Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Θα περίμενε κανείς ότι ένας λυρικός τραγουδιστής με τις περγαμηνές και το διεθνές στάτους του Jakub Josef Orlinski, ειδικά μετά το sold out ντεμπούτο του στον ναό της όπερας, δηλαδή στη Σκάλα του Μιλάνου, θα ήταν εξαντλημένος, αποκαμωμένος και αποφασισμένος να μείνει μόνος – ίσως για να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς πέτυχε ή για να απολαύσει τον «victory lap» του με τον εαυτό του.

Ομως ο Jakub Jοzef Orlinski δεν είναι ούτε κατά διάνοια εκείνο που ενδεχομένως έχει κανείς στον νου του ως στερεότυπο κόντρα τενόρου. Μιλάμε, άλλωστε, για τον καλλιτέχνη που καθήλωσε δισεκατομμύρια θεατές ερμηνεύοντας στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, όπου έβαλε – με χαρακτηριστική άνεση – την μπαρόκ όπερα στη mainstream ποπ κουλτούρα.

Στις 7 Ιουνίου, ο πολωνός κόντρα τενόρος πέτυχε ένα νέο ορόσημο στην καριέρα του: κατέκτησε τον «Ολυμπο» της κλασικής μουσικής με το πρώτο σόλο ρεσιτάλ κόντρα τενόρου στη μακρόχρονη ιστορία του εμβληματικού ιταλικού θεάτρου – και το πρώτο δικό του στο Teatro alla Scala. Και μάλιστα με το – παραδοσιακά και διαβόητα αυστηρό – κοινό του Μιλάνου να παραδίδεται στην αφοπλιστική του ενέργεια. Τόσο πολύ και με τέτοια ζέση ώστε ο Orlinski κλήθηκε να επιστρέψει επί σκηνής για πέντε – γενναιόδωρα – ανκόρ.

Στα παρασκήνια, λίγο αργότερα, η ατμόσφαιρα θύμιζε περισσότερο χαλαρή γιορτή μεταξύ φίλων, παρά αποστειρωμένη ιεροτελεστία ενός βιρτουόζου.

Κόβοντας την αναμνηστική τούρτα της βραδιάς, περιστοιχισμένος από την ομάδα του και τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας της Rolex – που συνοδοιπορούν σταθερά, ως αληθινοί μέντορες, στο καλλιτεχνικό του ταξίδι, όπως ακριβώς κάνουν με μοναδικό τρόπο και με άλλους αστέρες της όπερας –, ο πολωνός λυρικός τραγουδιστής ήταν εύχαρις, παρών στη στιγμή και απολαυστικά πνευματώδης.

Είναι μάλλον αδύνατον να πάρεις τον εαυτό σου υπερβολικά στα σοβαρά όταν συνηθίζεις να κάνεις κατακόρυφο λίγα λεπτά πριν βγεις στη σκηνή για να βρεις την ακουστική σου ισορροπία (και την υπερώα σου) ή όταν το βιογραφικό σου περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, breakdancing, skateboarding και θητεία σε αποθήκες streetwear ρούχων.

Στη συζήτηση που ακολούθησε την επομένη του ρεσιτάλ – μεταξύ εσπρέσο και μιλανέζικου ριζότο –, ο Jakub Jozef Orlinski αποδείχθηκε ένας λαλίστατος και κυρίως ευφυής συνομιλητής με εντυπωσιακό απόθεμα αυτογνωσίας.

Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο Rolex Day-Date του – τον σταθερό υποστηρικτή του ώστε να μη χάνει την αίσθηση του χρόνου στη διάρκεια των ασταμάτητων παγκόσμιων περιοδειών του –, ο 35χρονος κόντρα τενόρος, µε τους 327.000 followers στο Instagram, µας εξήγησε µέσα από τον λόγο και τη στάση του τη φιλοσοφία του: πως η τέχνη δε χρειάζεται να είναι απρόσιτη, περιχαρακωμένη και αποστειρωμένη για να είναι υψηλή.

