Δεν είναι κάθε καλοκαίρι για κόσμο, δυνατή μουσική και γεμάτες ξαπλώστρες. Υπάρχουν χρονιές που το μόνο που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι να απομακρυνθούμε λίγο. Να βρούμε ησυχία, να ξεκουραστούμε ουσιαστικά, να πάμε σε μια παραλία χωρίς φασαρία, χωρίς συνωστισμό, χωρίς την αίσθηση ότι πρέπει να «προλάβουμε» το καλοκαίρι.
Γιατί, στην πραγματικότητα, πολλές φορές καταλήγουμε να κυνηγάμε την εικόνα των διακοπών αντί να τις ζούμε. Παραλίες γεμάτες κόσμο, ξαπλώστρες κολλητά η μία δίπλα στην άλλη, μουσικές που δεν σταματούν ποτέ και κάπου εκεί χάνεται το βασικό: η επαφή με τη θάλασσα, η χαλάρωση, η απλότητα.
Ίσως, λοιπόν, αυτό το καλοκαίρι να είναι η κατάλληλη στιγμή για κάτι διαφορετικό. Για ένα νησί πιο ήσυχο, λιγότερο προβεβλημένο, όπου δεν θα χρειάζεται να ψάχνεις χώρο για να απλώσεις την πετσέτα σου και όπου ο χρόνος κυλάει πιο αργά. Εκεί που μπορείς να μείνεις λίγο παραπάνω μέσα στο νερό, να ακούς μόνο τον αέρα και τα κύματα, και να θυμηθείς πώς είναι να ξεκουράζεσαι πραγματικά.
Λειψοί
Πρόκειται για ένα μέρος που υμνεί την απλότητα. Βρίσκονται στα βόρεια Δωδεκάνησα, ανάμεσα στην Πάτμο και τη Λέρο, και αποτελούν μέρος ενός μικρού νησιωτικού συμπλέγματος με περισσότερες από 24 νησίδες και βραχονησίδες που ανήκουν σε προστατευόμενη περιοχή του δικτύου Natura 2000, χάρη στη σημαντική βιοποικιλότητα και στο ευαίσθητο θαλάσσιο οικοσύστημά τους. Αυτό είναι μια γενική πληροφορία. Όπως και το άλλο που σχετίζεται με τη μυθολογία και συνδέει τους Λειψούς με την ομηρική Ωγυγία, όπου η νύμφη Καλυψώ κράτησε αιχμάλωτο τον Οδυσσέα για επτά χρόνια.

Αν αφήσουμε τις γενικές πληροφορίες και τους μύθους, θα βρεθούμε σε εκείνο το νησί όπου μπορούμε να πετύχουμε την πολυπόθητη αποσύνδεση απ’ ό,τι μας φορτίζει. Το λιμάνι είναι και η Χώρα, ο βασικός οικισμός των Λειψών, γύρω από έναν απάνεμο κόλπο, και εδώ εξελίσσονται σχεδόν τα πάντα: η καθημερινότητα, οι συναντήσεις με τους ντόπιους, ο πρωινός καφές και το φαγητό. Είναι το νησί που όταν μείνεις τρεις μέρες μιλάς σε όλους με το μικρό τους όνομα. Ανάμεσα στα ασβεστωμένα σπίτια, μόλις λίγα μέτρα από το λιμάνι, ξεχωρίζει ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, με τη σπάνια εικόνα της Παναγίας της Μαύρης που χρονολογείται γύρω στο 1500, ενώ στο ισόγειο του ναού φιλοξενείται η αρχαιολογική συλλογή των Λειψών. Υπάρχουν και άλλα εκκλησάκια, που ανήκουν σε οικογένειες ντόπιων, και περπατώντας θα βρεθούμε σε μια ακόμη σημαντική εκκλησία, την Παναγιά του Χάρου, χτισμένη το 1600, όπου θα δούμε μια σπάνια εικόνα: η Παναγία δεν κρατά στην αγκαλιά της τον Χριστό ως βρέφος αλλά ως εσταυρωμένο, κάτι που την κάνει μοναδική σε όλη τη χώρα.
