Προσφάτως δημοσιεύτηκε η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την αξιολόγηση των προπαρασκευαστικών ενεργειών συγκεκριμένων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, στο πλαίσιο εφαρμογής του Νέου Συμφώνου για τη μετανάστευση και το άσυλο.
Η ανωτέρω έκθεση περιέχει εκθειαστικά σχόλια τόσο για τη συντελεσθείσα πρόοδο όσο και για το βαθμό ετοιμότητας της χώρας και του κρατικού μηχανισμού της, υπογραμμίζοντας μια σειρά στοχευμένων βημάτων που έχουν επιτυχώς υλοποιηθεί τόσο σε νομοπαρασκευαστικό όσο και επιχειρησιακό επίπεδο.
Από την επείγουσα αναβάθμιση της βιομετρικής βάσης δεδομένων έως την αναγκαία στελεχιακή ενίσχυση κρίσιμων οργανικών μονάδων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και από την προετοιμασία των δομών του εθνικού συστήματος υποδοχής έως και τον καθορισμό της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ως ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η έκθεση της Επιτροπής βρίθει θετικών διαπιστώσεων για τα μέτρα που έλαβε η χώρα σε εθνικό επίπεδο τα τελευταία δύο χρόνια, κάτι που αποτυπώνεται εύγλωττα και στα τελικά συμπεράσματά της.
Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό για την περαιτέρω λειτουργία των Υπηρεσιών του πεδίου καθότι για πρώτη φορά δεν αναφέρονται συστημικές ελλείψεις και άρα διαφαίνεται ότι δεν θα απαιτηθούν έκτακτα διορθωτικά μέτρα εναντίον της χώρας, μεταξύ των οποίων θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να ήταν και η προσωρινή απένταξη της από τον ετήσιο μηχανισμό αλληλεγγύης.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να προσβλέπει στην υποστήριξη των εταίρων της και κυρίως θα είναι σε θέση να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος πετυχαίνοντας, είτε οριζόντια είτε διμερώς, συμφωνίες ανάλογες με τις διευθετήσεις συμψηφισμού (clean slate) που πέτυχε πρόσφατα ο Θάνος Πλεύρης διασφαλίζοντας ότι δεν θα πραγματοποιηθούν από άλλα κράτη μέλη χιλιάδες επιστροφές μεταναστών στη χώρα μας.
Από τα όσα αναφέρονται στη συγκεκριμένη έκθεση μέχρι του να ισχυριστούμε ότι όλα είναι ορθώς καμωμένα και ότι πληρούνται στο σύνολό τους τα προαπαιτούμενα, υπάρχει, ωστόσο, διαφορά. Η παραλαβή αιτημάτων διεθνούς προστασίας για το σύνολο των ωφελουμένων έχει καθυστερήσει και η χορήγηση νομικής καθοδήγησης αποδείχθηκε ένας μικρός γρίφος με αίσια, ωστόσο, κατάληξη. Ακόμα, όμως, και οι όποιες τεχνικές δυσκολίες παρατηρήθηκαν κατά την αρχική φάση εφαρμογής του Συμφώνου ήταν απόλυτα εύλογες και μερικώς αναμενόμενες δεδομένου ότι ο κρατικός μηχανισμός με τις συνήθεις γραφειοκρατικές του αγκυλώσεις, οι οποίες ενίοτε, λειτουργούν και ως πολύτιμες δικλείδες ασφαλείας, απαιτεί χρόνο για να προσαρμοστεί κάθε φορά στο νέο πλαίσιο και συνακόλουθα είναι λογικό να παρατηρούνται καθυστερήσεις, κενά και διοικητικές αρρυθμίες.
Πολλώ μάλλον που στην παρούσα περίπτωση δεν μιλάμε για μία απλή μετάβαση σε ένα νέο διοικητικό μοντέλο ή για μια αποσπασματική τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, αλλά για την πλήρη και οριζόντια αναμόρφωση του εθνικού συστήματος ασύλου και διαχείρισης της παράνομης μετανάστευσης, μέσω της προσαρμογής της εθνικής έννομης τάξης στις απαιτήσεις του νέου ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου. Με άλλα λόγια, η μεταρρύθμιση αυτή δεν περιορίστηκε στην απλή μεταφορά ευρωπαϊκών διατάξεων, αλλά επέβαλε την αναδιοργάνωση διοικητικών δομών, την ανάπτυξη αναβαθμισμένων πληροφοριακών συστημάτων (Εurodac, DubliNet), την αναθεώρηση των επιχειρησιακών διαδικασιών, ιδίως αυτών στα σύνορα (border procedures), και την εκπαίδευση εκατοντάδων εργαζομένων που καλούνται για πρώτη φορά μετά από χρόνια να εφαρμόσουν ένα εντελώς διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο στην καθημερινή τους πρακτική.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου από τη δημιουργία του, η οποία επηρεάζει κάθε στάδιο της μεταναστευτικής διαδρομής, από τον προέλεγχο και τη διαδικασία διαλογής στα εξωτερικά σύνορα (screening) έως την ταχεία εξέταση των αιτημάτων ασύλου υπό την πίεση αυστηρών προθεσμιών και την άμεση εκκίνηση της διαδικασίας των επιστροφών.
