Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Μια σύντομη ματιά στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Εγγύς Ανατολή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου αρκεί ώστε να αντιληφθεί κανείς τις λεπτές ισορροπίες στο τρίγωνο Αθήνας – Αγκυρας – Ουάσιγκτον: για τις Ηνωμένες Πολιτείες η Τουρκία αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστη γραμμή άμυνας έναντι του σοβιετικού κινδύνου, αλλά και πάτημα της Δύσης προς τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, επίσης απαραίτητος σύμμαχος, οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά με την Τουρκία στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, παρά τις επικίνδυνες μεταξύ τους διαφορές, την εποχή εκείνη με επίκεντρο το Κυπριακό.

Μπορεί έκτοτε να έχουν αλλάξει πολλά, όμως η αμερικανική θεώρηση της περιοχής παραμένει ταυτόσημη. Επιμέρους σκαμπανεβάσματα στις διμερείς σχέσεις καταγράφονται διαχρονικά, όμως επί της δεύτερης θητείας Τραμπ είναι φανερό ότι ο Λευκός Οίκος συγκλίνει περισσότερο με την Αγκυρα παρά με την Αθήνα. Κάτι που δεν συνέβαινε κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν.

Δεν είναι μόνο η χημεία μεταξύ των κ.κ. Τραμπ και Ερντογάν. Στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία η Τουρκία προσφέρει στην Ουάσιγκτον πρόσβαση σε όλα τα μέτωπα: από την Ουκρανία και τον Καύκασο έως το Ιράν και από τη Μέση Ανατολή έως τη Βόρεια Αφρική. Από την άλλη πλευρά, είναι εμφανές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει πολλά κοινά με τον αμερικανό πρόεδρο. Πέραν, όμως, αυτού είναι πλέον έκδηλο ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θυμίζουν τους τελευταίους μήνες σκωτσέζικο ντους: τυπικά είναι σε «άριστο επίπεδο», όπως διατείνονται οι κυβερνητικοί, ουσιαστικά όμως παραμένουν παγωμένες.

Ο έκτος γύρος του στρατηγικού διαλόγου Ελλάδας – Ηνωμένων Πολιτειών, διά του οποίου επικυρώνεται θεσμικά η διπλωματική και αμυντική σύμπλευση των δύο πλευρών στην Ανατολική Μεσόγειο, θα έπρεπε βάσει προγράμματος να είχε πραγματοποιηθεί έως το τέλος του 2025 στην Αθήνα, παρουσία του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Εκτοτε όμως αγνοείται, ενώ σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες ουδεμία σχετική επαφή ή προεργασία καταγράφεται αυτή την περίοδο ως προς τη διεξαγωγή του.

Ο κ. Ρούμπιο, ο οποίος πάντως επικοινωνεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα με τον ομόλογό του Γιώργο Γεραπετρίτη, διαθέτει πράγματι ένα εξαιρετικά επιβαρυμένο πρόγραμμα, αλλά όπως σημειώνεται με κριτική διάθεση από διπλωματικούς κύκλους, «εν μέσω του πολέμου στο Ιράν και ενώ οι αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις χρησιμοποιούν κατά κόρον στρατιωτικές εγκαταστάσεις επί ελληνικού εδάφους, με προεξάρχουσα τη Σούδα, θα περίμενε κανείς ότι η Ουάσιγκτον θα έδινε βάση στον Στρατηγικό Διάλογο, κατά τη διάρκεια του οποίου άλλωστε θα έπρεπε να ανανεωθεί η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας (MDCA)».

Ακόμα κι αν όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό το επιτελείο του Τραμπ δεν ασκεί εξωτερική πολιτική με βάση θεσμικές προδιαγραφές, στη συγκεκριμένη περίπτωση η παρουσία του υπουργού Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών θα λειτουργούσε εποικοδομητικά τόσο για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις όσο και ειδικότερα και ως προς την ενίσχυση του διπλωματικού αποτυπώματος της Αθήνας στην ευρύτερη περιοχή.

Σύμφωνα, μάλιστα, με ασφαλή πηγή πληροφόρησης, κλιμάκιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ βολιδοσκόπησε την Αθήνα προκειμένου ο Στρατηγικός Διάλογος να διεξαχθεί στην Ουάσιγκτον, με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών να επιφυλάσσεται, καθώς μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε σε εσφαλμένα συμπεράσματα ως προς την τήρηση της διπλωματικής τάξης. Η επί της ουσίας άρνηση της Αθήνας αντανακλά αν όχι την ενόχληση, βεβαίως τον προβληματισμό που επικρατεί για το επίπεδο επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον.

Οι επισκέψεις που δεν έγιναν και τα F-35

Με βάση αυτά τα δεδομένα, στο Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών έχει διαμορφωθεί η άποψη ότι τουλάχιστον έως τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να τηρηθούν, με εύσχημο τρόπο και χωρίς θόρυβο, αποστάσεις από την Ουάσιγκτον. Κι αυτό διότι ένα αρνητικό αποτέλεσμα εις βάρος του κ. Τραμπ θα επιφέρει αλλαγές των ισορροπιών στο Κογκρέσο, αποδυναμώνοντας εν μέρει τον Λευκό Οίκο.