Κύριε Orlinski, δεν έχουν περάσει ούτε 24 ώρες από το ρεσιτάλ σας στο Teatro alla Scala. Αλήθεια, πώς εισπράξατε τη θερμή, όπως είδαμε και ακούσαμε, αντίδραση του ιταλικού κοινού;

«Οφείλω να ομολογήσω ότι με είχαν προειδοποιήσει πως πρόκειται για ένα αρκετά απαιτητικό κοινό. Ισως όχι ακριβώς “δύσκολο”, αλλά σίγουρα αρκετά συντηρητικό. Συνεπώς, δεν περίμενα ακραίες εκδηλώσεις ενθουσιασμού. Αποδείχθηκε, όμως, πραγματικά εντυπωσιακό. Ακριβώς επειδή δεν έχω ποτέ προσδοκίες, όταν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, απλώς τα απολαμβάνω».

Αν δεν έχασα το μέτρημα, επιστρέψατε στη σκηνή πέντε φορές. Σωστά;

«Κάναμε πέντε ανκόρ, που για μια παράσταση σαν αυτή είναι πάρα πολλά, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα ομολογουμένως μεγάλο ρεσιτάλ. Στα χαρτιά μπορεί να μη φαίνεται, αλλά στην πραγματικότητα είναι. Μας αρέσει να δομούμε τα ρεσιτάλ μας με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Η ροή είναι εξαιρετικά σημαντική για εμένα και τον πιανίστα μου, τον Mihal Biel. Είναι κρίσιμο να χτίζεις αυτό το ταξίδι, ακόμα και αν αλλάζεις συνθέτες και εποχές, έτσι ώστε να λειτουργεί τελικά ως ένα αδιάσπαστο σύνολο. Με τον Mihal συνεργαζόμαστε ήδη 12 χρόνια, σχεδόν από το ξεκίνημά μου. Ο τρόπος με τον οποίο μπορώ να αποδώσω και να εκφράσω τον καλύτερό μου εαυτό οφείλεται σε αυτόν τον άνθρωπο.

Σχεδόν ποτέ ένας τραγουδιστής δεν είναι μόνος του στη σκηνή, οπότε πρέπει να ξέρεις πώς να συνυπάρχεις. Υπάρχει μια άρρητη γλώσσα και κάποιοι κώδικες, ώστε ο πιανίστας να ξέρει ακριβώς τι πρόκειται να κάνω, και το αντίστροφο.

Δουλεύουμε πάρα πολύ στα ταξίδια. Πρόσφατα, ήμασταν σε ένα φεστιβάλ στο Πούλι, κοντά στη Λοζάννη, και μέρος της συμφωνίας ήταν την επόμενη ημέρα της παράστασης να παραδώσουμε ένα master class για νέους, αλλά ως ντουέτο.

Τώρα ετοιμαζόμαστε για τη Νότια Αμερική με την ορχήστρα Il Pomo d’Oro. Είναι η δεύτερη φορά που πηγαίνω, και είμαι απίστευτα ενθουσιασμένος γιατί εκείνο το κοινό είναι κυριολεκτικά εκρηκτικό».

«Παλαιότερα ήμουν τρομερά εσωστρεφής και δε διέθετα τα φωνητικά εργαλεία για να εκφράσω αυτά που ήθελα. Εκείνο που με βοήθησε καθοριστικά ήταν το breakdancing»

Αρα απολαμβάνετε τις εξωστρεφείς αντιδράσεις;

«Τις λατρεύω. Αλλά ειδικά στη Νότια Αμερική είναι πέρα από κάθε φαντασία. Την τελευταία φορά που βρέθηκα εκεί, πριν από τρία χρόνια, δεν ήξερα πώς θα εξελιχθεί, ήταν μια εντελώς διαφορετική ήπειρος. Και ξαφνικά όλες οι συναυλίες έγιναν sold out: στο Σάο Πάολο, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στην Μπογκοτά, στο Teatro Colόn του Μπουένος Αϊρες.

Θυµάµαι να βγαίνω στη σκηνή στο Ρίο και να μην μπορώ να αρχίσω να τραγουδάω γιατί ούρλιαζαν και χειροκροτούσαν. Εκεί ένιωσα την πίεση “αν δεν τους αρέσει το τραγούδι μου έπειτα από όλον αυτόν τον ενθουσιασμό, τι θα γίνει;”».