Οι Λειψοί προσφέρουν και πολλές ευκαιρίες για περπάτημα, είτε προς τον παλιό Μύλο του Αράβη, το ψηλότερο σημείο της Χώρας με πανοραμική θέα, είτε προς το ακόμα ψηλότερο σημείο, το Κάστρο, όπου βρίσκονται τα απομεινάρια της αρχαίας ακρόπολης. Με μια μικρή περιήγηση ανάμεσα σε χαμηλούς λόφους που μοσχοβολούν θυμάρι, ρίγανη και θρούμπι, ακολουθώντας το πλακόστρωτο Μονοπάτι της Κοίμησης, φτάνουμε στην Πάνω Παναγιά, ένα πανέμορφο εκκλησάκι του 1500, και στη συνέχεια στην Κάτω Παναγιά, χτισμένη το 1770, που βρίσκεται σε έναν όμορφο κολπίσκο με διάφανα νερά.

Στους Λειψούς υπάρχουν γραφικά ταβερνάκια γύρω από τη μαρίνα για ψάρι και θαλασσινά, όμως το νησί δεν έχει παράδοση μόνο στην αλιεία αλλά και στην κτηνοτροφία και τη γεωργία, καθώς διαθέτει τυροκομείο και οινοποιείο όπου εμφιαλώνεται η τοπική ποικιλία Φωκιανό. Εκτός από τα υπέροχα τυριά, θα δοκιμάσουμε πιταρούδια, κατσικάκι γεμιστό, φαβοκεφτέδες, σουπιά κρασάτη και πολλά ακόμη μαγειρευτά, ενώ με ντόπιο μέλι που μοσχοβολά θυμάρι θα απολαύσουμε τα ξεροτήγανά μας. Δεν θα πούμε όχι στα γλυκά του κουταλιού, όπως σύκο, καρπούζι και καρύδι, ούτε στα πουγκάκια που γεμίζονται με ξηρούς καρπούς, ενώ υπάρχουν και επιλογές για δημιουργική ελληνική κουζίνα.
Για μια ξεχωριστή εμπειρία, αξίζει να επισκεφθούμε το Μακρονήσι και να κολυμπήσουμε στη διάσημη θαλάσσια σπηλιά του που οδηγεί σε έναν κρυφό κόλπο με τιρκουάζ νερά και λευκούς βράχους. Οι παραλίες που ξεχωρίζουν είναι το Λιεντού, ο Κάμπος, ο Πλατύς Γιαλός, η Κατσαδιά, η Χοχλακούρα, ο Ξηρόκαμπος, το Μονοδένδρι, η Παπαντριά, το Τουρκόμνημα και οι Καμάρες, καθεμία με τον δικό της ήσυχο χαρακτήρα.
Οι Λειψοί αποτελούν ιδανικό προορισμό για όσους αναζητούν ήρεμες διακοπές και αυθεντική νησιώτικη αύρα, με έναν χαρακτήρα ήπιων τόνων που σε κερδίζει χωρίς προσπάθεια. Η διαμονή βασίζεται κυρίως σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, μικρά καταλύματα και διαμερίσματα, ενώ το budget παραμένει αρκετά οικονομικό, καθώς οι αποστάσεις είναι μικρές και δεν υπάρχουν ιδιαίτερα έξοδα μετακίνησης.
Καστελόριζο
Τόσο μικρό που πολλοί από εμάς θα απέφευγαν να το επιλέξουν για διακοπές μήπως και βαρεθούν, πιστεύοντας ότι δεν θα βρουν κάτι ενδιαφέρον για να περάσουν ευχάριστα οι μέρες. Όμως το Καστελλόριζο είναι ένας τόπος που δεν του χρειάζονται τετραγωνικά χιλιόμετρα για να μας κερδίσει. Το καταφέρνει από την πρώτη στιγμή που το αντικρίζουμε μπαίνοντας στο λιμάνι· όμορφο σαν ζωγραφιά, ένας μικρός επίγειος παράδεισος.
