Για τον Χρήστο Μποκόρο, όλες οι εκθέσεις του είναι μικρές βιογραφίες του. «Oλα είναι προσωπικό βίωμα» θα πει. Και στην περίπτωση εκείνης που μόλις άνοιξε, στο FOUGARO Artcenter στο Ναύπλιο, αυτό είναι εξαρχής εμφανές. Τα «Ημερολόγια» είναι μια επιλεκτική έκθεση κειμένων-διαδικτυακών ημερολογιακών καταγραφών της περιόδου 2012-2026, μαζί με 32 ζωγραφικά έργα και 44 φωτογραφίες έργων που είτε αποτέλεσαν το έναυσμα είτε αντανακλώνται μέσα στα κείμενα. Κι όμως, ο ίδιος δεν τη θεωρεί περισσότερο βιογραφική από άλλες. Το ίδιο βιογραφική θεωρεί την έκθεση για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που παρουσιάζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος («Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο ίσκιος του», σε επιμέλεια Κωνσταντίνου Παπαχρίστου, έως τις 31/8), μια συνομιλία με έναν συγγραφέα που πρωτογνώρισε στο ανθολόγιο νεοελληνικής λογοτεχνίας του δημοτικού.
Το ίδιο και την επικείμενη έκθεση στην Ερμούπολη της Σύρου, με τίτλο «Δυο κεράκια στο μεσοπέλαγος για τον Μάνο Ελευθερίου και τον Μιχάλη Μακρουλάκη. Φωτίζοντας τη θάλασσα της μνήμης» (από τις 18/7, στην Αίθουσα Τέχνης Γ. & Ε. Βάτη), η οποία είναι «αφιερωμένη σε δύο αγαπημένους φίλους», όπως θα πει. Αλλωστε, για τον Μποκόρο η βιογραφία δεν είναι η καταγραφή γεγονότων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το βίωμα εξακολουθεί να μεταμορφώνεται μέσα στον χρόνο.
Αν μη τι άλλο, η έκθεση στο Ναύπλιο επιτρέπει να διακρίνει κανείς πώς έχει μετακινηθεί ο ίδιος απέναντι στα ίδια βιώματα μέσα σε περισσότερο από μία δεκαετία δημόσιας γραφής. Τα eμερολόγια που δημοσίευε στο Facebook από το 2012 και μετά έχουν ήδη δώσει δύο εκδόσεις, εκείνες που συνόδευσαν τις εκθέσεις «Οψεις Αδήλων», στο Μουσείο Μπενάκη το 2016 (εκδ. Αγρα), και «1821, η γιορτή», στο Μουσείο Μπενάκη το 2021 (ΕΚΕΠ). Πρόσφατα τυπώθηκαν και τα eμερολόγια III και IV, τα οποία λειτουργούν ως ο ιδιότυπος κατάλογος της έκθεσης στο FOUGARO και αποτελούν πλέον ένα σύνολο τεσσάρων τόμων ημερολογίων που υπερβαίνουν τις 1.480 σελίδες.

«Ανέσπερα άνθη»
«Δεν απευθύνομαι σε φιλότεχνους»
«Τα περισσότερα κείμενα αναφέρονται σε παλαιότερες εποχές. Οπότε αυτό που διαπιστώνω σήμερα, διαβάζοντάς τα ξανά, είναι η διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζα το παρελθόν τότε και στον τρόπο με τον οποίο το αντιμετωπίζω τώρα. Δόξα τω Θεώ, είμαστε ακόμα εδώ και μπορούμε να αλλάζουμε, να μετανοούμε, να αποτυγχάνουμε, να προσπαθούμε ξανά και να αποτυγχάνουμε καλύτερα. Από το ’56 που γεννήθηκα μέχρι σήμερα, έχω διανύσει μια ευτυχισμένη πορεία από αποτυχία σε καλύτερη αποτυχία. Δεν πιστεύω ότι έχω κερδίσει το ζητούμενο. Δεν έχω κάνει το έργο που θα πω: “Α, εδώ είμαστε, τελειώσαμε”. Κάθε νομιζόμενη αποτυχία είναι μια επιτυχία, γιατί έτσι κερδίζεις τη δυνατότητα να δεις τι είναι επιτυχημένο και τι αποτυχημένο, δηλαδή έχεις πάντα λόγους να ζεις. Και αυτό είναι το νόημα της ζωής, να το επανανακαλύπτεις κάθε μέρα».