Πότε συνειδητοποιήσατε ότι διαθέτετε αυτό το φωνητικό εύρος; Πότε ανακαλύψατε το χάρισμά σας;

«Ξέρετε, ήμουν ανέκαθεν ένα πολύ δραστήριο παιδί. Σκαρφάλωνα σε δέντρα, έκανα rollerblades και skateboard με κόλπα – ήμουν ημιεπαγγελματίας skater –, έκανα snowboard με backflips, έπαιζα τένις.

Οταν ήμουν 8 ετών, οι γονείς μου με έγραψαν σε μια χορωδία, κυρίως ως μια εξωσχολική δραστηριότητα. Εμεινα εκεί μέχρι τα 23 μου. Δεν υπήρξε καμία μεγάλη αποκάλυψη του τύπου “έχεις υπέροχη φωνή!”. Ηταν απλώς μια ευχάριστη ενασχόληση.

Αυτή η ερασιτεχνική εμπειρία, ωστόσο, μου εμφύσησε την αγάπη για τη μουσική και με δίδαξε κοινωνικές δεξιότητες. Ταξιδεύαμε για συναντήσεις και διαγωνισμούς χορωδιών στη Γερμανία, τη Σλοβακία, την Τσεχία. Εκεί γεννήθηκε και η έµπνευση για το πρώτο άλµπουµ µου, το “Anima Sacra”.

Θυµάµαι να μπαίνω, 10-11 ετών, στον τεράστιο καθεδρικό της Κολωνίας και να τραγουδάμε μαζί με χιλιάδες άλλα παιδιά ένα κομμάτι. Ο ήχος ταξίδευε παντού. Επειδή οι παππούδες μου είναι αρχιτέκτονες, είχα πάντα ανεπτυγμένη την αίσθηση του χώρου και της ακουστικής. Είχα μαγευτεί».

Ποιος ανακάλυψε ότι τελικά είστε κόντρα τενόρος;

«Οταν ήμουν έφηβος, δημιουργήσαμε ένα ανδρικό φωνητικό σύνολο εννέα ατόμων μέσα από τη χορωδία. Ξεκινήσαμε με μεσαιωνικούς ύμνους και περάσαμε στην Αναγέννηση. Επειδή με έναν φίλο μου ήμασταν οι μικρότεροι, μας επέλεξαν να τραγουδάμε τις ψηλές, countertenor παρτιτούρες.

Τότε δεν ήξερα καν τι είναι το φαλσέτο, ήμουν 16 ετών. Απλά τραγουδούσα όπως πριν από την εφηβεία. Κάποια στιγμή κάναμε ένα master class με τον πολωνό καθηγητή Τσέζαρι Σίφμαν. Με άκουσε και μου είπε: “Είσαι κόντρα τενόρος!”. Κι εγώ του απάντησα: “Τι σημαίνει αυτό; Με προσβάλλεις;”». (Γελάει)

Η ερμηνεία σας χαρακτηρίζεται από μεγάλο συναισθηματικό βάθος. Ποιο είναι το κλειδί για να το αποκαλύψετε αυτό πάνω στη σκηνή;

«Νομίζω ότι το πιο σημαντικό είναι να βρεις τον εαυτό σου. Παλαιότερα ήμουν τρομερά εσωστρεφής και δε διέθετα τα φωνητικά εργαλεία για να εκφράσω αυτά που ήθελα.

Εκείνο που με βοήθησε καθοριστικά ήταν το breakdancing. Στο breaking έχουμε το “cypher”, έναν κύκλο από κόσμο όπου καλείσαι να παλέψεις για τη θέση σου. Κανείς δεν πρόκειται να σε προσκαλέσει. Πρέπει να μπεις στον κύκλο και να διεκδικήσεις τα δικά σου 30 δευτερόλεπτα, αλλιώς απλώς δεν υπάρχεις.

Αυτή λοιπόν η διαδικασία με δίδαξε να διεκδικώ τον χώρο μου. Ετσι, όταν αργότερα ξεκίνησα να δίνω ακροάσεις – και πρέπει να σας πω ότι έχω κάνει εκατοντάδες – έμπαινα μέσα με τη νοοτροπία: “Αυτός ο χώρος είναι δικός μου. Δεν είμαι απλώς ένας από τους υπόλοιπους 100”. Και δε μιλώ για αλαζονεία. Αλλά για το να νιώθεις άνετα με αυτό που είσαι και αυτό που κάνεις».

