Κρίσεις, διακυμάνσεις, δόγματα και ορθοδοξίες
Επειτα από πέντε δεκαετίες στο προσκήνιο της παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής, έντονες δημόσιες διενέξεις πολεμίων και υπερμάχων του, πολλαπλές διακηρύξεις της ισχύος και αντίστοιχες προαναγγελίες του επικείμενου τέλους του, είναι μάλλον δύσκολο να χαρακτηρίσει κανείς τον νεοφιλελευθερισμό Το αόρατο δόγμα (εκδ. Καστανιώτη), όπως το κάνουν στον τίτλο του ομώνυμου πρόσφατου βιβλίου τους ο βρετανός δημοσιογράφος Τζορτζ Μονμπιό και ο συμπατριώτης του κινηματογραφιστής Πίτερ Χάτσισον.
Μπορεί να είναι ορθή η παρατήρησή τους ότι ο όρος αποφεύγεται από τους εκφραστές του, συνιστά όμως κοινό προσδιορισμό κατανοητό από όλους και κοινό νόμισμα στον δημόσιο διάλογο. Οι συγγραφείς βέβαια έχουν δίκιο από μια άλλη άποψη: η οικονομική ορθοδοξία της κάθε εποχής αποτελεί πάντοτε ένα αόρατο δόγμα, εφόσον η πίστη σε αυτήν είναι διάχυτη και η αμφισβήτησή της μοιάζει με άσκηση στην ουτοπία. Αυτό δεν την εμποδίζει να «αλλάζει δραστικά με τρόπους που ποτέ δεν είναι γραμμικοί», σημειώνει με τη σειρά του ο οικονομικός ιστορικός του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σβεν Μπέκερτ στον πρόλογο του Capitalism: A Global History (εκδ. Allen Lane) που κυκλοφόρησε στα τέλη Νοεμβρίου.
Ο καπιταλισμός, κατά τον Μπέκερτ, έχει ως πυρήνα του την απουσία κάθε δογματισμού, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται ριζικά ως προς τη μορφή και προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Μια παρόμοια αλλαγή καθεστώτος βλέπει σήμερα: η οικονομία του νεοφιλελευθερισμού βρίσκεται σε μια δίνη κρίσεων, πολλές βασικές αρχές της αμφισβητούνται, η άνοδος της Κίνας απορρύθμισε τη διεθνή τάξη εντός της οποίας λειτουργούσε και η κυβέρνηση Τραμπ επανεισήγαγε την πολιτική στις αγορές διά των δασμών, της ανάμειξης σε επιχειρηματικές αποφάσεις και της απόκτησης μετοχών σε εταιρείες όπως η Intel.
Αναμφίβολα, ο Σβεν Μπέκερτ συγκεντρώνει ένα ισχυρό οπλοστάσιο επιχειρημάτων υπέρ της θέσης του, καθώς, όμως, όπως επισημαίνει και ο ίδιος, οι σύγχρονοι των θεμελιωδών οικονομικών ανατροπών είθισται να τις θεωρούν προσωρινές διακυμάνσεις, και καθώς το τωρινό δόγμα έχει αποδειχθεί επίμονα ανθεκτικό (ο κατά Κόλιν Κράουτς Περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού, εκδ. Εκκρεμές), είναι θεμιτό το ζήτημα να τεθεί με τη μορφή ερωτήματος: βρισκόμαστε ενώπιον μιας συγκυριακής κρίσης ή βαδίζουμε πράγματι προς το τέλος της νεοφιλελεύθερης οικονομίας;
Μάρκος Καρασαρίνης
***
Μια μακρά διαδικασία μετασχηματισμού

Η παγκόσμια οικονομική τάξη πραγμάτων, η οποία θεμελιώθηκε πάνω στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, διέρχεται μια περίοδο δομικής μεταβολής. Ο νεοφιλελευθερισμός, ως ένα σύνολο οικονομικών πολιτικών και ιδεολογικών προταγμάτων που προκρίνουν την απορρύθμιση των αγορών, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, δεν αποτελεί πλέον το αδιαμφισβήτητο παράδειγμα διακυβέρνησης. Η ανάδυση μιας «πολυκρίσης» (κλιματική αλλαγή, γεωπολιτική αστάθεια, τεχνολογική ανατροπή και κρίση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης) καθιστά το παλαιό μοντέλο ανεπαρκές.