Η Μεγίστη, όπως επίσημα λέγεται το ανατολικότερο κατοικημένο νησί της χώρας και στρατηγικό πέρασμα από τη μια ήπειρο στην άλλη, οφείλει το όνομά του στο κάστρο που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, το Castello Rosso, ένα από τα πολλά αξιοθέατα που έχουμε να ανακαλύψουμε.

Εδώ, τα πάντα γίνονται με τα πόδια. Εξάλλου, οι πεζοπορίες είναι μία από τις δραστηριότητες που μας παρακινεί να κάνουμε. Βέβαια, στην αρχή, δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε το βλέμμα μας από τα πανέμορφα νεοκλασικά, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν η Σαντραπεία Αστική Σχολή, το Δημαρχείο, το Εντευκτήριο και η Νέα Αγορά.
Πολύ κοντά στο βασικό οικισμό, το Μανδράκι, βρίσκεται και η μοναδική παραλία του νησιού, ένας γραφικός κόλπος εκπληκτικής ομορφιάς. Από πάνω, στην κορυφή του βράχου, το Κάστρο των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, στον προμαχώνα του οποίου στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο με εκθέματα από την κλασική αρχαιότητα και τους βυζαντινούς χρόνους έως τη νεότερη εποχή.
Υπέροχη η βόλτα προς τον Άγιο Γεώργιο του Βουνού και αξίζει ο κόπος της ανάβασης των 400 σκαλοπατιών για να απολαύσουμε τη θέα. Η μονή, χτισμένη το 1759, στέκει κρεμασμένη πάνω από τη θάλασσα, ενώ στο εσωτερικό της βρίσκεται και η κατακόμβη του Αγίου Χαραλάμπους. Ακόμα πιο ψηλά, το Παλαιόκαστρο, η αρχαία ακρόπολη της Μεγίστης.

Και μπορεί το Καστελλόριζο να μην έχει παραλίες, διαθέτει όμως εξαιρετικά σημεία για κολύμπι όπου έχουν τοποθετηθεί σκάλες και εξέδρες, ενώ υπάρχουν θαλάσσια ταξί για να ανακαλύψουμε και άλλα σημεία με κρυστάλλινα νερά. Το καλύτερο από αυτά είναι η Γαλάζια Σπηλιά ή, αλλιώς, Σπηλιά του Παραστά, ένα ενάλιο σπήλαιο προσβάσιμο μόνο με μικρές βάρκες, λόγω του στενού ανοίγματος, με νερά που αποκτούν μπλε ηλεκτρίκ χρώμα όταν εισβάλλουν στο εσωτερικό του οι πρωινές ακτίνες του ήλιου.
Σε ό,τι αφορά το φαγητό, στο Καστελλόριζο θα χορτάσουμε φρέσκο ψάρι και θαλασσινά. Στα μικρά ταβερνάκια του λιμανιού θα δοκιμάσουμε χταποδοκεφτέδες, ρεβιθοκεφτέδες και τα σαλαντουρμάσι, τα χαρακτηριστικά γεμιστά κρεμμύδια με ρύζι. Άλλα παραδοσιακά πιάτα του νησιού είναι το κατσικάκι γεμιστό με ρύζι ή ψίχα ψωμιού, αρωματισμένο πάντα με βότανα της γης, αλλά και τα σαΐτια, το πιλάφι με τα κρεμμύδια.
Στα γλυκά, το Καστελλόριζο κρατά ακόμη ζωντανές παλιές συνταγές όπως το κατουμάρι, λεπτή τηγανητή ζύμη με ζάχαρη, κανέλα και γαρίφαλο, αλλά και τα στράβα, ένα σιροπιαστό γλυκό με ρολάκι φύλλου, καρύδι και αρώματα Ανατολής. Και φυσικά, κάπου στο τέλος θα εμφανιστεί και η σουμάδα, το ποτό των Δωδεκανήσων.