«Αγαπώ αυτό που κάνω. Εχω μια διαρκή δίψα για εξερεύνηση – δεν θέλω καν να κοιμάμαι για να μη χάνω στιγμές, κάτι σαν FOMO. Επίσης, αν βάλω έναν στόχο, τον υλοποιώ. Απεχθάνομαι να μου λένε “δεν μπορείς”»

Αναφερθήκατε στο breakdancing. Αλήθεια, πώς συνδέονται οι σωματικές απαιτήσεις του χορού με αυτές του τραγουδιού; Δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι;

«Είναι δύο κόσμοι που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν ασύνδετοι, αλλά έχουν τόσα κοινά. Η σωματική επίγνωση είναι κρίσιμη.

Ως κόντρα τενόρος δεν κάνω πολλά στη σκηνή, αλλά ό,τι κάνω είναι απολύτως συνειδητό. Μερικές φορές βλέπεις ερμηνευτές παγιδευμένους στο ίδιο τους το σώμα. Στο τραγούδι δεν συμμετέχει μόνο το κεφάλι. Ολόκληρο το σώμα λειτουργεί ως αντηχείο. Οι μύες του θώρακα και των ποδιών αποτελούν το σύστημα στήριξης για την αναπνοή. Και η αναπνοή είναι το 60%-70% της επιτυχίας ενός τραγουδιστή.

Πριν τραγουδήσω, κάνω συγκεκριμένες ασκήσεις προθέρμανσης. Φυσικά, δεν κάνω headspins (σ.σ.: χορευτική κίνηση με το κεφάλι στο δάπεδο) πριν βγω στη σκηνή, γιατί σφίγγουν τους μυς του λαιμού, αλλά κάνω, για παράδειγμα, κατακόρυφο.

Η βαρύτητα με βοηθά να νιώσω τη μαλακή υπερώα μου στην υψηλότερη δυνατή θέση. Και πριν με ρωτήσετε, ναι, έκανα και χθες κατακόρυφο πριν από την εμφάνισή μου στη Σκάλα του Μιλάνου».

Ποιες ήταν οι σκέψεις σας χθες το βράδυ πριν βγείτε στη σκηνή;

«Ηταν αναντίρρητα μια ιστορική στιγμή: το πρώτο ρεσιτάλ στην ιστορία του θεάτρου για κόντρα τενόρο. Ηταν παράλληλα το φινάλε μιας τεράστιας περιοδείας 22 συναυλιών, ίσως μιας από τις μεγαλύτερες περιοδείες σόλο ρεσιτάλ στην ιστορία.

Φυσικά και υπήρχε άγχος. Γνώριζα καιρό ότι έρχεται αυτό το ντεμπούτο. Ωστόσο, όταν έχεις δουλέψει τόσο σκληρά, οφείλεις να εμπιστευθείς τον εαυτό σου.

Το πιο σημαντικό είναι να έχεις την υγεία σου. Ηταν συγκλονιστικό να βρίσκομαι σε αυτόν τον εμβληματικό χώρο με τον καλύτερό μου φίλο, τον Mihal – έχουμε κάνει πάνω από 110 ρεσιτάλ μαζί – και με την οικογένειά μου στο κοινό. Επιπλέον, η υποστήριξη της Rolex έκανε τη στιγμή ακόμα πιο ξεχωριστή».

Θεωρείτε ότι η Rolex είδε στο πρόσωπό σας και ένα δυνητικό πρότυπο για τη νεότερη γενιά;

«Νομίζω πως ναι. Ακριβώς επειδή έχω βιώσει την απόρριψη – δεν πέρασα στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας με την πρώτη, χρειάστηκαν τρεις ακροάσεις, και απορρίφθηκα από αρκετά στούντιο όπερας, διότι οι κόντρα τενόροι δεν ήταν τόσο αποδεκτοί τότε –, αντιλαμβάνομαι τη σημασία τού να ανοίγουν πόρτες.