Τα οικονομικά συστήματα εξελίσσονται ως απάντηση σε τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές. Μετά τη «χρυσή εποχή» του κεϊνσιανισμού (1950-1970), την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού και την κόπωση του κράτους πρόνοιας, η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 εξέθεσε τις θεμελιώδεις αδυναμίες του συστήματος οδηγώντας σε συστημική αστάθεια. Οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα ενίσχυσαν την αντίληψη ότι το σύστημα δυσλειτουργεί. Το πληθωριστικό επεισόδιο του 2022 και η χρήση βίας (Ουκρανία;) το επιβεβαίωσαν. Η κρίση μετασχηματίστηκε σε πολιτική, τροφοδοτώντας τον λαϊκισμό και την αμφισβήτηση των υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία σηματοδότησε την πλήρη εγκατάλειψη του νεοφιλελεύθερου διεθνισμού υπέρ ενός επιθετικού οικονομικού εθνικισμού και ανάπτυξη μιας «ανελεύθερης φιλοαυταρχικής διεθνούς». Η πολιτική των δασμών και κανονισμών χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την επαναφορά της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ και ως μοχλός πίεσης σε γεωπολιτικούς αντιπάλους και συμμάχους. Ενώ όμως οι δασμοί μπορεί να προκαλέσουν στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, η τεχνολογική έκρηξη (AI) ίσως λειτουργήσει ως αντίρροπη δύναμη, διατηρώντας τη μεγέθυνση. Ωστόσο, οι δασμοί αυξάνουν το κόστος ζωής για τα χαμηλά εισοδήματα, επιδεινώνοντας την ανισότητα. Eτσι η βάση της σταθερότητας στις δυτικές δημοκρατίες, η μεσαία τάξη, βρίσκεται υπό καθεστώς έντονης πίεσης.
Η στασιμότητα των πραγματικών μισθών, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους στέγασης και εκπαίδευσης, οδήγησε στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ταυτοχρόνως οι παραδοσιακές αξίες απειλούνται από τον κοσμοπολιτισμό και τη μετανάστευση. Ο λαϊκισμός προσφέρει μια απλουστευτική ταυτότητα, η οποία καλύπτει το κενό που άφησε η κατάρρευση των παραδοσιακών ιδεολογιών. Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις συχνά υπονομεύουν την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και του δικαστικού συστήματος, θεωρώντας τους θεσμούς αυτούς ως εμπόδια στη «λαϊκή βούληση». Αυτή η θεσμική διάβρωση μειώνει τις επενδύσεις και την καινοτομία, δημιουργώντας (αποδεδειγμένα) έναν φαύλο κύκλο οικονομικής παρακμής.
Η μετάβαση από μια παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες σε ένα σύστημα ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων αποτελεί τη σημαντικότερη γεωπολιτική πρόκληση. Η αποδυνάμωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΥ) και η άνοδος των περιφερειακών εμπορικών συνασπισμών σηματοδοτούν το τέλος της παγκόσμιας οικονομικής ενοποίησης. Η μετάβαση στο έκτο κύμα (επόμενο μεγάλο κύμα ανάπτυξης) λαμβάνει χώρα σε περιβάλλον γεωπολιτικού κατακερματισμού. Ο μονοπολικός κόσμος έδωσε τη θέση του σε μια αμφισβητούμενη πολυπολικότητα, με κεντρικό άξονα τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε «εργαλειοποιημένη αλληλεξάρτηση». Τα ισχυρά κράτη εκμεταλλεύονται τον έλεγχο κρίσιμων κόμβων – όπως τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, την ενέργεια, τις σπάνιες γαίες – για να ασκήσουν πιέσεις. Η «μετα-φιλελεύθερη διαταραχή» χαρακτηρίζεται από τη φυσική ενίσχυση των συνόρων παγκοσμίως. Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του δολαρίου και η μείωση της ζήτησης για αμερικανικά κρατικά ομόλογα δημιουργούν κινδύνους για τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι αλυσίδες εφοδιασμού αναδιατάσσονται με γνώμονα την ασφάλεια αντί για το χαμηλότερο κόστος (economic security).
