Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ο Μιχάλης Οικονόμου ψάχνει πάντα έναν λόγο, μια σύνδεση με το σήμερα σε κάθε τι που κάνει, κυρίως στο θέατρο. Ηθοποιός που διαρκώς εξελίσσεται, επιστρέφει στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη. Στις αποσκευές του έχει πια και την πρόσφατη συνεργασία με τον Τόμας Οστερμάιερ στον «Εχθρό του λαού», απ’ όπου έμαθε πολλά.  

Χρειαζόμαστε πάντα Αντιγόνες, Κρέοντες, ανθρώπους απόλυτους, ταγμένους σε έναν σκοπό;

Το ‘χω σκεφτεί κι εγώ αυτό. Κι ο Κρέων έχει κάποια δίκια. Η “Αντιγόνη” θεωρώ ότι μπορεί να διαβαστεί άνετα και από ακροδεξιές φιλοσοφίες και να ‘ναι όντως υπέρ της. Υπάρχουν φράσεις της, γιατί είναι μια φιγούρα των άκρων, που θα μπορούσαν όντως να εξυπηρετήσουν, άθελά της, ακροδεξιές ιδεολογίες. Απ’ τη στιγμή όμως που υπεισέρχεται ένας Κρέων και απαγορεύει, αλλιώς θα σκοτώσει, εκεί χάνει το δίκιο του.

Οπως λέει κι ο Καρλ Πόπερ στο “Παράδοξο της ενοχής”, αν μια κοινωνία είναι απεριόριστα ανεκτική ακόμα και απέναντι σε όσους είναι φανατικά μισαλλόδοξοι, τότε οι μισαλλόδοξοι μπορεί τελικά να καταστρέψουν την ίδια την ανοχή. Δηλαδή μια κοινωνία δεν μπορεί να ‘ναι ανεκτική στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατίας σε ανθρώπους που κατακρεουργούν ανθρώπινα δικαιώματα ή πρεσβεύουν φασιστικά μορφώματα. Μπορεί ν’ ακούγεται ακραίο, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει θέση σε μια κοινωνία που θέλει να προχωρήσει.

Οπότε τάσσεστε με την Αντιγόνη;

Ναι, αλλά δεν γίνομαι αυτόματα Αντιγόνη. Θεωρώ ότι μέσα του κάθε άνθρωπος έχει και τον Κρέοντα και την Αντιγόνη, μυαλό και καρδιά. Είναι ευθύνη του καθενός τι θα καλλιεργήσει, σε ποιες στιγμές θα ενεργοποιήσει το ένα ή το άλλο – και τα δύο χρειάζονται.

Αυτό που κάνει την Αντιγόνη να ξεπερνάει την ακρότητα είναι ότι την κινεί η αγάπη. “Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ, όχι για να μισώ” λέει. Κι αυτός που έχει κίνητρο την αγάπη όσο απόλυτος κι αν είναι δεν απειλεί πραγματικά κανέναν. Υπάρχει πάντα ένα ανθρωπιστικό μέτρο.

Πώς προσεγγίζετε τους ρόλους;

Για να κρατήσω τη φρεσκάδα και την αλήθεια μου, μ’ έναν τρόπο, μηδενίζω – κάθε φορά, σε κάθε καινούργιο ρόλο. Προσπαθώ να πηγαίνω λευκό χαρτί, είναι όμως γραμμένο, μοιραία, λόγω εμπειρίας. Από τότε που ήμουν στη δραματική και πήγαινα σε παραστάσεις, όταν έβλεπα πράγματα που δεν μ’ άρεσαν, ακόμα και σε ηθοποιούς που θαύμαζα, προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω τι δεν θα ‘θελα να κάνω εγώ όταν φτάσω στην ηλικία τους.

Oταν έβλεπα ότι δεν έχει νόημα για εκείνους, ξενέρωνα. Γιατί δεν είχε ούτε για μένα. Προσπαθώ να ‘μαι ακόμα μαθητής μ’ έναν τρόπο. Ακούω τους σκηνοθέτες, κοιτάω να ‘χει έναν πολύ βασικό λόγο για μένα κάθε τι που λέω επί σκηνής. Μ’ απασχολεί το σήμερα. Αν κι αυτά τα έργα ξεπερνούν τον χρόνο. Eχω μεγάλη ανάγκη αυτό που κάνω να ‘χει να πει κάτι καίριο για το τώρα. Κι αν δεν έχει, εγώ το κάνω να ‘χει, με έναν τρόπο, μέσα μου.

Φύλακας στην «Αντιγόνη»…

Ο ρόλος κυοφορεί μια παραδοξότητα. Ως Φύλακας, στην πρώτη σκηνή, είναι κομμάτι της εξουσίας, του συστήματος. Καταλαβαίνει ότι αυτό που έχει να πει είναι απέναντι σ’ αυτό που έχει διαταχθεί, οπότε έχει το βάρος μιας ανακοίνωσης που ίσως επηρεάσει την ίδια του τη ζωή. Αλλά ταυτόχρονα όταν δει ότι δεν υπάρχει σεβασμός απέναντι στο πρόσωπό του απ’ την ίδια την εξουσία ξαφνικά λέει: “Φοβερό πράγμα ο κριτής να ‘χει λάθος κρίση”.