Η γενιά που προηγήθηκε, με ερμηνευτές όπως ο Ντέιβιντ Ντάνιελς, που ήταν ο πρώτος κόντρα τενόρος στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, άνοιξε τον δρόμο για εμάς. Πλέον, τραγουδάμε σε κορυφαίες σκηνές: Βασιλική Οπερα του Λονδίνου, Carnegie Hall, Οπερα του Σαν Φρανσίσκο.

Ισως το χθεσινό ρεσιτάλ στη Σκάλα του Μιλάνου να δημιουργήσει προηγούμενο και για άλλους κόντρα τενόρους».

«Όταν πήγα στη Νέα Υόρκη ζούσα τον πρώτο χρόνο αποκλειστικά με μπανάνες και φιστικοβούτυρο, δεν είχα καθόλου χρήματα. Ομως, ακόμα και αυτή ήταν τελικά μια πολύτιμη εμπειρία»

Είστε πολύ ενεργός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάνετε χιούμορ, είστε πολύ προσηνής και άμεσος. Χθες στη σκηνή σάς είδαμε να επιχειρείτε ακόμα και μια φιγούρα breakdancing. Εγινε ποτέ αυτή η εξωστρέφεια εμπόδιο για εσάς στον μάλλον συντηρητικό κόσμο της όπερας;

«Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής: δεν με απασχολεί καθόλου. Η πορεία μου ήταν πάντα γεμάτη προκλήσεις. Απορρίφθηκα πολλές φορές από τη Σχολή Juilliard πριν τελικά τα καταφέρω. Απορρίφθηκα από τον Ουίλιαμ Κρίστι και την ορχήστρα Les Arts Florissants – έστειλα τρεις φορές ηχογραφήσεις και δε με κάλεσαν ποτέ σε ζωντανή ακρόαση.

Χρόνια αργότερα, όταν ήμουν πλέον στην Juilliard και ταξιδέψαμε στη Γαλλία για το “Stabat Mater”, ο Κρίστι ήταν παρών. Με άκουσε και μου είπε: “Γιάκουμπ, γιατί δεν ήρθες ποτέ σε οντισιόν;”. Του απάντησα: “Προσπάθησα τρεις φορές, απλώς δεν με ακούσατε ποτέ”.

Δεν τρέφω καμία πικρία, όμως. Ούτε τότε θεωρούσα ότι ήμουν σπουδαίος, ούτε σήμερα. Ως τραγουδιστής της όπερας, θεωρώ τον εαυτό μου ακόμα νέο, παρότι φωνητικά, ως κόντρα τενόρος, οδεύω προς τα χρόνια του… παππού. Μέχρι τα 50, βέβαια, μπορεί να τραγουδά κανείς σε πολύ υψηλό επίπεδο».

Αλήθεια, ποιοι ερμηνευτές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για εσάς;

«Πάρα πολλοί. Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ. Οταν φοιτούσα στη Σχολή Juilliard, καθόμουν στο Central Park και παρατηρούσα τους περαστικούς. Ταυτόχρονα άκουγα ασταμάτητα ερμηνευτές όπως η Μονσεράτ Καμπαγιέ, η Μέριλιν Χορν, η Εβα Πόντλες – την οποία μελετούσα επειδή, ως κοντράλτο, διέθετε αυτό το “βάρος” στη φωνή που αναζητούσα κι εγώ –, η Μαρία Κάλλας, ο Αντρέας Σολ.

Είχα, μάλιστα, μια ιδιαίτερη εμμονή με τον Φιλίπ Ζαρουσκί. Σε μια ηχογράφησή του, είχε αποδώσει μια ατελείωτη φράση με μία μόνο αναπνοή. Πέρασα εκατοντάδες ώρες μελέτης προσπαθώντας να το καταφέρω. Οταν τον γνώρισα από κοντά στη Νέα Υόρκη, τον ρώτησα πώς το πέτυχε. Και μου απάντησε: “Σε παρακαλώ… Είναι ηχογράφηση. Πήρα τρεις διαφορετικές αναπνοές και έγινε μοντάζ”.