Θα μπορούσε να αναδυθεί ένα νέο οικονομικό πλαίσιο (productivism) που εστιάζει στην ενδυνάμωση των εργαζομένων και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας. Δεν θα αποτελούσε επιστροφή στον κλασικό κεϊνσιανισμό, καθώς αναγνωρίζει ότι η διαχείριση της συνολικής ζήτησης δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι δομικές αλλαγές που επιφέρουν η τεχνολογία και η κλιματική κρίση. Αντιθέτως, θα πρότεινε μια σύγχρονη βιομηχανική πολιτική όπου θα δημιουργηθούν οι περισσότερες μελλοντικές θέσεις εργασίας – και στην πράσινη μετάβαση.
Το τέλος της οικονομίας του νεοφιλελευθερισμού αποτελεί μια μακρόσυρτη διαδικασία μετασχηματισμού. Οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης υποχωρούν μπροστά στον οικονομικό εθνικισμό και στην επιβολή ισχύος, ενώ η τεχνολογική επανάσταση δημιουργεί νέες προϋποθέσεις. Η επόμενη δεκαετία θα καθοριστεί από την ικανότητα των κοινωνιών να ισορροπήσουν μεταξύ της οικονομικής αποδοτικότητας και της κοινωνικής σταθερότητας. Η μετάβαση προ ένα μετα-νεοφιλελεύθερο παράδειγμα είναι αναπόφευκτη, αλλά η μορφή που θα λάβει – εάν θα είναι ένας προοδευτικός, συμπεριληπτικός καπιταλισμός ή μια αυταρχική, εθνικιστική οικονομία – εξαρτάται από τις πολιτικές επιλογές που γίνονται σε όλον τον κόσμο.
Ο κ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ.
***
Δασμοί, ανάπτυξη και οικονομικά δρώμενα

Επιστρέφουμε στον Δεκέμβριο του 2018 με τον Τραμπ, ως πρόεδρο των ΗΠΑ, να γράφει ένα tweet με τον πομπώδη τίτλο: «I am a Tariff Man». Το συγκεκριμένο tweet, το οποίο 20.000 χρήστες έκαναν retweet, μας υπενθυμίζει ότι η πολιτική δασμών ήταν ήδη σε εφαρμογή επί της πρώτης του θητείας. Μετά την ανακοίνωση (τον Μάρτιο του 2018) για επιβολή δασμών 25% σε εισαγωγές χάλυβα και δασμούς 10% σε εισαγωγές αλουμινίου οι ιδιωτικές επενδύσεις στις ΗΠΑ «ψαλιδίστηκαν» κατά 1%-2% μέχρι το τέλος του 2019, και είδαμε το αμερικανικό ΑΕΠ επίσης να «ψαλιδίζεται» κατά 1% περίπου. Μικρά νούμερα, στο «μυαλό» του Τραμπ, έτσι ώστε να επανέλθει αυτός δριμύτερος από το 2025 και μετά.
