Το νέο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη έχει τίτλο «Δεκατρία». Εχει κι έναν μικρό υπότιτλο που δεν υπάρχει στο εξώφυλλο, αλλά μόνο στην πρώτη σελίδα του: χάρη σε αυτόν μαθαίνουμε πως πρόκειται για «μια αληθινή ιστορία». Ο πλήρης τίτλος του νέου πονήματος του συγγραφέα είναι «Δεκατρία – Μια αληθινή ιστορία» και έχει τη σημασία του, διότι το δεύτερο προσδιορίζει το πρώτο: το «Δεκατρία» έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο συγγραφέας διηγείται τα παιδικά του χρόνια, όλα όσα του έχουν συμβεί μέχρι αυτή την ηλικία. Και το «μια αληθινή ιστορία» προσδιορίζει το πώς αυτή τη διαδρομή τη διηγείται.
Το «Δεκατρία» δεν είναι κατάθεση μνήμης, δηλαδή απόσταγμα αναμνήσεων που ο χρόνος τις έχει γλυκάνει, όπως κάνει πάντα. Είναι αληθινή ιστορία. Δηλαδή αφήγηση μιας περιόδου που ο Χωμενίδης θέλει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε επιχειρώντας όχι να την εξωραΐσει, αλλά να μας πείσει ότι ήταν ενδιαφέρουσα. Δεν υπάρχει μυθοπλασία, αλλά εξιστόρηση. Αληθινή και ως προς την πρόθεση του συγγραφέα και ως προς τις λεπτομέρειές της.
Γνωρίζοντας λίγο τον Χωμενίδη, πιστεύω πως του ήταν δύσκολο να τιθασεύσει τον μεγάλο μυθοπλάστη που κουβαλάει μέσα του και πως η προσπάθεια να μείνει συνεπής στην κατάθεση της αλήθειας, σαν μάρτυρας στο δικαστήριο της μνήμης του, πρέπει να τον κούρασε. Αλλά άξιζε τον κόπο.
Είναι βιογραφία το «Δεκατρία»; Ας πούμε ναι. Οι βιογραφίες είναι πάντα στη μόδα. Ενας βασικός λόγος είναι ότι όσοι με αυτές καταπιάνονται (είτε γράφοντάς τες μόνοι τους είτε χρησιμοποιώντας κάποιον στον οποίο αφηγούνται όσα θέλουν να γίνουν γνωστά) είναι άνθρωποι που κάτι έχουν να πουν: αποφασίζουν να εκτεθούν. Καμιά φορά αυτό το κάτι το κουβαλούν μέσα τους και θέλουν να το μοιραστούν γιατί τους τρώει. Αλλες φορές πάλι, θέλουν απλώς να μοιραστούν τη σοφία τους παραδίδοντάς μας μαθήματα ζωής. Και άλλες καταπιάνονται με τη βιογραφία τους γιατί αισθάνονται ότι βρίσκονται στο μεταίχμιο δύο κόσμων: ενός που φεύγει και ενός που έρχεται. Οποιος αυτό το πιστεύει, πιστεύει πως η βιογραφία του δεν είναι μια παρουσίαση ιστοριών στις οποίες υπήρξε ο ίδιος πρωταγωνιστής, αλλά μια προσπάθεια να διατηρηθεί κάτι από τον παλιό κόσμο που φεύγει: μια απόπειρα αυτός να σωθεί, ενταγμένος στο θερμοκήπιο της συλλογικής μνήμης. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει με το «Δεκατρία» του Χωμενίδη. Δεν είναι η βιογραφία του. Είναι ο τρόπος του να σώσει κάτι από τη δεκαετία τού ’70 που κουβαλάει μέσα του και που αισθάνεται πως ξεθωριάζει. «Σε είκοσι χρόνια ο πλανήτης θα είναι πολύ διαφορετικός, σίγουρα πολλά επαγγέλματα θα έχουν καταργηθεί, σίγουρα αυτό που έρχεται θα μας αλλάξει πολύ» έχει πει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του. Και, σίγουρα, αν έχεις τέτοιες βεβαιότητες, θες να σώσεις οτιδήποτε καλό σώζεται. Το «Δεκατρία» είναι μια Κιβωτός εντός της οποίας το, κατά τον Χωμενίδη, καλό μιας εποχής μπορεί να διασωθεί. Οχι γιατί ο ίδιος την έζησε, αλλά γιατί έχει πραγματικό ενδιαφέρον.