Απογοητεύτηκα πλήρως. Αυτό, όμως, έγινε κανόνας για εμένα: δεν ηχογραφώ ποτέ στο στούντιο καμία φράση που δεν μπορώ να βγάλω με μία αναπνοή στις πρόβες μου».

«Στα 16 μου έκανα ένα master class με τον πολωνό καθηγητή Τσέζαρι Σίφμαν. Με άκουσε και μου είπε: “Είσαι κόντρα τενόρος!”. Κι εγώ του απάντησα: “Τι σημαίνει αυτό; Με προσβάλλεις;”»

Πότε νιώσατε ότι η καριέρα σας άρχισε να αλλάζει επίπεδο;

«Ηταν μια σταδιακή διαδικασία. Το viral βίντεο από την Εξ-αν-Προβάνς το 2017 (σ.σ.: αναφέρεται στη μαγνητοσκοπημένη ερµηνεία του στην άρια “Vedr  con mio diletto” από την όπερα “Il Giustino” του Βιβάλντι) έδωσε τεράστια ώθηση, αλλά είχα ήδη κλεισμένες κάποιες εμφανίσεις.

Ενα μεγάλο ορόσημο ήταν η νίκη στον διαγωνισμό της Metropolitan Opera. Παλαιότερα συμμετείχα σε διαγωνισμούς και δεν κέρδιζα ποτέ. Ρώτησα κάποτε τη φίλη μου Ναντίν Σιέρα πώς καταφέρνει να διακρίνεται παντού. Μου αποκάλυψε: “Εδώ και 20 χρόνια τραγουδάω αποκλειστικά πέντε συγκεκριμένες άριες. Μπορώ να τις αποδώσω ακόμα και αν είμαι άρρωστη, ακόμα και στις 5 το πρωί”.

Εγώ, από φιλοδοξία, προσπαθούσα να παρουσιάζω νέο ρεπερτόριο κάθε φορά. Μόλις εφάρμοσα τον κανόνα των πέντε αριών, κέρδισα τον διαγωνισμό της Metropolitan».

Ποιο είναι το πιο απαιτητικό κομμάτι που έχετε κληθεί να ερμηνεύσετε;

«Υπάρχουν πολλά κομμάτια που φαντάζουν απλά στην παρτιτούρα, αλλά είναι τρομακτικά δύσκολα, όπως το “Verdi Prati” που τραγούδησα χθες ως ανκόρ. Eνα από τα αγαπημένα μου και ίσως το πιο απαιτητικό τεχνικά είναι το “The Cold Song” του Χένρι Πέρσελ.

Εχω μια βαθιά σύνδεση με αυτό το έργο. Υπάρχουν λεπτομέρειες σε αυτό που είναι αδύνατον να εκτελεστούν με ορχήστρα, αλλά επιτυγχάνονται με τον Μίχαλ, μέσα από τον δικό μας κώδικα συνεργασίας».

Κύριε Orlinski, είμαστε σήμερα εδώ, σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, έπειτα από το ρεσιτάλ σας στη Σκάλα του Μιλάνου. Δεν θα μπορούσε εύκολα να υποθέσει κανείς ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπίζατε πρακτικές – και οικονομικές – δυσκολίες.

«Ξέρετε, όταν πήγα στη Νέα Υόρκη ζούσα τον πρώτο χρόνο αποκλειστικά με μπανάνες και φιστικοβούτυρο, δεν είχα καθόλου χρήματα.

Τα χρόνια που δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να υποστηρίξω τις σπουδές μου, εργάστηκα σε μια εταιρεία streetwear. Υπήρξα μοντέλο της, δούλεψα στην αποθήκη κάνοντας καταμέτρηση και διαχειρίστηκα το e-shop. Ομως, ακόμα και αυτή ήταν τελικά μια πολύτιμη εμπειρία.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ότι ακριβώς λόγω αυτής της επαφής με το streetwear, άρχισαν αργότερα να μου ζητούν συνεντεύξεις κορυφαία περιοδικά, όπως η “Vogue”, το “GQ” και το “Esquire”. Απολαμβάνω πολύ τις φωτογραφίσεις και τις συνεργασίες.