Η βάση δεδομένων του Budget Lab του Πανεπιστημίου του Γέιλ καταγράφει την εξέλιξη των δασμών στις ΗΠΑ από το 1790 μέχρι σήμερα. Από ιστορική άποψη, ενώ η επιβολή δασμών αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό, η μείωσή τους λαμβάνει χώρα με βασανιστικά αργό ρυθμό. Στις αρχές του 2025, ο μέσος πραγματικός συντελεστής δασμών (average effective tariff rate) των ΗΠΑ βρισκόταν στο 2,4%. Ο Τραμπ άλλαξε πολλές φορές γνώμη, ανεβάζοντας τον συγκεκριμένο συντελεστή δασμών μέχρι και το 28%. Στα τέλη του 2025, ο συγκεκριμένος συντελεστής μειώθηκε στο 16,8%. Πρόκειται, όμως, για τον υψηλότερο συντελεστή από το 1935 και μετά. Εάν ληφθεί αυτό υπ’ όψιν, όπως επίσης και τα περιορισμένα εμπορικά αντίποινα άλλων χωρών (κυρίως της Κίνας), τότε προβλέπονται τα ακόλουθα: οι δασμοί Τραμπ θα «κόψουν» μισή ποσοστιαία μονάδα από τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ το 2025 και 0,4% από τον ρυθμό ανάπτυξης του 2026. Σε μακροχρόνιο ορίζοντα, το αμερικανικό ΑΕΠ «ψαλιδίζεται» κατά 0,3%, ενώ από το παγκόσμιο ΑΕΠ «αφαιρείται» 0,1%. Το δε ΑΕΠ της Κίνας, η οποία «ύψωσε» ανάστημα με εμπορικά αντίποινα στην πολιτική Τραμπ, αναμένεται να «ψαλιδιστεί», σε μακροχρόνιο ορίζοντα, κατά 0,2%.
Με τις εισαγωγές περισσότερο ακριβές, εκτιμάται ότι το επίπεδο τιμών στις ΗΠΑ επιβαρύνεται κατά 1,2% σε βραχυχρόνιο ορίζοντα. Ο Τραμπ, όμως, έχει ήδη λάβει τα «μέτρα του» προκειμένου η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να παραμείνει «αμέτοχη» στην αύξηση των τιμών. Μέσω του γνωστού φραστικού «bullying» σε βάρος του απερχόμενου προέδρου της Fed Τζερόμ Πάουελ, και αλλεπάλληλων κινήσεων προκειμένου να αλλάξει τη σύνθεση της Fed με πρόσωπα της αρεσκείας του, o Τραμπ έχει ήδη εξασφαλίσει τη μη αύξηση των επιτοκίων πολιτικής. Κάθε άλλο, μάλιστα: τα επιτόκια στις ΗΠΑ έχουν ήδη πάρει την κατιούσα παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον στόχο του 2%.
Η αύξηση των δασμών δίνει την εντύπωση ότι βρισκόμαστε (κοντά) στο τέλος του «νεοφιλελευθερισμού». Πιστεύαμε (και πιστεύω) ότι το ελεύθερο εμπόριο επηρεάζει θετικά την οικονομική ανάπτυξη, ενώ οι δασμοί έχουν τον αντίθετο αντίκτυπο. Ενώ, όμως, αναφερόμαστε στους δασμούς του Τραμπ, δεν πρέπει να λησμονούμε και το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016. Και τούτο επειδή το Brexit ουσιαστικά επέβαλε (νέους) εμπορικούς φραγμούς στη σχέση Βρετανίας – Ευρωπαϊκής Eνωσης. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική δασμών μπορεί να αξιοποιηθεί και ως μοχλός πολιτικής πίεσης και εκβιασμού. Αναφέρω ενδεικτικά ότι η κυβέρνηση των Εργατικών ξανασκέφτεται την επιστροφή στην τελωνειακή ένωση με την ΕΕ. Κάτι στο οποίο σθεναρά αντιτίθεται (και) η εφημερίδα «Times» του Λονδίνου, η οποία, σε κύριο άρθρο γνώμης, αναφέρει ότι η συγκεκριμένη επαναπροσέγγιση θα προκαλέσει την… οργή του Τραμπ. Και τούτο επειδή θα δημιουργήσει προβλήματα στην εν εξελίξει εμπορική συμφωνία Βρετανίας – ΗΠΑ. Προφανώς, οι «Times» φοβούνται ότι ο Τραμπ θα αντιδράσει «γονατίζοντας» τη Βρετανία με δυσθεώρητους δασμούς. Και γιατί όχι; Εδώ βομβαρδίζει τη Βενεζουέλα, απειλεί με στρατιωτική παρέμβαση στο Ιράν και προειδοποιεί την Κούβα. Εξτρα δασμοί στη Βρετανία απλώς θα της δώσουν ένα οικονομικό «μαθηματάκι».