Τήλος
Η Τήλος είναι η μεγάλη αγκαλιά της Δωδεκανήσου. Εδώ θα κάνουμε μπάνιο με παγόνια και θα έρθουμε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο με μαυροπετρίτες και θαλασσοκόρακες. Θα διαβάσουμε το βιβλίο μας σε μία από τις δεκαεννέα παραλίες του νησιού και, πιθανότατα, να μην ακούσουμε ανθρώπινη φωνή. Μόνο το κύμα, τον αέρα που περνά από τα αρμυρίκια και τα πουλιά. Δεν θα δούμε ούτε έναν κάδο σκουπιδιών και η ησυχία μας δεν θα διαταραχθεί από το θόρυβο αυτοκινήτων. Εδώ, στο πιο «πράσινο» νησί της Ελλάδας, ακόμα και τα λεωφορεία κινούνται με ηλεκτρική ενέργεια (και έχουν υποδοχή για φόρτιση κινητών). Η ήσυχη, προοδευτική, φιλόξενη Τήλος, το νησί της συμπερίληψης (εδώ τελέστηκε ο πρώτος γάμος ομοφύλων), που έγινε μια ανοιχτή αγκαλιά για τους πρόσφυγες και το πρώτο μέρος της Μεσογείου που οραματίστηκε –και δημιούργησε– έναν τόπο zero waste, βρίσκεται ανάμεσα στην Κω και τη Ρόδο.

Η Τήλος οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς οικισμούς. Τα Λιβάδια, δηλαδή το λιμάνι, είναι το μεγαλύτερο χωριό και το μέρος με την εντονότερη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ένας δρόμος, λίγα μέτρα από την ακτή, συγκεντρώνει σχεδόν τα πάντα, καφενεία, μικρά μαγαζιά και υπηρεσίες.
Από τα Λιβάδια ο δρόμος ανεβαίνει προς το Μεγάλο Χωριό. Η απόσταση, αν και μικρή, μας μεταφέρει σε ένα διαφορετικό κόσμο. Μαζεμένο κάτω από το κάστρο, με σπίτια πυκνά τοποθετημένα, στενά περάσματα και αυλές, πολλές φορές δίνει την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε κυκλαδονήσι. Πιο πάνω, το κάστρο των Ιπποτών ορθώνεται στη θέση της αρχαίας ακρόπολης. Ξεκινάμε τη βόλτα μας προς το απόγευμα έτσι ώστε το βράδυ να καταλήξουμε στο διπλανό Μικρό Χωριό, χτισμένο τον 15ο αιώνα. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κάτοικοί του σταδιακά το εγκατέλειψαν, αφήνοντας πίσω τους ερειπωμένα σπίτια, λιθόστρωτους δρόμους και βυζαντινές εκκλησίες με πανάρχαιες τοιχογραφίες. Το βράδυ, το εσωτερικό τους φωτίζεται από το μπαρ που λειτουργεί στον οικισμό δημιουργώντας το πιο όμορφο σκηνικό για νυχτερινή διασκέδαση.
Το τρίτο κομμάτι της Τήλου βρίσκεται πιο έξω. Ο Άγιος Αντώνιος είναι μικρότερος, ένα λιμάνι με λιγότερη κίνηση και σπίτια. Εδώ βλέπουμε το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα του νησιού με φόντο τη Νίσυρο. Ένα μέρος για απόλυτη αποσύνδεση.

Η κουζίνα της Τήλου στηρίζεται στην κτηνοτροφία. Το κατσίκι εμφανίζεται παντού, κοκκινιστό, γεμιστό ή σιγομαγειρεμένο στο φούρνο. Ξεχωριστή θέση έχουν τα ζυμαρικά. Οι νοικοκυρές του νησιού έφτιαχναν στο χέρι κουλουρίδα και λαζάνια, από το ίδιο φύλλο ζύμης, κομμένο και τυλιγμένο με διαφορετικό τρόπο. Το πιο ιδιαίτερο πιάτο είναι ο τσουβράς, μια απλή ντοματόσουπα με ρύζι ή πλιγούρι.
Σημαντικό κομμάτι της παραγωγής καλύπτει η τυροκομία. Η μυζήθρα και τα πιο σκληρά τηλιακά τυριά εμφανίζονται παντού, μαζί με χορτόπιτες και τηγανητές πίτες γεμισμένες με άγρια χόρτα. Στα γλυκά, βρίσκουμε τα πουγκάκια, τα ξεροτήγανα και τα γλυκά του κουταλιού. Εξαιρετικό επίσης το μέλι και τα βότανα του νησιού.