Στα «Ημερολόγια», την επιλογή του υλικού έχει κάνει η επιμελήτρια της έκθεσης Σύλβια Λιούλιου, η οποία είναι και υπεύθυνη Προγραμματισμού και Παραγωγής του ΚΠΙΣΝ. Ισως για πρώτη φορά σε μια τόσο αμιγώς προσωπική αφήγηση την «πυξίδα» την κρατά κάποιος άλλος. Ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτή τη μετατόπιση σχεδόν ως δοκιμασία του έργου του. «Αποδέχτηκα την ανάγνωσή της όπως είναι, με μεγάλη ικανοποίηση, και μου δημιουργήθηκε η εξής αλαζονική πεποίθηση: ότι η αλήθεια του βιώματος έχει υποσταθεί στα έργα και ακτινοβολεί, αγγίζοντας άλλους. Γι’ αυτό έρχονται άνθρωποι στις εκθέσεις. Οχι φιλότεχνοι, δεν απευθύνομαι σε φιλότεχνους, δεν ξέρω από αυτά. Σε καπνοχώραφα μεγάλωσα. Πήγα και στην Καλών Τεχνών και στα μουσεία, απλώς δεν γαλουχήθηκα μέσα από αυτές τις εμπειρίες. Μέσα από τη Σχολή Καλών Τεχνών είχα την ενημέρωση. Εκεί έλεγαν τότε να συνομιλήσουμε με το διεθνές λεξιλόγιο, να γίνουμε σαν τους άλλους. Κι εγώ από τότε έλεγα: Να μιλήσουμε με τις λέξεις τους, αλλά τι να τους πούμε; Εχουμε κάτι δικό μας; Γιατί αν πούμε το δικό μας, το πιο αυθεντικά λοκάλ, το πιο βαθιά εντόπιο, αμέσως αυτό αναδεικνύεται σε οικουμενικό. Είναι άλλα τα ουσιώδη βιώματα που σε οδηγούν προς τα εκεί».
Αυτό το «βαθιά εντόπιο» μοιάζει να βρίσκεται στον πυρήνα της ζωγραφικής του. Οχι ως λαογραφία, ούτε ως νοσταλγία ενός χαμένου κόσμου, αλλά ως αναζήτηση μιας κοινής εμπειρίας. Οταν η συζήτηση στρέφεται σε όσα αναγνωρίζουν οι άνθρωποι στα έργα του, εκείνος μιλάει για κάτι πολύ πιο βαθύ από μια αισθητική συγκίνηση: «Είναι ένα αγκαθάκι που σε τσιμπάει, σε αγκυλώνει, αλλά σου αρέσει: είναι γλυκό το τσίμπημα. “Αγκάθι η αγάπη και αγκυλώνει”, δεν λέει ο λαός; Eνα τέτοιο αγκαθάκι και εμένα με πονάει. Τι είναι η νοσταλγία, τι είναι η χαρμολύπη, τι είναι η χαρά να σκεφτόμαστε τα παιδικά μας χρόνια και να ξέρουμε ότι δεν θα τα έχουμε ποτέ ξανά».

«Επιτάφιο»
Ενας τόπος επιστροφής
Η παιδική ηλικία είναι άλλωστε ο μεγάλος τόπος επιστροφής του. Ο τόπος από τον οποίο ξεκινούν σχεδόν όλα και έχει τις γεωγραφικές συντεταγμένες του Αγρινίου: «Εζησα εκεί μέχρι τα 19 μου, αυτό είναι το εργαλείο που έχω για να δω τη ζωή. Ο τρόπος που έμαθα να αντιμετωπίζω τον κόσμο και τους ανθρώπους εκεί πρωτολειτούργησε, εκεί δοκιμάστηκε, εκεί πρωτοδημιουργήθηκε. Υστερα δοκιμάστηκε και σε πολλές άλλες συνθήκες, στη Νομική, στην Καλών Τεχνών, στον κόσμο όλο. Τα πρώτα υλικά είναι όμως που ρυθμίζουν τη ζωή μας, εξάλλου πιστεύω ότι τόπος μας είναι η παιδική μας ηλικία».
Από αυτόν τον τόπο, το Αγρίνιο και τα καπνοχώραφα, προέρχονται οι εικόνες και οι αισθήσεις που εξακολουθεί να κουβαλάει: «Τον τρόπο να αναγνωρίζω εικόνες, ανθρώπους και αρώματα. Μέσα από τις μυρωδιές αναγνωρίζουμε τον κόσμο. Τα καλοκαίρια δεν είχαμε διακοπές, στα καπνοχώραφα ήμασταν. Μέσα σε αυτό το καυτό χώμα του κάμπου, στη δροσιά, στη χλωρασιά και στη σκιά, μια σωτηρία. Δεν ξεχνιέται η ευγνωμοσύνη της δροσιάς στη φρυγμένη γη. Το ζήσα, το μύρισα, το πάτησα αυτό το χώμα, κάηκαν οι πατούσες μου, δροσίστηκα πάνω στα χορταράκια, μύρισα τα χαμομηλάκια, τα σκίνα. Αυτά όλα τα κουβαλάω».
