«Το κατοικείν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι θνητοί είναι πάνω στη γη» γράφει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στο βιβλίο του «Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι». Η κατοικία είναι ο τόπος έδρασης του είναι. Η περιχαράκωση της ιδιωτικότητας. Η επικράτεια της εσωτερικότητας. «Τα σπίτια ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν/ μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν/ μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν/ ή που χάθηκαν, τώρα που έγινε/ ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» στην ποιητική συλλογή «Κίχλη».
Η νεαρή σκηνοθέτις Αρίστη Τσέλου με τη νέα, φεστιβαλική δουλειά της αναρωτιέται ή διαπιστώνει «Πώς κατοικ[εί]» κανείς στο μεταίχμιο ενός βίου που ορίζεται από απώλειες συναισθηματικές και υλικές, αγωνίες παρελθοντικές και παρούσες, αναμνήσεις ευχάριστες και δυσάρεστες. Επιχειρεί να αποδώσει παραστατικά πώς είναι να φέρει κανείς το αίσθημα της θνητότητας, της ρευστότητας, της ανεστιότητας. Οχι πάντα ευδοκίμως.
Σκηνοθετική απειρία, δραματουργική αστοχία
Στη σκηνή ένας ηλικιωμένος άνδρας. Μοιάζει ευάλωτος. Τον επισκέπτεται ένας νεαρός real estate manager, όπως αυτοσυστήνεται. Ρωτάει κάποιες πληροφορίες για το σπίτι. Ο διάλογος ανακυκλώνεται σε λούπα τα πέντε πρώτα λεπτά της παράστασης. Στη συνέχεια, άνθρωποι/αναμνήσεις του ηλικιωμένου άνδρα – συν μια αρκούδα με χαλκά (!) – θα μπουν και θα βγουν από μία παλιά, ταλαιπωρημένη ντουλάπα – σαν αυτή να είναι πύλη για το υπερπέραν –, θα ξεπηδήσουν από ένα κρεβάτι στο πάτωμα με ανακατεμένα σκεπάσματα – σαν κουνέλια από το μαγικό καπέλο του ταχυδακτυλουργού –, θα μπουκώσουν με ολόκληρα ρόδια το στόμα τους – σαν να θέλουν να τεστάρουν τις αντοχές της οδοντοστοιχίας τους. Στο τέλος, μετά από ένα ατελείωτο πηγαινέλα, χοροπηδητά και τραγουδιστικά ιντερλούδια των απρόσκλητων (;) επισκεπτών/αναμνήσεων, ο κτηματομεσίτης ανακοινώνει ξαφνικά ότι θα αγοράσει αυτός το σπίτι, το οποίο έχει βγει σε πλειστηριασμό.
Από τον Αντόν Τσέχοφ στη στεγαστική κρίση
Εμπνευση για την παράσταση “Πώς κατοικώ” αποτέλεσαν η μυθολογία του “Βυσσινόκηπου”του Αντόν Τσέχοφ, καθώς και μια είδηση βγαλμένη μέσα από τις πολλές μικρές και μεγάλες τραγωδίες που εκτυλίχθηκαν ύστερα από πλειστηριασμούς κατοικιών στο πλαίσιο της διαρκώς επιδεινούμενης παγκόσμιας στεγαστικής κρίσης» διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου της παράστασης. Είναι πάντα διαφωτιστικό να γνωρίζει κανείς την αφετηρία σύλληψης και τις προθέσεις ενός σκηνοθέτη για να τις συγκρίνει στη συνέχεια με το παραστατικό αποτέλεσμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι εμφανής η αναντιστοιχία καλλιτεχνικών στοχεύσεων και σκηνικού παραγόμενου, που προκύπτει από πρόδηλη σκηνοθετική απειρία και αδυναμία λυσιτελούς διαχείρισης του έμψυχου και του δραματουργικού υλικού της παράστασης.
Οι μεν ηθοποιοί έχουν αφεθεί στη μοίρα τους και στους αυτοσχεδιασμούς τους, το δε κείμενο (σύλληψη Αρίστη Τσέλου, συνεργάτιδα δραματουργός Ερι Κύργια) δεν κατορθώνει να συνθέσει δραματουργικές εντάσεις.