Αξίζει μια επίσκεψη στο σπήλαιο Χαρκαδιό, για να δούμε λείψανα των ελαφιών και των νάνων ελεφάντων που έζησαν πριν από 45.000-4.000 χρόνια. Για τις βουτιές μας, ξεχωρίζουν οι παραλίες Λιβάδια, Έριστος, Πλάκα και Λεθρά, ενώ η Τήλος είναι ιδανική επιλογή για ζευγάρια, solo travellers, φυσιολάτρες και όλους όσοι αναζητούν ήρεμες διακοπές μακριά από την ένταση. Ένα ήρεμο, προοδευτικό και χαμηλών τόνων νησί, με μικρά καταλύματα, ξενώνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια που διατηρούν την αυθεντική του ατμόσφαιρα. Το budget παραμένει μεσαίο προς προσιτό, με λογικές τιμές στη διαμονή και το φαγητό, χωρίς υπερβολές.
Σίκινος
Η Σίκινος είναι το νησί που κρατά χαμηλό προφίλ και υψηλή αλήθεια. Από τα μικρότερα και λιγότερο γνωστά κυκλαδονήσια, η Σίκινος δεν προσπαθεί να γίνει άλλος ένας προορισμός «τάσης» και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το μυστικό της δύναμής της.
Ανάμεσα στη Φολέγανδρο και την Ίο, παραμένει ένας τόπος σχεδόν ανέγγιχτος από την ένταση του σύγχρονου τουρισμού, με ρυθμούς που μοιάζουν να έχουν συμφωνήσει σιωπηλά να μην αλλάξουν ποτέ. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζουμε καθώς πλησιάζουμε το λιμάνι της Αλοπρόνοιας είναι λιτή και καθαρή. Μικρός οικισμός, ήσυχη ακτογραμμή, λίγα σπίτια σκορπισμένα πάνω στο αιγαιοπελαγίτικο ανάγλυφο και μια θάλασσα που δεν έχει ανάγκη από περιγραφές.

Εδώ δεν υπάρχει τίποτα εντυπωσιακό με την κλασική έννοια. Υπάρχει όμως κάτι πιο σπάνιο: ισορροπία. Η Σίκινος είναι ένα νησί που «μιλάει» μέσα από το τοπίο του. Ξερό, αυστηρό, με φως που πέφτει καθαρά πάνω στην πέτρα και δημιουργεί συνεχώς αντιθέσεις. Αυτή η αίσθηση λιτότητας είναι που καθορίζει και την εμπειρία του επισκέπτη. Η Χώρα της, χτισμένη ψηλά για να εποπτεύει το πέλαγος, είναι από τους πιο αυθεντικούς κυκλαδίτικους οικισμούς. Λευκά σπίτια, στενά σοκάκια, μικρές εκκλησίες και μια πλατεία που το βράδυ γεμίζει ήρεμα, χωρίς ένταση, χωρίς υπερβολή. Οι ρυθμοί είναι σχεδόν τελετουργικοί. Η μέρα ξεκινά αργά και τελειώνει χωρίς βιασύνη, σαν να έχει συμφωνηθεί μια συλλογική αποδοχή της απλότητας. Ξεχωριστή θέση στο νησί έχει το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, χτισμένο πάνω από τη Χώρα. Η διαδρομή μέχρι εκεί, είτε με τα πόδια είτε οδικώς, οδηγεί σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία θέας του Αιγαίου. Από εκεί, το βλέμμα απλώνεται σε ένα τοπίο απόλυτης ησυχίας, όπου το μπλε και το γήινο συναντιούνται χωρίς ένταση.
Οι παραλίες της, μικρές, ήρεμες και ανεπιτήδευτες. Η Αλοπρόνοια, η Μάλτα και το Διαλισκάρι προσφέρουν καθαρά νερά και μια αίσθηση ιδιωτικότητας που σπάνια συναντάμε πλέον στις Κυκλάδες. Δεν υπάρχουν οργανωμένες υπερβολές, μόνο θάλασσα και χρόνος. Η καθημερινότητα εδώ κινείται όπως παλιά. Οι άνθρωποι γνωρίζονται, οι ρυθμοί είναι σταθεροί και η έννοια της βιασύνης μοιάζει ξένη. Είναι από εκείνα τα μέρη που μας μαθαίνουν ξανά να παρατηρούμε. Η Σίκινος μας μαθαίνει να κάνουμε μια παύση και να ζούμε τη στιγμή.

