Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

«Μη με κάνετε ήρωα της παραίτησης του Νταρμάντρα Πραντάν». Η δήλωση ανήκει στον Αμπιτζίτ Ντίπκε, ιδρυτή του Κόμματος του Λαού των Κατσαρίδων, δηλαδή του φοιτητικού κινήματος που επί μήνες ζητούσε την απομάκρυνση του αρμόδιου υπουργού, στον απόηχο της διαρροής θεμάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις των ιατρικών σχολών τον Μάιο.

Λίγα 24ωρα μετά, το μεγάλο ερώτημα φαντάζει αν η νίκη των διαδηλωτών προμηνύει το τέλος της πολιτικής παντοδυναμίας που απολαμβάνει ο 75χρονος πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι.

Την αποχώρηση του Πραντάν από το κυβερνητικό σχήμα ανακοίνωσε ο ίδιος το Σάββατ0 (25/07) μέσω Χ, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι σέβεται «τις φιλοδοξίες, τα συναισθήματα και τις προσδοκίες της νεολαίας».

Η πραγματική είδηση όμως ήλθε ύστερα από ένα 24ωρο, όταν ο Μόντι, σε τρία διαδοχικά βίντεο που ανάρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram επιδόθηκε σε πραγματική επίθεση φιλίας, ευχαριστώντας μαθητές και φοιτητές για τις προτάσεις τους, υποσχόμενος νομοθέτηση αυστηρών ποινών  και ανακοινώνοντας τη δημιουργία ομάδας εργασίας με αντικείμενο τη μεταρρύθμιση του εξεταστικού συστήματος. «Όσοι παίζουν με το μέλλον των παιδιών μας θα σαπίσουν πίσω από τα κάγκελα» δήλωσε μεταξύ άλλων, ενώ στην προσπάθειά του να σφυρηλατήσει μια γλώσσα εγγύτητας απευθύνθηκε στους νέους με την προσφώνηση «φίλοι μου».

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Narendra Modi (@narendramodi)

Από τον εμπαιγμό του δικαστή στο μαζικό κύμα οργής

Η παραίτηση του Πραντάν, που υπηρετεί αδιάλειπτα σε υπουργικά πόστα  τα τελευταία δώδεκα χρόνια που το εθνικιστικό Ινδικό Λαϊκό Κόμμα (BJP) του Μόντι κυβερνά την Ινδία- αποτελεί ξεκάθαρη νίκη του κινήματος που ξεκίνησε στα μέσα Μαΐου, όταν ο επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου Σούρια Καντ κατηγορήθηκε ότι καταφέρθηκε σε βάρος της νεολαίας, χαρακτηρίζοντας τους «κατσαρίδες και παράσιτα».

Με καθυστέρηση δύο μηνών ο δικαστής υποστήριξε ότι η φράση του απομονώθηκε και παραφράστηκε. Διευκρίνισε ότι η κριτική του δεν αφορούσε γενικά τη νεολαία, αλλά αποκλειστικά τους κατόχους πλαστών πτυχίων. Όμως η παρέμβασή του ήλθε αργά και ενώ στο μεταξύ το κύμα διαδηλώσεων είχε επεκταθεί σε όλη την επικράτεια της Ινδίας, βρίσκοντας στήριξη από φοιτητικές οργανώσεις και  λαμβάνοντας χαρακτηριστικά που υπερέβαιναν το αυστηρά εκπαιδευτικό σκέλος.

Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 150.000 διαδηλωτές -φοιτητές και μη- σε όλη την ινδική επικράτεια, ενώ το διαδικτυακό αποτύπωμα του κινήματος έφτασε τα 22 εκατομμύρια ανθρώπους.

Το σπάσιμο του «ταμπού» και η κατάρρευση του κλίματος φόβου

«Είναι εντυπωσιακή η ρητορική των διαδηλωτών, πόσο ισοπεδωτική υπήρξε η κριτική τους προς την κυβέρνηση», επισήμανε μιλώντας στο CNBC ο Μάικλ Κούγκελμαν, συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Atlantic Council, προσθέτοντας πως τον εξέπληξε «ο τρόπος διαμαρτυρίας τους, ο εν πολλοίς υβριστικός τόνος τους, δεδομένης της δημοφιλίας του Μόντι» και της πρόσφατης, σαρωτικής νίκης που πέτυχε το κόμμα του στις πολιτειακές εκλογές της Δυτικής Βεγγάλης, μέχρι πρότινος απόρθητο «οχυρό» της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης. «Πράγματι, ήταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας που έκαναν την εμφάνισή τους αφίσες με την εικόνα του πρωθυπουργού συνοδευόμενες από περιπαικτική ή και υβριστική γλώσσα» σημειώνει ανταποκριτής της Deutsche Welle στο Νέο Δελχί, τονίζοντας ότι έσπασε ένα «ταμπού» ευπρέπειας.