Στις αποσπασματικές βιογραφίες, δηλαδή στις βιογραφίες που ο συγγραφέας τους εστιάζει σε συγκεκριμένες περιόδους χωρίς να θέλει να μας διηγηθεί το σύνολο της ζωής του, υπάρχουν συχνά-πυκνά δύο προβλήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με το μονότονο της θεματολογίας: εννέα φορές στις δέκα έχουμε να κάνουμε με ιστορίες ενηλικίωσης – για κάποιον λόγο υπάρχουν πολλοί που θεωρούν, για παράδειγμα, την αφήγηση του πρώτου τους έρωτα ως κάτι τόσο συναρπαστικό που πρέπει να το μάθει όλος ο κόσμος. Ετσι καταλήγουν να μας παρουσιάζουν προσωπικά ψυχογραφήματα κάπως αυτάρεσκα, νομίζοντας πως θα ταυτιστούμε μαζί τους γιατί, σε τελική ανάλυση, η ενηλικίωση και η πορεία προς αυτή είναι κάτι σαν την πρώτη μεγάλη περιπέτεια στη ζωή του καθενός. Το πρόβλημα είναι πως ακόμα κι αν κάτι τέτοιο ισχύει, χρειάζεται μεγάλη δόση ματαιοδοξίας για να πιστέψεις ότι μιλάς εκ μέρους όλων: ακόμη κι αν είσαι ο Αλ Πατσίνο ή ο Γούντι Αλεν, που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα βιογραφίες τονίζοντας πολύ αυτό το στοιχείο, είναι δύσκολο να συγκινήσεις, πόσο μάλλον να προκαλέσεις ταύτιση. Ο Χωμενίδης αποφεύγει αυτόν τον σκόπελο κάνοντας κάτι απλό: αφηγείται βασικά την εποχή και έπειτα τα συναισθήματά του. Ετσι, ο Αόρατος Δικτάτωρ Ιωαννίδης και ο θείος Χόρχος έχουν μεγαλύτερη σημασία από το πρώτο του ερωτικό σκίρτημα στην «Ωκεανίδα». Δεν λείπει η παράθεση αισθημάτων αλλά δεν είναι αυτή το βασικό: το βασικό είναι τα 70s και οι ήρωές τους.
Ενα δεύτερο λάθος το οποίο γίνεται και κάνει αυτού του τύπου τις αποσπασματικές βιογραφίες συχνά ανυπόφορες, είναι η γλώσσα και ο τρόπος αφήγησης που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί. Για να γίνουν πιο αληθοφανείς ως αφηγήσεις, οι συγγραφείς τους πολλές φορές παριστάνουν τα παιδιά, κάνουν ένα είδος ταξιδιού στον χρόνο και αφηγούνται τα πάντα σαν να είναι παιδιά. Ο Χωμενίδης, έμπειρος στην αφήγηση και ερωτευμένος με τη λεπτομέρεια, δεν το κάνει: κατά κάποιον τρόπο αφηγείται τον ίδιο του τον εαυτό, το παιδί που μεγαλώνει, ενώ το παρακολουθεί από απόσταση. Ετσι μας λέει ότι βαριόταν τις ιστορίες που όλοι κατέθεταν στο οικογενειακό τραπέζι και συγχρόνως τις διηγείται – τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Μπορεί να κριτικάρει τα γεγονότα ως μεγάλος (μιλώντας π.χ. για τη δυσανεξία του πατέρα του απέναντι στον λαϊκίστικο λόγο τού Ανδρέα Παπανδρέου), αλλά την ίδια στιγμή σού περιγράφει το πώς ως παιδί έβλεπε του κόσμου τις θεατρικές παραστάσεις. Μπορεί να κάνει μια άψογη περιγραφή της Πατησίων τη βραδιά του Πολυτεχνείου, αλλά και μια λεπτομερή αναπαράσταση μιας εκδήλωσης για ένα παιδικό του είδωλο, τον Εριχ Φον Ντένικεν, καταθέτοντας την απογοήτευσή του για το ότι σε αυτή δεν πάτησε κανείς.
Ο Χωμενίδης πιάνει τον ιστό που άφησε όταν ολοκλήρωσε τη «Νίκη» και κατά κάποιον τρόπο επιστρέφει στους καιρούς που μας έγινε γνωστός με το «Σοφό παιδί». Το «Δεκατρία» είναι μια αληθινή ιστορία γιατί έχει μια μεγάλη τιμιότητα: δεν είναι ένα ευχάριστο πρώτο κεφάλαιο της ζωής του συγγραφέα και δεν είναι ένα είδος φόρου τιμής σε μια παιδική ηλικία που παρατίθεται με λεπτομέρειες, ώστε να μας κάνει να ζηλέψουμε. Στο φινάλε δεν υπάρχουν χάχανα και πυροτεχνήματα. Η ειλικρινής ερώτηση «ποιος αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω», η οποία και αιωρείται, παραμένει κάπως αναπάντητη – ίσως γιατί η απάντηση δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει πάντα να μην ξεχνάς. Και όπως στο τέλος λέει ο συγγραφέας, όχι μόνο τα ωραία. Οσα σε πονούν και σε τρομάζουν είναι που σε καθορίζουν.