Αυτή η επιμονή στο βίωμα, στη μνήμη και στην προσωπική εμπειρία οδηγεί αναπόφευκτα τη συζήτηση και σε ένα άλλο ερώτημα: μπορεί η τέχνη να μετακινήσει τον άνθρωπο, να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στον κόσμο και τους άλλους; «Ηθικά και ψυχικά μετατοπίζεται καθένας με τις δικές του ψυχικές και ηθικές υποδομές και δεξιότητες. Τα άλλα είναι οδοδείκτες, αν θες τους ακολουθείς, αν θες όχι. Ολος ο δυτικός πολιτισμός κατάγεται ουσιαστικά, ή επαναλαμβάνει ουσιαστικά την επιλογή του Ηρακλή, στον δρόμο της αρετής και της κακίας. Διάλεξε τον δρόμο της αρετής που δεν είναι ακριβώς δρόμος, ο άλλος δρόμος είναι λεωφόρος, το άλλο δεν είναι δρόμος, είναι κατσάβραχα. Μία από τις ρήσεις του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν που με είχε εντυπωσιάσει ήταν το “ηθική και αισθητική είναι ένα”, το άκρον άωτον της αισθητικής μας είναι η στάση μας στον κόσμο. Μέσα από όλα αυτά τα βιώματα διαμορφώνεις την ηθική σου στάση. Γι’ αυτό και όταν λέμε ότι τα έργα “εκτίθενται”, δεν νομίζω ότι συμβαίνει ακριβώς έτσι. Τα έργα παρίστανται απλώς, οι θεατές εκτίθενται ενώπιόν τους, φτάνοντας στην αμήχανη θέση να πουν: “Εγώ τι θέλω τώρα εδώ;”».

«Ύλης μνήμη μπλε λευκό κόκκινο»
Ο φόβος της επαφής με τη φύση
Αυτή η αμηχανία έχει να κάνει και με τη φύση των ίδιων των έργων. Ο Μποκόρος δεν αναζητά στη ζωγραφική του το επίκαιρο ή το στιγμιαίο, αλλά εκείνο που μπορεί να επιμείνει στον χρόνο και να εξακολουθεί να απευθύνεται στον θεατή πέρα από τις περιστάσεις της εποχής του: «Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να διαλέξω τι θα ζωγραφήσω, γιατί θέλω να μπορώ να ζωγραφίζω πράγματα που θα βγουν έξω από τον χρόνο, να μην είναι ακριβώς επίκαιρα. Η αιωνιότητα είναι ο στόχος, αυτό που θα μείνει. Ενα κεράκι όλοι το κοιτάζουν, κάτι σημαίνει για όλους».
Είναι ένα μικρό φως που επιστρέφει συχνά στο έργο και στη σκέψη του. Οχι ως σύμβολο αισιοδοξίας, αλλά ως κάτι που δεν νοείται χωρίς το αντίθετό του: «Η ζωή έχει και τα δύο. Και μόνο το φως ξέρει τι σκοτάδι έχει δει πριν φτάσει εκεί που έφτασε». Aυτή η σχέση δεν είναι πάντα η αναμενόμενη: «Βρίσκεσαι μπροστά σε μια φωτεινή οθόνη, αυτή επέλεξες. Δεν επέλεξες το σκοτάδι, να βγεις στο φύσημα του αέρα ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων. Φοβάσαι τη ζωή, τα νυχτοπούλια, τα έντομα, τα ζώα της νύχτας. Επέλεξες αντί για τον φόβο της επαφής με τη φύση, την ασφάλεια της φωτεινής οθόνης, του υπολογιστή, του κινητού, η οποία εξαρτάται πάντα από τον πάροχο της ενέργειας. Εξαρτάσαι πια όχι από την αγωνία της φύσης, αλλά από την άνεση της πρίζας. Και αυτή είναι μια επιλογή σου».
INFO
«Χρήστος Μποκόρος –
Τα Ηµερολόγια»:
FOUGARO Artcenter, Ναύπλιο, έως τις
31 Οκτωβρίου.