Ίδια άποψη για την αποτελεσματικότητα των μεθόδων των διαδηλωτών έχει ο Άσουτος Βάρσνεϊ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Brown στις ΗΠΑ. «Ο διαδικτυακός χώρος κατακτήθηκε ολοκληρωτικά από τους διαδηλωτές και τα μέσα ενημέρωσης που είναι φιλικά προς την κυβέρνηση απονομιμοποιήθηκαν» σημειώνει μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα Guardian. Και αναφερόμενος στην παραίτηση Πραντάν τόνισε πως τη θεωρεί τομή σε σχέση με το γενικότερο ύφος εξουσίας του κυβερνώντος κόμματος. «Αυτή είναι μια καταπιεστική κυβέρνηση. Θέλει υπακοή, αρέσκεται να δημιουργεί φόβο. Αλλά τώρα το κλίμα φόβου έχει καταρρεύσει. Όλα τα μέσα είχαν εξαντληθεί, για αυτό δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την παραίτηση».

Η ινδική εξέγερση της Gen Z

Επιστρέφοντας στον Ντίκπε, ο 30χρονος ακτιβιστής που συνέδεσε το όνομά του με το νεολαιίστικο κίνημα κάλεσε στο πλαίσιο ομιλίας του το Σάββατο (25/07) να μην ταυτιστεί το κίνημα με το πρόσωπό του. «Η χώρα καταστράφηκε επειδή έκανε ήρωα έναν άνθρωπο. Δε χρειάζεται να με κάνετε ήρωα» είπε, σε μια έμμεση πλην σαφή αναφορά στον πρωθυπουργό. Δεδομένης της ηλικίας του Ντίκπε αλλά και της συντριπτικά νεαρής ηλικίας των διαδηλωτών ορισμένοι δεν διστάζουν να μιλήσουν για την ινδική εκδοχή των εξεγέρσεων της Γενιά Ζ (γνωστότερης ως Gen Z), δηλαδή των εξεγέρσεων στις οποίες πρωταγωνιστεί το σύνολο των νέων άνω των 15 και κάτω των 30 ετών.

Για τους συμμετέχοντες, η περαιτέρω δραστηριοποίηση των νέων συνιστά κρίσιμο παράγοντα πολιτικής αλλαγής. «Πρέπει να αυξήσουμε τη συμμετοχή των νέων στην πολιτική, επειδή αυτή τη στιγμή ελέγχεται από την γενιά των γονιών μας, που ενδιαφέρονται μόνο για τον δικό τους τρόπο ζωής και δεν κατανοούν τις ανάγκες της γενιάς μας», τονίζει ένας από αυτούς μιλώντας στον Guardian. Σήμερα, το 50% των Ινδών -δηλαδή 753 εκατ. άνθρωποι- είναι κάτω των 30 ετών. Ωστόσο, το 65% από αυτούς ψήφισε στις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές, με τη συμμετοχή τους να καταγράφει μάλιστα πτώση της τάξης του 2% σε σχέση με το 2019. Δεν έδειξαν μάλιστα να εμπιστεύονται τον αντιπολιτευτικό συνασπισμό του οποίου ηγείται το πάλαι ποτέ κραταιό Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο (INC), το οποίο υπολειπόταν κατά δεκατρείς ποσοστιαίες μονάδες της συμμαχίας του BJP.

Η επόμενη μέρα και η διάχυτη δυσπιστία

Πολλοί βλέπουν στη νεολαιίστικη εξέγερση την αφετηρία. Και ισχυρίζονται ότι και μόνο το ότι σχεδιάζονται αγροτικές κινητοποιήσεις, κόντρα στην προτεινόμενη συμφωνία εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και Ινδίας και με κατεύθυνση την πρωτεύουσα, δίνει έναν άλλο τόνο, πέρα από ηλικιακά στεγανά.  Άλλοι πάλι σχολιάζουν πως οι κινητοποιήσεις των φοιτητών πήραν πανεθνική εμβέλεια μετά την πολυήμερη απεργία πείνας του 59χρονου μηχανικού, περιβαλλοντικού ακτιβιστή και YouTuber, Σονάμ Βανγκτσούκ. Και υπάρχουν τέλος όσοι υπογραμμίζουν τη συνεισφορά αριστερόστροφων φοιτητικών οργανώσεων, μερικές εκ των οποίων διατηρούν σύνδεση με το πάντα διακριτό στη χώρα μαοϊκό ρεύμα.

Όπως και να ‘χει, το γεγονός της δυσπιστίας προς τη συντηρητική κυβέρνηση του Μόντι παραμένει. Η απόφαση του πρωθυπουργού να ορίσει τον 70χρονο ιδρυτή της τεχνολογικής εταιρίας Infosys επικεφαλής της ομάδας εργασίας για την αλλαγή του εξεταστικού συστήματος, στη λογική της ασφάλειας που προσφέρει η ψηφιοποίηση δεν ακούστηκε ως καλή ιδέα σε πολλούς από τους νεότερους ινδούς. Χαρακτηριστικό αυτής της δυσπιστίας είναι βίντεο-παρωδία που κυκλοφόρησε λίγες ώρες μετά το πρώτο πρωθυπουργικό διάγγελμα, με τον εμφατικό τίτλο «δεν είμαστε φίλοι» και πρωταγωνίστριες τρεις νεαρές γυναίκες.