Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Όταν πριν από λίγα χρόνια ο Χρήστος Στέργιογλου βρέθηκε σε ένα τζαζ μπαρ στο Παγκράτι, δε φανταζόταν ότι οι αυτοσχεδιασμοί των μουσικών θα αντηχούσαν μέσα του τις κραυγές των διαχρονικά ξεριζωμένων της Ιστορίας.

Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι «Ιαχές», ένα συγκλονιστικό σκηνικό αμάλγαμα αρχαίου δράματος, τζαζ μουσικής και σύγχρονης ποίησης, που μετά την περυσινή του αποθέωση στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, ταξιδεύει τώρα στην Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας.

Ο πολύπειρος και πολυπράγμων ηθοποιός αναλαμβάνει για πέμπτη φορά ρόλο σκηνοθέτη  – και για πρώτη φορά διπλό ρόλο σκηνοθέτη-ερμηνευτή στην ίδια παράσταση – για να μιλήσει για την ταπείνωση, την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα.

Με αφετηρία τις δικές του ανεξίτηλες μνήμες από το ακριτικό Διδυμότειχο, όπου ως δεκάχρονο παιδί διάβαζε σε αγράμματους γονείς τα γράμματα που έστελναν τα παιδιά τους, τα οποία είχαν μεταναστεύσει στη Γερμανία, ο Στέργιογλου μιλάει για μια παράσταση που επισημαίνει με τον πιο εμφατικό τρόπο το αυτονόητο.

Ότι η τέχνη δεν υπάρχει για να χτίζει καριέρες ή να τρέφει «εγώ», αλλά για να μας θυμίζει ότι πριν, πάνω και πέρα απ’ όλα είμαστε άνθρωποι.

© Γιώργος Βελλής

Η παράσταση «Ιαχές», που ανεβάσατε πέρυσι στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μεταφέρεται τώρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Μπιενάλε Βενετίας. Πώς ήρθε η μετάκληση;

«Στείλαμε αίτηση στο φεστιβάλ μαζί με το βίντεο της παράστασης. Ήταν ιδέα του διευθυντή του φεστιβάλ, του Γουίλεμ Νταφό, να βλέπει και να αξιολογεί τις παραστάσεις μέσω βίντεο. Τελικά, μας δέχθηκαν και μας έδωσαν αυτή τη μεγάλη χαρά, αλλά και την ωραία αγωνία τού να ταξιδέψουμε εκεί για να παίξουμε στις 9 και 10 Ιουνίου.

Εγώ έχω την ευθύνη της σκηνοθεσίας, αλλά παίζω κιόλας, μαζί µε τον υπέροχο λυρικό τραγουδιστή Γεώργιο Ιατρού. Ξέρετε, όταν κάνεις μια ταινία, παίζεις, πας στην πρεμιέρα να τη δεις και είσαι κύριος. Στο θέατρο, όμως, έχει πολλή δουλειά μέχρι να γίνει η πρώτη παράσταση. Το ταξίδι στη Βενετία, πάντως, θα είναι υπέροχο».

Τι σημαίνει για μια παράσταση και για εσάς προσωπικά να βρεθείτε σε ένα τόσο σημαντικό διεθνές φεστιβάλ;

«Είναι τεράστια χαρά κατ’ αρχάς που βγαίνουμε να δείξουμε τη δουλειά μας έξω από την Ελλάδα. Παίρνεις μεγάλη ικανοποίηση όταν βλέπεις ότι άνθρωποι στο εξωτερικό που οργανώνουν τέτοια φεστιβάλ, εκτιμούν αυτό που κάνεις.

Αποδεικνύει ότι το ελληνικό θέατρο μπορεί και να ενδιαφέρει. Εχω, βέβαια, την αγωνία ότι η μουσική και ο λόγος μας είναι στα ελληνικά. Οι θεατές της παράστασης θα διαβάζουν τους υπέρτιτλους, αλλά ίσως αυτή η συνθήκη – να παίζεις σε κοινό που δε μιλάει τη γλώσσα σου – μας κάνει τελικά να της φερθούμε πιο αθώα, με μια άλλη ενέργεια. Σαν να έχουμε στο υποσυνείδητό μας ότι πρέπει να τα πούμε πιο καλά για να μας καταλάβουν».

© Γιώργος Βελλής

Οι «Ιαχές» είναι ένα αμάλγαμα μουσικής, αρχαίου δράματος και ποίησης. Πώς γεννήθηκε η ιδέα της σύνθεσης;

«Όλα ξεκίνησαν όταν μαζί με τον Ταξιάρχη Δεληγιάννη και τον Βασίλη Τσιουβάρα, οι οποίοι έκαναν την επιμέλεια και τη δραματουργία, πήγαμε να ακούσουμε ένα τζαζ τρίο σε ένα μπαρ στο Παγκράτι: τον Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη στα ντραμς, τον Δημήτρη Τσάκα στο σαξόφωνο και τον Γιώργο Γεωργιάδη στο κοντραμπάσο, οι οποίοι είναι και αυτοί που παίζουν ζωντανά μουσική στην παράσταση “Ιαχές” με την προσθήκη του Γιάννη Παπαδόπουλου στο πιάνο.