Εξ ου και ουδείς στην ελληνική πρωτεύουσα επιδιώκει αυτή τη στιγμή εκατέρωθεν επισκέψεις, παρά τα όσα γράφτηκαν κατά καιρούς, με τελευταίο σενάριο ένα ταξίδι του υπουργού Πολέμου των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ στην Αθήνα, ενδεχομένως και στη Σούδα. Σύμφωνα δε με ανώτερη διπλωματική πηγή δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προγραμματισμός συναντήσεων στο ανώτερο επίπεδο, ειδικά αν κανείς επιχειρήσει να εκλάβει τέτοιες κινήσεις ως «αντιστάθμισμα» στις εικόνες της μεγαλειώδους υποδοχής του Τραμπ στην Αγκυρα, αλλά και εν γένει στα όσα ειπώθηκαν και αναμένονται περί της πιθανής επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Ειδικότερα στο ζήτημα των αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς, η ισορροπία που πρέπει να τηρήσει η Αθήνα είναι εξαιρετικά λεπτή. Σύμφωνα, μεν, με την επίσημη θέση, η οποία άλλωστε έχει διατυπωθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, η Ελλάδα δεν αναμειγνύεται σε διμερείς συμφωνίες και αγοραπωλησίες μεταξύ τρίτων χωρών, από την άλλη πλευρά όμως καταγράφονται, και δημοσίως, έντονες ανησυχίες για μια πιθανή αλλαγή ισορροπιών στον ουρανό του Αιγαίου. Αυτό που σημειώνεται είναι ότι η Πολεμική Αεροπορία θα παραλάβει το πρώτο F-35 εντός του 2029, η Αγκυρα βρίσκεται ακόμα εν μέσω διαπραγματεύσεων, ενώ όπως εκτιμάται το ζήτημα απόσυρσης των S-400 από το τουρκικό έδαφος δεν θα αποδειχθεί εύκολη υπόθεση.

Ο παράγοντας Ισραήλ και το Κογκρέσο

Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια γραμμή άμυνας θα ακολουθήσει η ελληνική διπλωματία, με δεδομένη και την αδυναμία του ελληνοαμερικανικού λόμπι να τηρήσει συνεκτική στάση εντός του Κογκρέσου. Προφανής σύμμαχος της χώρας στην εν λόγω υπόθεση είναι το Ισραήλ, με τον πρωθυπουργό Νετανιάχου να δηλώνει ότι η παροχή των F-35 στην Τουρκία θα προκαλούσε αναταράξεις και στο ισοζύγιο δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Το δίλημμα, όμως, για την Αθήνα επικεντρώνεται στο αν θα επιδιωχθεί, μέσω του Κογκρέσου, η επιβολή όρων χρήσεως. Αν, δηλαδή, στη συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών – Τουρκίας θα ήταν δυνατόν να συμπεριληφθεί διατύπωση σύμφωνα με την οποία τα μαχητικά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εναντίον συμμαχικών κρατών.

Πηγή κοντά στο περιβάλλον του κ. Γεραπετρίτη επισημαίνει στο «Βήμα» ότι «προς το παρόν δεν τίθεται θέμα όρων, το κρίσιμο είναι να αυξηθεί η πίεση εντός και εκτός Κογκρέσου προς τον Λευκό Οίκο προκειμένου να γίνει αντιληπτή η διακινδύνευση της ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο». Σύμφωνα δε με την προσέγγιση υψηλόβαθμων υπηρεσιακών παραγόντων του υπουργείου Εξωτερικών, «σπανίως τέτοιοι νομικοί όροι βρίσκουν αντίκρισμα στην πράξη». Με λίγα λόγια, η Τουρκία μπορεί να επικαλεστεί σειρά επιχειρημάτων ως προς τον τρόπο αλλά και τον τόπο χρήσης των εξοπλιστικών συστημάτων της, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις.

Προβληματισμός επικρατεί, τέλος, στην Αθήνα και ως προς την παρουσία, τη δραστηριοποίηση και την αποτελεσματικότητα της αμερικανίδας πρέσβεως, κυρίας Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Παρά την κατά γενική ομολογία δυναμική είσοδό της στα πράγματα, ειδικά στον τομέα της Ενέργειας με τη σύναψη σειράς διμερών συμφωνιών, φαίνεται ότι πλέον η κυρία Γκίλφοϊλ επικεντρώνεται στην άκρως απαραίτητη κατά τα άλλα ενίσχυση της οικονομικής διπλωματίας, χωρίς όμως να επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πολιτικό πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Πάντως, τα κορυφαία μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου επικοινωνούν απευθείας με την κυρία Γκίλφοϊλ, καθώς η ίδια διαθέτει διαύλους επαφής με το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ. Ταυτοχρόνως, στην Αθήνα εκτιμούν τον Μάρκο Ρούμπιο ως τον πλέον αξιόπιστο συνομιλητή στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, κυρίως λόγω της ενασχόλησής του με την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.