Πέρα από τα φρέσκα ψάρια, τα θαλασσινά και τα πιάτα με βάση το ντόπιο κατσίκι, δοκιμάζουμε σικινιώτικο τυρί από αιγοπρόβειο γάλα, αγριοκούνελο γεμιστό στη γάστρα, πουραζένες (ντολμαδάκια), σικινιώτικη καππαροσαλάτα, ντοματοκεφτέδες και άλλες παραδοσιακές συνταγές που βασίζονται στην εποχικότητα και την εντοπιότητα.
Το νησί παράγει επίσης εξαιρετικής ποιότητας μέλι, το οποίο πρωταγωνιστεί στα γλυκά εδέσματα, όπως το παστέλι, τα μελιτίνια και η διαγγουρένια (καρπουζόπιτα με μέλι και αλεύρι). Μαγική στιγμή είναι το ηλιοβασίλεμα από τη Χώρα, όταν το φως «σβήνει» αργά πάνω στο ξερό κυκλαδίτικο τοπίο και το νησί βυθίζεται στη σιωπή. Στα αξιοθέατα ξεχωρίζουν η Εκκλησία της Παντάνασσας στο Κάστρο, το Μνημείο της Επισκοπής, καθώς και οι παραλίες Σαντοριναίικα, Διαλισκάρι και Μάλτα.
Η Σίκινος απευθύνεται σε όσους αναζητούν ηρεμία, αυθεντικότητα και αποσύνδεση, διατηρώντας έναν λιτό, παραδοσιακό χαρακτήρα. Η διαμονή βασίζεται σε μικρά δωμάτια και οικογενειακούς ξενώνες, ενώ το budget παραμένει οικονομικό έως μεσαίο.
Κάρπαθος
Κάρπαθος ή αλλιώς η άγρια γοητεία του Αιγαίου. Ορθωμένη ανάμεσα στην Κρήτη και τη Ρόδο, συνιστά ένα από τα πιο ιδιότυπα και συναρπαστικά κεφάλαια της νησιωτικής Ελλάδας. Δεν είναι απλώς ένας τόπος θερινής αναψυχής, αλλά μια γεωγραφική και πολιτισμική κιβωτός, όπου το άγριο φυσικό ανάγλυφο συνομιλεί με μια ζωντανή και ανέγγιχτη παράδοση.

Ο χαρακτήρας του νησιού ορίζεται από αυτήν ακριβώς την υπερήφανη απομόνωση. Από τη μια πλευρά, ο κοσμοπολίτικος νότος με τις σύγχρονες υποδομές και, από την άλλη, ο αδάμαστος βορράς, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει σε μια άλλη, πιο αυθεντική εποχή. Σημείο αναφοράς αυτής της ιδιοσυγκρασίας είναι η Όλυμπος, ένα χωριό ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού κάλλους. Σκαρφαλωμένη σε μια απόκρημνη κορυφογραμμή, διατηρεί ζωντανό ένα οικιστικό και κοινωνικό μοντέλο που δεν συναντάται πουθενά αλλού στο Αιγαίο. Εδώ οι γυναίκες φορούν ακόμη τις παραδοσιακές ενδυμασίες στην καθημερινότητά τους, οι φούρνοι καίνε με ξύλα στα σοκάκια και η ντοπιολαλιά των κατοίκων διασώζει αρχαϊκά στοιχεία. Η περιήγηση στην Όλυμπο αλλά και στα υπόλοιπα ορεινά χωριά, όπως το Μενετές με την καθηλωτική θέα και το Όθος με τα λαογραφικά του μουσεία, αποτελεί μια βαθιά μυσταγωγική εμπειρία.