Αποφεύγω όμως πολύ συνειδητά να διαφημίζω οτιδήποτε χωρίς κριτήριο, να γίνω αυτό που στην Πολωνία ονομάζουμε “χριστουγεννιάτικο δέντρο”. Αναζητώ συνεργασίες με ουσία και προοπτική».

«Οταν στη Βαρσοβία μού έλεγαν πως αν συνεχίσω το breakdancing δεν θα γίνω ποτέ τραγουδιστής, πείσμωσα. Οφείλεις να διαθέτεις και μια δόση εγωισμού σε αυτή τη δουλειά, να προστατεύεις τον εαυτό σου»

Τι ήταν αυτό που σας κράτησε ώστε να μην τα παρατήσετε μπροστά στα εμπόδια;

«Αγαπώ αυτό που κάνω. Εχω μια διαρκή δίψα για εξερεύνηση – δεν θέλω καν να κοιμάμαι για να μη χάνω στιγμές, κάτι σαν FOMO. Επίσης, αν βάλω έναν στόχο, τον υλοποιώ. Απεχθάνομαι να μου λένε “δεν μπορείς”.

Οταν στη Βαρσοβία μού έλεγαν πως αν συνεχίσω το breakdancing δεν θα γίνω ποτέ τραγουδιστής, πείσμωσα. Μελετούσα το σώμα μου ακατάπαυστα. Οφείλεις να διαθέτεις και μια δόση εγωισμού σε αυτή τη δουλειά, να προστατεύεις τον εαυτό σου, γιατί στο τέλος της ημέρας πρέπει να αποδώσεις τα μέγιστα στη σκηνή».

Στην Πολωνία χαίρετε αποδοχής εθνικού ήρωα. Πώς διαχειρίζεστε μια αναγνωρισιμότητα που υπερβαίνει τα στενά όρια της κλασικής μουσικής;

«Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα το βάρος αυτής της δημοσιότητας πρώτη φορά όταν τραγούδησα στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο Παρίσι. Ξαφνικά χρειάστηκε να δώσω δεκάδες συνεντεύξεις, ακόμα και σε έντυπα που δεν έχουν καμία σχέση με τη μουσική.

Ακολούθησαν συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο ράπερ Quebonafide, σε στάδιο με 70.000 θεατές, και ο A$AP Rocky. Ο σκοπός μου μέσα από όλα αυτά είναι να στρέψω τα φώτα στην κλασική μουσική. Θέλω να αποδείξω ότι δεν είναι τόσο αυστηρή και απρόσιτη όσο νομίζουν πολλοί.

Γι’ αυτόν τον λόγο δημιουργήσαμε με έναν φίλο μου το φεστιβάλ Break in Classic, λίγο έξω από τη Βαρσοβία. Φέρνουμε κορυφαίους κλασικούς μουσικούς μπροστά σε ένα μπαρόκ παλάτι και το κοινό έρχεται με κουβέρτες και αιώρες και κάνει πικνίκ.

Το βράδυ κλείνουμε με silent disco, όπου βλέπεις να χορεύουν μαζί άνθρωποι από 3 έως 94 ετών. Αυτή την αντίληψη για τη μουσική και την τέχνη θεωρώ ότι εντόπισε και η Rolex στο πρόσωπό μου».

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας μέχρι το τέλος της χρονιάς;

«Εχω κάποιες προγραμματισμένες συναυλίες στην Πολωνία και στο Wiener Konzerthaus. Τον Ιούλιο θα τραγουδήσω για την Ημέρα της Βαστίλης στη Γαλλία. Η Γαλλία λειτουργεί για εμένα ως ένα δεύτερο σπίτι, η αποδοχή του κόσμου εκεί είναι συγκινητική».

Μετά το Teatro alla Scala, υπάρχει κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο ή έχετε φτάσει στον «ουρανό»;

«Για να είμαι ειλικρινής, αισθάνομαι ότι έχω ήδη υπερβεί τα όνειρά μου. Ωστόσο, αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα, θα ήταν να παρουσιάσω ένα σόλο ρεσιτάλ με πιάνο – ακριβώς όπως αυτό στη Σκάλα του Μιλάνου – στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης. Να είμαστε μόνο εγώ και ο πιανίστας μου».