Όσο αυτοσχεδίαζαν αυτοί οι υπέροχοι μουσικοί, εμένα μου έρχονταν στα αφτιά κραυγές, ιαχές. Μου ήρθε στο μυαλό πώς θα μπορούσαμε να παντρέψουμε σε μια παράσταση αποσπάσματα από αρχαίες ελληνικές τραγωδίες που αφορούν στους σκλάβους με την τζαζ μουσική, η οποία είναι δημιούργημα των Αφροαμερικανών.

Εκείνο το βράδυ γεννήθηκε η ιδέα. Συζητώντας με τους μουσικούς αποφασίσαμε να μην περιοριστούμε. Συγκεντρώσαμε, με τη βοήθεια και της Ελένης Σπετσιώτη, κείμενα που μιλούν για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τους σκλάβους ανά τους αιώνες.

Βρέθηκαν γύρω στα 400 κείμενα. Ο Ταξιάρχης και ο Βασίλης έκαναν μια εξαιρετικά δύσκολη δουλειά για να δημιουργήσουν το λιμπρέτο. Συνέθεσαν αποσπάσματα από κείμενα του Αισχύλου (“Ικέτιδες”, “Ορέστεια”), του Ευριπίδη (“Εκάβη”), αλλά και ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, του Νικηφόρου Βρεττάκου, της Ουαρσάν Σάιρ, του Γιώργου Σαραντάρη, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Μπέρτολτ Μπρεχτ».

© Μαριλένα Αναστασιάδου

Κύριε Στέργιογλου, στρέψατε το βλέμμα στους πρόσφυγες, στους σκλάβους και στους μετανάστες. Στους ανθρώπους δηλαδή που κανείς δε θέλει να βλέπει.

«Ακριβώς. Σε αυτούς από τους οποίους αποστρέφουμε το βλέμμα. Αν όμως αλλάξουμε τον τρόπο που τους κοιτάζουμε και τους δώσουμε ένα χέρι ή ένα κομμάτι ψωμί, αμέσως η καχυποψία και ο φόβος θα μετατραπούν σε αγάπη.

Οι κυβερνήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτα. Οι μεγάλοι δημιουργούν τους πολέμους – η γενοκτονία στη Γάζα συνεχίζεται, ο πόλεμος στην Ουκρανία το ίδιο – και ρίχνουν το φταίξιμο στους πρόσφυγες, στους ανθρώπους που ξεσπιτώνονται, λέγοντας ότι έρχονται να μας φάνε το ψωμί.

Η παράσταση έγινε από την ανάγκη να ακουστούν αυτά τα πράγματα. Δεν έγινε ούτε για να κάνουμε καριέρα ούτε για να αποθεωθούμε και να πούμε: “Τι ωραίοι που είμαστε”. Έγινε από ανάγκη. Σαν να μας φώναζαν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες: “Πείτε κάτι για εμάς, κάντε κάτι για εμάς”».

Υπάρχει και κάποιο δικό σας, προσωπικό βίωμα που ενδεχομένως έχει να κάνει με την προσφυγιά και τη μετανάστευση;

«Μεγάλωσα στο Διδυμότειχο, δίπλα στα σύνορα, στην παραμεθόριο. Μεγάλωσα σε χρόνια μεγάλης φτώχειας, αλλά τα σπίτια μας τότε δεν είχαν κλειδαριές, μπαίναμε μέσα, καθόμασταν και τρώγαμε όλοι μαζί.

Θυμάμαι τη δεκαετία του ’50 και του ’60 τους ανθρώπους που έφευγαν μετανάστες στη Γερμανία. Είχα στο κεφάλι μου μια μελωδία που έλεγε: “Αϊντε παιδιά, να πάμε γεια, στο τρένο”. Ήταν ίσως ο αποχαιρετισμός όταν κουνούσαν τα μαντίλια οι μάνες στα παιδιά τους. Ο Αλέξανδρος (σ.σ.: Δράκος Κτιστάκης) πήρε αυτή τη μελωδία που είχα στην ψυχή μου και την έκανε leitmotif της παράστασης.

Εχω ζήσει την προσφυγιά από πρώτο χέρι. Ήμουν ένα δεκάχρονο παιδάκι, αλλά επειδή ήμουν “γραμματιζούμενος”, με φώναζαν οι γονείς στο καφενείο της γειτονιάς.

Διάβαζα στους αγράμματους ανθρώπους τα γράμματα που έστελναν τα παιδιά τους από τη Γερμανία και τους έγραφα τις απαντήσεις – καθόμουν και τους έλεγα: “Πιο αργά, γιατί δε γράφω γρήγορα”. Δε γίνεται να μην τα θυμάμαι αυτά τα πράγματα, πέρασαν στο DNA μου».