Τα οικονομικά δρώμενα θα μπορούσαν να ήταν (ακόμα) χειρότερα. Η Παλμύρα (της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη σημερινή Συρία) επέβαλε δασμούς σε συγκεκριμένες εξαγωγές (ήτοι παστό ψάρι, ελαιόλαδο και ζωικό λίπος) προκειμένου να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες τροφίμων προς εγχώρια κατανάλωση. Ευτυχώς που ο Τραμπ δεν έχει (ακόμη) σκεφτεί κάτι ανάλογο για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ…
Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.
***
Η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού
Τον περασμένο Νοέμβριο ο Σβεν Μπέκερτ με άρθρο του στους «New York Times» με τίτλο «The Old Order Is Dead. Do Not Resuscitate» προκάλεσε έντονες συζητήσεις σχετικά με το διάχυτο αίσθημα της εποχής ότι το κυρίαρχο οικονομικό καθεστώς έχει εισέλθει σε φάση εξάντλησης και ότι κάθε προσπάθεια επαναφοράς του συνιστά ιστορικό αναχρονισμό. Η διαπίστωση αυτή αντανακλά τη διαπιστωμένη κρίση νομιμοποίησης της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων. Ως συνολική ιστορική διάγνωση, ωστόσο, απαιτεί μεγαλύτερη θεωρητική και πολιτική προσοχή.
Η ιδέα ότι «η παλιά οικονομική τάξη έχει πεθάνει» εμφανίζεται επανειλημμένα στην ιστορία του καπιταλισμού, ιδίως σε περιόδους έντονης αποσταθεροποίησης. Από τη Μεγάλη Υφεση έως την κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς και από την κρίση του 2008 έως σήμερα, κάθε μεγάλη τομή στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας συνοδεύεται από αφηγήσεις περί τέλους εποχής. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική οικονομία υπενθυμίζει ότι ο καπιταλισμός δεν συγκροτείται ως στατικό καθεστώς, αλλά ως δυναμικό σύστημα θεσμών, σχέσεων και κινήτρων, με σημαντική ικανότητα ανασύνθεσης και ανατροφοδότησης. Σε αυτή τη δυναμική εντάσσεται η σουμπετεριανή λογική της «δημιουργικής καταστροφής», σύμφωνα με την οποία οι κρίσεις δεν λειτουργούν απλώς ως παθολογίες, αλλά και ως μηχανισμοί αναδιάρθρωσης. Παλαιά πρότυπα δραστηριοποίησης και κερδοφορίας υποχωρούν, νέα αναδύονται και οι θεσμοί προσαρμόζονται ώστε να αποκατασταθεί η διαδικασία συσσώρευσης. Το κράτος, σε αυτό το πλαίσιο, δεν δρα ως εξωτερικό αντίβαρο της αγοράς, αλλά ως παράγοντας σταθεροποίησης και επιτάχυνσης αυτών των μετασχηματισμών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής, των δασμών και της γεωοικονομικής στρατηγικής δεν συνιστά υπέρβαση του καπιταλισμού, αλλά προσαρμογή του σε συνθήκες αυξημένου γεωπολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού. Ανταγωνισμού που επικεντρώνεται στη διαμόρφωση υπερεθνικών ζωνών επιρροής, ελέγχου κρίσιμων πλουτοπαραγωγικών πηγών, αλυσίδων αξίας και θαλασσίων οδών, προτάσσοντας το συναλλακτικό συμφέρον και τη δύναμη του ισχυρού έναντι της τήρησης και του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Πρόκειται για μια φάση κρατικά διαμεσολαβούμενης συσσώρευσης, με πυρήνα τη «λογική» των αποτελεσματικών αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η συχνά επαναλαμβανόμενη αφήγηση περί «τέλους του νεοφιλελευθερισμού» αποδεικνύεται θεωρητικά ατελής. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν υπήρξε ποτέ απλά μια ιδεολογία απορρύθμισης ή περιορισμένου κράτους. Η σημαντική διάσταση του αφορά τη συγκρότησή του ως εργαλείου ενεργού αναδιάρθρωσης και μετασχηματισμού του κράτους υπέρ των αγορών και του κεφαλαίου. Το κράτος δεν αποσύρεται, αλλά επαναπροσδιορίζει τις λειτουργίες του διαμέσου της παροχής εγγύησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, της απορρύθμισης της εργασίας, της απορρόφησης του συστημικού ρίσκου και της κοινωνικοποίησης των ζημιών.
