Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντικές μεταβολές στην κομματική αρένα. Η εμφάνιση δύο νέων κομματικών σχηματισμών, της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, αναδιαμορφώνει τους συσχετισμούς δυνάμεων και μεταβάλλει τη σειρά κατάταξης των κομμάτων. Οι εξελίξεις αυτές είναι αναμφίβολα σημαντικές. Το ερώτημα, όμως, είναι εάν αποτυπώνουν μια ανακατάταξη δυνάμεων στο εσωτερικό του ή εάν προοιωνίζονται μια βαθύτερη αναδιάταξη του κομματικού συστήματος στην προοπτική του μετασχηματισμού της αρχιτεκτονικής του κομματικού ανταγωνισμού και της διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής δυναμικής εξουσίας.

Η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) παραμένει ξεκάθαρα πρώτη πολιτική δύναμη σε όλες τις μετρήσεις που διερευνούν πρόθεση ψήφου. Η εκλογική της κυριαρχία έχει μεν αδιαμφισβήτητα φθαρεί, αλλά δεν έχει ανατραπεί. Παρότι τα δημοσκοπικά της ποσοστά υπολείπονται αισθητά της εκλογικής επίδοσης που κατέγραψε τον Ιούνιο του 2023, η ΝΔ εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική απόσταση από το δεύτερο κόμμα, όποιο κι αν είναι αυτό στις επιμέρους μετρήσεις, ενώ παραμένει μια πολιτική δύναμη που διαθέτει χαρακτηριστικά κόμματος εξουσίας και προοπτικές διακυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, οι ανακατατάξεις στον χώρο της αντιπολίτευσης είναι εντυπωσιακές. Με την εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει περίπου τα δύο τρίτα της εκλογικής του επιρροής και πλέον βρίσκεται στα όρια της εξαΰλωσης, ενώ και η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφει απώλειες στην πρόθεση ψήφου που κατά μέσο όρο προσεγγίζουν το 40%. Η Ελληνική Λύση φαίνεται να χάνει περίπου το ένα τέταρτο των εκλογέων της, ενώ ανάλογη είναι και η υποχώρηση της Νίκης, η οποία βρίσκεται πλέον μακριά από το εκλογικό σκαλοπάτι του 3%. Το ΠαΣοΚ χάνει τη δεύτερη θέση που κατείχε από τον Νοέμβριο του 2024, αν και πιο πρόσφατες μετρήσεις καταγράφουν τάσεις ανάκτησης μέρους των απωλειών του έναντι της ΕΛΑΣ και διεύρυνσης της απόστασής του από το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο φαίνεται να εισέρχεται σε μια καθοδική δημοκοπική τροχιά.

Η ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, απορροφώντας μεγάλο μέρος της εκλογικής επιρροής που μέχρι πρόσφατα κατείχαν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά. Ωστόσο, η επιτυχία αυτή δεν συνιστά ένδειξη αναδιάταξης των όρων του κομματικού ανταγωνισμού. Παρά τη συσπείρωση στους κόλπους της σημαντικού μέρους του κατακερματισμένου πολιτικού χώρου που εκτείνεται από τη ριζοσπαστική Αριστερά έως τμήματα της Κεντροαριστεράς, η ΕΛΑΣ εξακολουθεί να καταγράφει δημοσκοπικά ποσοστά στην πρόθεση ψήφου όχι υψηλότερα από εκείνα που είχε λάβει ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου του 2023, όταν ο Αλέξης Τσίπρας βρισκόταν ακόμη στην ηγεσία του. Με άλλα λόγια, η επανεμφάνιση Τσίπρα, το εγχείρημα του rebranding και η οργανωτική ανασύνθεση του χώρου που επιχειρείται να εκφραστεί δεν έχουν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δημιουργήσει μια δυναμική ευρύτερη από εκείνη που διέθετε ο χώρος στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση υπό την ηγεσία Τσίπρα, η οποία είχε ήδη σηματοδοτήσει το τέλος ενός πολιτικού κύκλου.

Αντίστοιχα, και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία υπολείπεται δημοσκοπικά των υψηλών προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί κατά την περίοδο των πανελλαδικών κινητοποιήσεων για το δυστύχημα των Τεμπών και της έντονης φημολογίας για την κάθοδο της Μαρίας Καρυστιανού στον πολιτικό στίβο. Παρά την αξιοσημείωτη αρχική της δημοσκοπική επίδοση, που από αρκετές εταιρείες δημοσκοπήσεων (GPO, Opinion, Pulse RC) μετρήθηκε στο ±10%, δεν φαίνεται να συγκροτεί έναν νέο πολιτικό πόλο ικανό να μεταβάλει τους συσχετισμούς του κομματικού ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με ιστορικά επιτυχημένες περιπτώσεις ευρωπαϊκών κομμάτων διαμαρτυρίας (Κόμμα Προόδου στη Δανία, Κόμμα της Ελευθερίας στην Αυστρία κ.ά), όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια συμπυκνώθηκε σε ένα σαφές αντι-κομματικό ή και αντι-συστημικό αφήγημα, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία δεν έχει διαμορφώσει ένα συνεκτικό πολιτικό μήνυμα. Η αμφισημία και, συχνά, πολιτική αδεξιότητα των παρεμβάσεων της ηγεσίας της δυσκολεύει τη συγκρότηση μιας σταθερής πολιτικής ταυτότητας και, συνεπώς, μιας ανθεκτικής εκλογικής βάσης.

Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της συγκυρίας: τα νέα κόμματα αναδιανέμουν την εκλογική επιρροή και δημιουργούν νέα υποπεδία ανταγωνισμού, χωρίς όμως να μετασχηματίζουν τη βασική δομή της κομματικής αρένας. Παρά τις σημαντικές μετακινήσεις ψηφοφόρων, κανένα από τα κόμματα που δημοσκοπικά ακολουθούν τη ΝΔ δεν έχει, μέχρι στιγμής, κατορθώσει να συγκροτήσει έναν εναλλακτικό πόλο εξουσίας με άμεσες προοπτικές διακυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι η ανάδυση ενός πιο κατακερματισμένου κομματικού συστήματος, χωρίς όμως αυτό να γίνεται και σημαντικά πιο ανταγωνιστικό ως προς τη διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας.

Η ενδεχόμενη δημιουργία νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά είναι πιθανότερο να εντείνει την ανακατάταξη και τον κατακερματισμό δημιουργώντας απώλειες για τη ΝΔ, παρά ωστόσο να αναδείξει έναν νέο πόλο εξουσίας. Η εικασία αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους κομματικού ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, δεν αφορά αποκλειστικά και κυρίως πρόσωπα ή/και νέα μορφώματα, αλλά ακουμπά στη σχέση των πολιτών με τους θεσμούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Τα ευρήματα του 8ου κύματος της Παγκόσμιας Ερευνας Αξιών (World Values Survey) συνηγορούν προς μια τέτοια κατεύθυνση καταγράφοντας ένα εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα (Σ. Κονιόρδος & Β. Γεωργιάδου, 2025). Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης δεν περιορίζεται στα κόμματα, τις κυβερνήσεις, τους πολιτικούς θεσμούς γενικότερα που είναι οι συνήθεις αποδέκτες της δυσπιστίας των πολιτών. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης εκτείνεται και στον σκληρό πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων, από την έκφραση μιας γενικευμένης κοινωνικής επιφυλακτικότητας έως την υποχώρηση της εμπιστοσύνης απέναντι στην οικογένεια και τον στενό κοινωνικό περίγυρο.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο μια χώρα χαμηλής πολιτικής εμπιστοσύνης. Είναι μια χώρα όπου τόσο η κοινωνική όσο και η πολιτική εμπιστοσύνη εμφανίζονται εξαιρετικά εύθραυστες, με αποτέλεσμα οι ίδιες οι προϋποθέσεις της θεσμικής ανθεκτικότητας να δοκιμάζονται διαρκώς. Οταν η κρίση εμπιστοσύνης αποκτά τόσο εκτεταμένα θεσμικά χαρακτηριστικά, η εμφάνιση νέων κομμάτων δεν αρκεί για να δημιουργήσει νέες πολιτικές πλειοψηφίες. Μάλιστα, κάθε νέα διεργασία κομματογένεσης εισέρχεται στον πολιτικό ανταγωνισμό υπό το βάρος αυτής της προϋπάρχουσας δυσπιστίας.

Οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί δεν εκκινούν από ένα σημείο «ουδετερότητας», αλλά καλούνται εξαρχής να υπερβούν το έλλειμμα εμπιστοσύνης και να διαχειριστούν μια «κληρονομιά δυσπιστίας» που λειτουργεί ως δομικό μειονέκτημα ήδη από την εμφάνισή τους. Αυτό εξηγεί, εν μέρει τουλάχιστον, γιατί νέα κόμματα μπορούν να κερδίζουν δημοσκοπικά έδαφος και να αναδιανέμουν την εκλογική επιρροή, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλουν ουσιαστικά τη δομή του κομματικού ανταγωνισμού. Η γενικευμένη δυσπιστία λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης των νέων πολιτικών πρωτοβουλιών περιορίζοντας την ικανότητά τους να εξελιχθούν σε παράγοντες ουσιαστικής αλλαγής ή και νέας ηγεμονίας.

Από την ίδια οπτική γωνία μπορεί να ερμηνευθεί και ένα ακόμη φαινομενικά παράδοξο εύρημα της πρόσφατης συγκυρίας. Παρά τα σκάνδαλα, τις συνεχείς κυβερνητικές αστοχίες και τη φθορά που συσσωρεύεται μετά από χρόνια άσκησης της εξουσίας, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν υφίσταται μεγαλύτερη κάμψη από τα καθιερωμένα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αυτό συμβαίνει επειδή η βασική μεταβλητή που διαμορφώνει τις πολιτικές αντιλήψεις στο εκλογικό σώμα δεν είναι η στάση απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά ένα γενικευμένο κλίμα δυσπιστίας που διαχέεται σχεδόν στο σύνολο της πολιτικής σκηνής. Οταν η δυσπιστία κατανέμεται οριζόντια, πλήττοντας κυβέρνηση και αντιπολίτευση, η φθορά της πρώτης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό κεφάλαιο για τη δεύτερη. Γι’ αυτό και οι σημερινές δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια σημαντική ανακατάταξη του κομματικού σκηνικού, όχι όμως και μια πραγματική του αναδιάταξη.

Οσο η κρίση εμπιστοσύνης παραμένει ενεργή και βαθιά, είναι πιθανό να συνεχίσουμε να βλέπουμε νέα κόμματα, νέες ηγεσίες και ευδιάκριτες μετακινήσεις ψηφοφόρων, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται μια νέα πολιτική πλειοψηφία και ένας νέος κυρίαρχος πόλος κυριαρχίας.

Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).