© Γιώργος Βελλής

Μιλήσατε προηγουμένως για τον συλλογικό τρόπο με τον οποίο δουλέψατε. Ζούμε σε μια εποχή με πολλά και μεγάλα «εγώ».

«Τίποτα δεν είχα φανταστεί ολοκληρωμένο από την αρχή. Εγώ απλώς φύτεψα τον μικρό σπόρο. Το ίδιο το έργο μάς έκανε να ταπεινωθούμε μπροστά σε ό,τι εμπόδιζε τη δημιουργία του.

Δουλέψαμε με απόλυτη εμπιστοσύνη, με τη βοήθεια της Ζωής Χατζηαντωνίου στην κίνηση, της Ιωάννας Τσάμη στα κοστούμια, του Νίκου Κόλλια στον ήχο και της Ελίζας Αλεξανδροπούλου στους φωτισμούς. Αν φύγουμε από τον εγωισμό μας και δούμε τον άλλον επί ίσοις όροις, γίνονται θαύματα.

Το “εγώ” είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της ανθρωπότητας. Πλέον βλέπω το δικό μου “εγώ” σαν εχθρό μου και τον φρενάρω. Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε άτρωτοι. Να μπούμε, για παράδειγμα, στη θέση της Εκάβης, που τη μία ημέρα ήταν βασίλισσα και την επομένη έγινε σκλάβα. Πού ξέρετε τι θα συμβεί αύριο σε εμάς;».

Αν μπορούσατε να απευθυνθείτε σε κάποιον που σήμερα εθελοτυφλεί μπροστά στο προσφυγικό, τι θα του λέγατε;

Θα του διάβαζα ένα απόσπασμα από το ποίημα “Home” (Σπίτι / Πατρίδα) της ποιήτριας Ουαρσάν Σάιρ (σ.σ.: γεννήθηκε στην Κένυα από σομαλούς γονείς) για να τον βάλω στη θέση των προσφύγων και των μεταναστών: “(…) Αφήνεις την πατρίδα μόνο όταν η πατρίδα δεν σε αφήνει να μείνεις. Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα, εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά.

Φωτιά κάτω απ’ τα πόδια σου, ζεστό αίμα στην κοιλιά σου. Δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στον λαιμό σου, και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο ανάμεσα στα δόντια σου και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων κλαίγοντας, καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

Πρέπει να καταλάβεις ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά. Κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια. Κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού τρώγοντας εφημερίδες, εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

Κανένας δε σέρνεται κάτω από φράχτες· κανένας δε θέλει να τον δέρνουν, να τον λυπούνται. Κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία όπου το σώμα σου πονούσε ή τη φυλακή, επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη από μια πόλη που φλέγεται. Και ένας δεσμοφύλακας το βράδυ είναι προτιμότερος από ένα φορτηγό γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου.

Κανένας δε θα το μπορούσε, κανένας δε θα το άντεχε, κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό για να ακούσει τα: “Γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι πρόσφυγες, βρωμομετανάστες, ζητιάνοι ασύλου που ρουφάτε τη χώρα μας. Αράπηδες με τα χέρια απλωμένα, μυρίζετε περίεργα, απολίτιστοι. Κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε να κάνετε και τη δική μας”.

Πώς δε δίνουμε σημασία στα λόγια, στα άγρια βλέμματα… Ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού· ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά από δεκατέσσερις άντρες ανάμεσα στα πόδια σου· ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να καταπιείς από τα χαλίκια, από τα κόκαλα, από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου…».

© Γιώργος Βελλής

Είναι πράγματι συγκλονιστικό και ταυτόχρονα δείχνει πόσο σκληροί μπορούμε να γίνουμε οι άνθρωποι. Εξακολουθείτε, παρ’ όλα αυτά, να κάνετε τέχνη που απευθύνεται στους ανθρώπους.

«Ναι, για να θυμίσω ότι είμαστε άνθρωποι. Ευτυχώς, έχω φθάσει πλέον σε ένα στάδιο στη ζωή μου που δεν μπορώ να βλέπω την αδικία μπροστά μου και να μην την καταγγέλλω. Πάντα έτσι ήμουν, απλώς παλαιότερα δεν είχα το θάρρος να το ξεστομίσω. Τώρα, μέσα από το έργο, το αρθρώνουμε και το φωνάζουμε όλοι μαζί.

Στο φινάλε ακούγεται το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου: “(…) θα σου έδινα την ψυχή μου να την πας ως την άκρη του κόσμου. (…) Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο. (…) Θα σου έδινα την ψυχή μου να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου. Να την κάνεις αγάπη”.

Ίσως δεν αλλάξουμε τον κόσμο. Αλλά εάν ακόμα κι ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπων που βλέπουν την παράσταση αρχίσει σιγά-σιγά να αλλάζει το βλέμμα του απέναντι στους συνανθρώπους μας, αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος. Εκεί βρίσκεται η ελπίδα».