Κεντρικό χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας δεν είναι απλά η απουσία μιας εναλλακτικής πρότασης αλλά η κατάθεση μιας ηγεμονικής πρότασης, ενός νέου υποδείγματος που θα «απειλήσει» με αντικατάσταση το κυρίαρχο επί δεκαετίες σύστημα. Παρά τη διευρυμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και την έντονη κριτική στον νεοφιλελευθερισμό, σημαντικές προοδευτικές παρεμβάσεις, όπως η πράσινη μετάβαση, το κοινωνικό κράτος και οι ρυθμιστικές πολιτικές, κινούνται εντός της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής. Πρόκειται περισσότερο για αναπροσαρμογές εντός του σημερινού πλαισίου παρά για την ουσιαστική αμφισβήτηση των βασικών σχέσεων οικονομικής εξουσίας.
Η συμπεριφορά των αγορών ενισχύει αυτή την εικόνα. Το 2025, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις εμπορικές συγκρούσεις, τη ρητορική περί αποπαγκοσμιοποίησης και τις προβλέψεις συστημικής κρίσης, οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, ιδίως εκείνες των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τεχνητή Νοημοσύνη, κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο. Οι κεφαλαιαγορές δεν φαίνεται να προεξοφλούν κατάρρευση, αλλά αναζητούν καινούργια αποδοτικά πεδία διαιώνισης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η αβεβαιότητα, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αναστέλλει τη συσσώρευση, αντιθέτως μετατρέπεται σε (νέο) πεδίο ευκαιριών. Παράλληλα, οι εντεινόμενες κοινωνικές ανισότητες, το σημαντικότερο αρνητικό παράγωγο του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, αντιμετωπίζονται πλέον λιγότερο ως πρόβλημα πολιτικής νομιμοποίησης και περισσότερο ως δομικό στοιχείο ενός ανταγωνιστικού καθεστώτος συσσώρευσης. Η διαδικασία της «δημιουργικής καταστροφής» συνεχίζεται, χωρίς τη συνοδευτική υπόσχεση κοινωνικής διάχυσης των ωφελειών.
Αν αυτή η περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί κρίση, τότε πρόκειται λιγότερο για «κατάρρευση» και περισσότερο για έναν μετασχηματισμό χωρίς σαφή δημοκρατική κατεύθυνση. Ανατρέχοντας στον Γκράμσι, το ζήτημα δεν είναι ότι το παλιό πεθαίνει, αλλά ότι το νέο δυσκολεύεται να συγκροτηθεί. Σε αυτό το ενδιάμεσο, ο καπιταλισμός δεν αποσυντίθεται αλλά ανασυντάσσεται. Και ελλείψει μιας δύναμης ικανής να διεκδικήσει την ηγεμονία – όχι απλώς τη διαχείριση – η κρίση τείνει να παγιώνεται ως κανονικότητα.
Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος.