Η ακτογραμμή της Καρπάθου είναι εξίσου συγκλονιστική, επιδεικνύοντας μερικές από τις ωραιότερες παραλίες της Μεσογείου. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Άπελλα, ένας εξωτικός κόλπος όπου τα πεύκα κατηφορίζουν μέχρι τα καταγάλανα βαθιά νερά και τη λευκή άμμο. Η Κυρά Παναγιά με σήμα κατατεθέν την εκκλησία με τον κόκκινο τρούλο και η Αχάτα αιχμαλωτίζουν το βλέμμα με την άγρια ομορφιά τους. Για τους λάτρεις της περιπέτειας και των extreme sports, ο Μακρύς Γιαλός (ή Αφιάρτης) αποτελεί παγκόσμιο προορισμό για windsurfing και kitesurfing λόγω των ισχυρών ανέμων. Η απόλυτη εμπειρία εξερεύνησης ολοκληρώνεται στη Σαρία. Το ακατοίκητο αυτό νησάκι, προστατευμένο καταφύγιο της μεσογειακής φώκιας, κρύβει στα σπλάχνα του το άγριο φαράγγι του Έντη, τα μυστηριώδη ερείπια ενός μεσαιωνικού πειρατικού οικισμού στα Παλάτια και παρθένες, εξωτικές ακτές. Η νυχτερινή ζωή συγκεντρώνεται στα Πηγάδια, με τα προσεγμένα μπαρ δίπλα στο λιμάνι. Όμως, η αυθεντική διασκέδαση κρύβεται στα αυθόρμητα καρπαθιώτικα γλέντια των χωριών.

Η γαστρονομία της Καρπάθου αποτελεί ζωντανό κομμάτι της πολιτισμικής της ταυτότητας, βασισμένη στην απλότητα και την εξαιρετική πρώτη ύλη. Εμβληματικό πιάτο του νησιού είναι οι χειροποίητες μακαρούνες, οι οποίες σερβίρονται με σιτάκα (ντόπιο κρεμώδες τυρί) και τσιγαρισμένο κρεμμύδι. Στα ορεινά χωριά κυριαρχεί το οφτό, κατσικάκι γεμιστό με ρύζι και συκωτάκια που σιγοψήνεται για ώρες σε παραδοσιακό ξυλόφουρνο. Οι λάτρεις του ψαριού θα απολαύσουν φρέσκο σκάρο, τον οποίο οι ντόπιοι μαγειρεύουν πλακί ή τηγανητό. Το ολόφρεσκο τυρί μανούλι και τα πικάντικα γιαπράκια (ντολμαδάκια) συμπληρώνουν ιδανικά κάθε παραδοσιακό τραπέζι, προσφέροντας αυθεντικές αιγαιοπελαγίτικες γεύσεις. Δοκιμάζουμε χειροποίητες μακαρούνες με τσιγαρισμένο κρεμμύδι και σιτάκα, οφτό κατσικάκι στον ξυλόφουρνο, πιταρούδια, γιαπράκια και φρέσκο σκάρο, ενώ δεν χάνουμε την ευκαιρία να παρευρεθούμε σε ένα αυθεντικό καρπαθιώτικο γλέντι με λύρα και μαντινάδες στην Όλυμπο.
Οι παραλίες που ξεχωρίζουν είναι η Άπελλα, η Κυρά Παναγιά, η Αχάτα, ο Μακρύς Γιαλός (Αφιάρτης), ο Διακόφτης, η Αμοοπή, το Φοινίκι, τα Παλάτια στη Σαρία, ο Άγιος Νικόλαος στη Σπόα και ο Λευκός. Η Κάρπαθος απευθύνεται σε φυσιολάτρες, πεζοπόρους, surfers και λάτρεις της αυθεντικής παράδοσης, με χαρακτήρα που συνδυάζει άγρια τοπία, ζωντανά έθιμα και παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Η διαμονή καλύπτει κάθε ανάγκη, από resorts και boutique hotels μέχρι ενοικιαζόμενα και παραδοσιακούς ξενώνες, ενώ το budget παραμένει μεσαίο και πιο προσιτό σε σύγκριση με άλλα κοσμοπολίτικα νησιά.