Επομένως κρύβει και μια μικρή επανάσταση μέσα του απ’ την αρχή. Στη συνέχεια υπακούει, αλλά με τον τρόπο που έχει στηθεί η δεύτερη σκηνή του Φύλακα στην παράσταση έχει μέσα ένα μεγάλο συγγνώμη, μια μεταμέλεια, έναν τεράστιο θαυμασμό για αυτά που τολμά να πει η Αντιγόνη. Βλέπει να πραγματοποιείται μπροστά του η επανάσταση που ο ίδιος πήγε να κάνει. Εχουμε ανάγκη να βλέπουμε επαναστάσεις, ανθρώπους που το φτάνουν στα άκρα, όχι για να καταστρέψουν αλλά για να δημιουργήσουν, να ανοίξουν δρόμους.

Δεν είμαστε όλοι Αντιγόνες;

Φυσικά και δεν είμαστε. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι είμαστε βολεμένοι – κι εγώ. Ομως, κι αυτό το είδα στον “Εχθρό του λαού” του Οστερμάιερ, κυρίως στη φάση της συνέλευσης: Διακυβεύονται πια πολύ βασικά, απλά πράγματα στην καθημερινότητά μας. Αρνούμαστε να ακούσουμε τον άλλον χωρίς δυσανασχέτηση. Υπήρχαν άνθρωποι που σηκώνονταν κι έφευγαν για να μην ακούσουν μια διαφορετική γνώμη.

Και νομίζω ότι είναι οι ίδιοι που κάνουν σχόλια στα social και δεν διαφωνούν απλά, κατακρεουργούν, διαπομπεύουν, δεν κάνουν διάλογο. Θεωρώ πια ότι τα social κυοφορούν τον ίδιο τον φασισμό.

Δεν ξέρω αν αυτό όντως δείχνει τι είναι η κοινωνία. Θέλω να πιστεύω πως όχι. Μιλάμε όχι για να γίνουμε επαναστάτες αλλά για να καθίσουμε απέναντι στον άλλον και να ακούσουμε μια διαφορετική γνώμη. Από μαθητής στο σχολείο, θαύμαζα τη φράση του Βολταίρου, ότι μπορεί να διαφωνώ μ’ αυτά που λες αλλά θα δώσω και τη ζωή μου για το δικαίωμά σου να τα λες. Πού είναι αυτό τώρα;

Το λέτε και από προσωπικά βιώματα;

Εγώ έχω έναν διαφορετικό και ταυτόχρονα πολύ κοινό τρόπο ζωής – ίσως και πρωτοπόρο σε κάποια θέματα. Αλλά, χωρίς να μετράω τα σχόλια στα social, δεν έχω νιώσει να με πολεμούν, δεν έχω δεχθεί επιθετικότητα ούτε εγώ ούτε η οικογένειά μου.

Δεν ξέρω αν παίζει ρόλο ότι δεν είμαι επιθετικός ή η ποιότητα που έχω σαν άνθρωπος. Το θέατρο παραμένει ένας απ’ τους πιο ελεύθερους χώρους και σαν τρόπος που λειτουργεί – μια κοινή σύναξη. Και το εισιτήριο, επειδή στην Ελλάδα η τιμή είναι προσιτή, επιτρέπει στον κόσμο να ‘ρθει. Ενας πυρήνας δημοκρατίας είναι το θέατρο, μια κοινή εμπειρία για ανθρώπους που επέλεξαν να βρεθούν στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα – χωρίς οθόνες.

Σημαντική η εμπειρία με τον Οστερμάιερ;

Για μένα ήταν τεράστια ευκαιρία η συνεργασία με τον Τόμας, η συγκεκριμένη παράσταση και ο ρόλος που εγώ τον λάτρεψα (σ.σ. δήμαρχος). Με τον Οστερμάιερ μπήκαμε σ’ έναν δρόμο που λίγο στην Ελλάδα τελευταία τον χάνουμε γιατί μας ενδιαφέρει πιο πολύ η εντύπωση του ρόλου. Ενώ ο Τόμας επέμενε και μας έλεγε “don’t push”.

Μην έχεις δηλαδή καμιά εντύπωση για τον χαρακτήρα, έχε μόνο ένα άνοιγμα για να ζήσεις τη σκηνή επί τόπου με τον άλλον, στη συνθήκη που έχει φτιαχτεί ήδη. Ηταν η απόλυτη χαρά της επικοινωνίας, του αφήματος. Μεγάλη ελευθερία να μην χρειάζεται να αποδείξεις, πιέζοντας, ότι είσαι “και ο πρώτος” με το που βγεις στη σκηνή, αλλά να το χτίσεις σιγά-σιγά.

Σκέφτεστε το επόμενο, συγκριτικά με αυτό;   

Το λέγαμε και με τον θίασο, γιατί ζήσαμε κάτι πέρα από κάθε φαντασία μας. Αλλά η δουλειά μας είναι ένα ταξίδι ελιγμού. Απ’ την άλλη, έχω πίστη στους νέους σκηνοθέτες. Ηρθε η ώρα να βγει η επόμενη γενιά που θα μας εκπλήξει ακόμα περισσότερο και θα μας οδηγήσει στο καινούργιο. Εχω μεγάλη όρεξη να δουλέψω με τα νέα παιδιά.