ανταποκριθούν η ορχήστρα και οι ερμηνευτές».
Ακολούθησαν αμέτρητες πρόβες στο πιάνο όπου δούλευαν ταυτόχρονα μουσικοί, ηθοποιοί, χορευτές. Ολα γίνονται πιο περίπλοκα, πιο δύσκολα, σε ένα μουσικό θέαμα που χρησιμοποιεί ζωντανή ορχήστρα και δεν καταφεύγει στην ασφάλεια, στην ευκολία και στην ψευτιά του blayback. «Η συνέπεια στα στυλ, η παρουσία ερμηνείας, είναι και η πραγματική εργασία για την οποία πρέπει να κριθούμε όπως και αν κριθούμε. Σε αυτό το δύσκολο εγχείρημα οφείλω να καταθέσω για την ιστορία την εμπνευσμένη και καταλυτική συμβολή του Σταμάτη Φασουλή, ο οποίος όχι μόνο διευκόλυνε τη δουλειά του μουσικού, αλλά κυριολεκτικά τη φώτισε».
Τα τραγούδια σε μια επιθεώρηση είναι πάντα πολλά. Στο «Βίρα τις Αγκυρες» είναι ακόμη πιο πολλά. Σύνολο 50. «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει» του Μουζάκη, «Ζεχρά» του Σιουγιούλ, «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα» του Γιαννίδη, «Στης νύχτας τη σιγαλιά» αγνώστου. Τραγούδια που έγιναν δημοφιλή από τις επιθεωρήσεις της εποχής. Και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, ευαισθητοποιούν ξανά τους θεατές λίγο πριν από το 2000.
* Η επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» παρουσιάζεται στο Θέατρο Κοτοπούλη.