Ενας ηλικιωμένος άνθρωπος εκδιώκεται από το σπίτι του, τον στοιχειώνουν οι σκέψεις και οι αναμνήσεις του από την αγαπημένη του σύντροφο με την οποία έζησε μισό αιώνα κοινού βίου, και… τίποτα. Καμία εσωτερική σύγκρουση, κανένα διακύβευμα. Τον επισκέπτεται ένας νέος φιλόδοξος μεσίτης, ο οποίος τελικά αγοράζει το σπίτι του, όπως – περίπου – ο Λοπάχιν τον Βυσσινόκηπο στο ομώνυμο έργο του Τσέχοφ, πάλι χάνεται η ευκαιρία του διακειμενικού συνειρμού, η τροφοδότηση του ισχυρού δραματουργικού κινήτρου.
Ερμηνευτικά, διακρίνονται ο έμπειρος Γιώργος Μπινιάρης, στον ρόλο του ηλικιωμένου άνδρα που έχει χάσει τα πάντα, ο οποίος προσφέρει στο κοινό στιγμές συμπαγούς συγκίνησης, και ο Νίκος Μήλιας, ως μεσίτης, ο οποίος εμφανώς πασχίζει να δώσει ερμηνευτικό σχήμα και βάθος σε έναν επίπεδο ρόλο.
Στη διανομή επίσης οι Μάγια Βασιλάκη, Αβραάμ Γκουτζελούδης, Αννια Μπούτνιοκ, Ανδριάνα Σαράντη. Στα συν της παράστασης, ο σχεδιασμός φωτισμού του Τάσου Παλαιορούτα, που εξασφάλισε τους απαραίτητους όρους θεατρικότητας στο εγχείρημα.
Περί δόμησης και αποδόμησης
Η παράσταση «Πώς κατοικώ» φιλοξενείται στο Φεστιβάλ Αθηνών στο πλαίσιο της ενότητας GEN 260, μια πρωτοβουλία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Ελληνικού Φεστιβάλ, που πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ. Μια πραγματικά πολύ ωραία, συμπεριληπτική κίνηση που στόχο έχει να συστήσει στο κοινό νέους δημιουργούς, «απόφοιτους των αναγνωρισμένων σχολών με κατεύθυνση σκηνοθεσίας στην Ελλάδα», όπως αναγράφεται στην επίσημη ανακοίνωση του Φεστιβάλ.
Τα κριτήρια για τη συμμετοχή στην GEN 260
Ομως, με τι κριτήρια επιλέγονται οι συμμετέχοντες στο GEN 260, δεδομένου ότι τα δείγματα επαγγελματικής δουλειάς τους είναι περιορισμένα, καθώς πρόκειται για αποφοιτήσαντες από σχολές σκηνοθεσίας τα τελευταία λίγα χρόνια; Υπάρχει συντονιστική/επιβλέπουσα ομάδα του Φεστιβάλ Αθηνών ώστε να βοηθήσει αυτούς τους νέους δημιουργούς να ενταχθούν οργανικά στο πρόγραμμα ενός φεστιβάλ υψηλών στοχεύσεων και απαιτήσεων; Τέλος, πόσο στιβαρό είναι το πρόγραμμα σπουδών των σχολών θεατρικής σκηνοθεσίας στην Ελλάδα; Αν κρίνουμε από την περίπτωση της Αρίστης Τσέλου, που είναι απόφοιτος του Τμήματος Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και άλλων αποφοίτων της ίδιας σχολής των οποίων σκηνοθετικές προτάσεις έχω παρακολουθήσει, οι διαπιστώσεις είναι μάλλον απογοητευτικές. Το ότι η σκηνοθετική πρόταση της Τσέλου παραπέμπει περισσότερο σε παρουσίαση δοκιμής σε σχολή σκηνοθεσίας παρά σε φεστιβαλική παραγωγή δεν είναι το μελανότερο σημείο αυτής της αποτίμησης. Το χειρότερο όλων είναι ότι παρατηρεί κανείς μια βεβιασμένη και άκριτη τάση αποδόμησης της σκηνικής πράξης, χωρίς να έχει προηγηθεί μια σοβαρή σπουδή και μελέτη των δομικών υλικών αυτής. Γιατί, για να αποδομήσει κανείς οτιδήποτε δημιουργικά, χρειάζεται προηγουμένως να γνωρίζει πώς δομείται απελευθερωτικά.