Εξάλλου, σε περιπτώσεις μικρότερης κλίμακας νομοθετικών και διοικητικών παρεμβάσεων στο παρελθόν, οι Υπηρεσίες επέδειξαν ανάλογη εικόνα μέχρι να βρουν τον «επιχειρησιακό βηματισμό» τους και να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα. Όσοι αποσιωπούν το γεγονός αυτό είτε στερούνται θεσμικής μνήμης είτε σκόπιμα επιχειρούν για ιδίους λόγους τη δημιουργία ενός μηδενιστικού κλίματος. Το Μάρτιο του 2016, για παράδειγμα, οι διαδικασίες ασύλου στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου χρειάστηκε να «παγώσουν» για αρκετές ημέρες, απόρροια της υπογραφής της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας (18/3/2016) και εν αναμονή ψήφισης του βασικού νομικού εργαλείου για την εφαρμογή της στην Ελλάδα, δηλαδή του νόμου 4375/2016.
Παρομοίως, η Ευρωπαϊκή Οδηγία χορήγησης προσωρινής προστασίας στους μαζικά εκτοπισθέντες πολίτες Ουκρανίας ενεργοποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ αρχές Μαρτίου 2022. Παρότι η σχετική απόφαση ενσωματώθηκε σε εθνικό επίπεδο την 4/3/2022 με απόφαση του τότε Υπουργού, Νότη Μηταράκη, η πλήρης επιχειρησιακή εφαρμογή της έγινε ένα μήνα περίπου αργότερα και μέχρι να επέλθουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στη λειτουργία των Υπηρεσιών (π.χ. δημιουργία της ψηφιακής πλατφόρμας, έκδοση ειδικών καρτών προσωρινής προστασίας, οργάνωση σημείων εξυπηρέτησης κτλ).
Παρ’ όλα αυτά, προσφάτως είδαν το φως της δημοσιότητας ακραίες απόψεις περί καθολικά αποτυχημένης απόπειρας εφαρμογής του νέου Συμφώνου αλλά και δυσοίωνες τοποθετήσεις για τη μελλοντική αξιολόγηση της χώρας βάσει της υποτιθέμενα ανεπιτυχούς συμμόρφωσής της στις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό.
Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι όσοι επιχειρούν να μεταφέρουν μια εικόνα συλλήβδην αρνητική και μονοδιάστατα απαξιωτική αυτοεγκλωβίζονται στην ανακολουθία των ίδιων των επιχειρημάτων τους: από τη μία πλευρά καταγγέλλουν το Σύμφωνο ως κείμενο αμιγώς αντιδραστικό και απάνθρωπο, που υψώνει φράχτες και προτεραιοποιεί τις επιστροφές, ενώ από την άλλη μετατρέπονται σε «βασιλικότεροι του βασιλέως» εγκαλώντας το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και τον κρατικό μηχανισμό για έλλειμμα συνέπειας και αδυναμία άμεσης εφαρμογής των προβλέψεων του Συμφώνου.
Εν κατακλείδι, η πρόοδος της χώρας στη διαχείριση του μεταναστευτικού στο πλαίσιο εφαρμογής του νέου Συμφώνου είναι αναντίρρητη και η πρόσφατη αξιολόγηση από πλευράς Επιτροπής συνιστά μια σαφή επιβράβευση της συνολικής προσπάθειας σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά που αναμφισβήτητα θα πρέπει να γίνουν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς και αυτό αποτελεί κοινή παραδοχή του συνόλου των κρατών μελών της ΕΕ.
Η εφαρμογή του Συμφώνου αναμένεται να είναι ένας μεγάλος και ανηφορικός μαραθώνιος με αναπόφευκτες δυσκολίες, χρονοβόρες στάσεις, ακόμα και πιθανά πισωγυρίσματα. Εν προκειμένω, ο χρόνος θα αποτελέσει τον καλύτερο σύμμαχο επιτρέποντας την αναγκαία παρακολούθηση των διαδικασιών, τη συνεχή αξιολόγηση των εφαρμοστικών μέτρων και τις διορθωτικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση των κακώς κειμένων και των όποιων αστοχιών ανακύπτουν στην πορεία.
*Μάριος Καλέας, Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και Πρόεδρος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Άσυλο
**Με το παρόν άρθρο εκφράζονται προσωπικές απόψεις του γράφοντος και όχι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, της Δημόσιας Διοίκησης και του EUAA



