Στο σπίτι της Ελένης Λεώνη συνυπήρχαν η Δόμνα Σαμίου, ο Χρόνης Αηδονίδης και η ελληνική παράδοση. Αργότερα ήρθαν οι εικαστικές σπουδές, η άρπα, οι CHORES, η Μαρίνα Σάττι και τελικά ο πρώτος προσωπικός δίσκος. Όλες αυτές οι διαφορετικές διαδρομές συναντιούνται σήμερα στη δική της μουσική, ενώ παράλληλα η ίδια ετοιμάζεται να ζήσει μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της μέχρι τώρα πορείας της, ανοίγοντας τη συναυλία της Florence + The Machine στο Ejekt Festival.
Και μια μέρα χτυπάει το τηλέφωνό σου και σου λένε θα είσαι στο line up του EJECT. Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου;
Ήταν κάτι αναπάντεχο. Με κάλεσαν οι διοργανωτές του φεστιβάλ και μου είπαν ότι σκέφτονται να με προτείνουν για opening act της ημέρας που είναι headliner η Florence. Τους απάντησα ότι εγώ θέλω περισσότερο από εκείνους να με προτείνουν. Έστειλα λοιπόν κάποιο υλικό και περίμενα μερικές μέρες μέχρι την τελική απάντηση.

Φωτό: Σίσσυ Μόρφη
Πώς κύλησαν εκείνες οι μέρες. Φαντάζομαι θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια…
Ναι… κοίταζα συνέχεια το τηλέφωνο να δω πότε θα χτυπήσεις, τσέκαρα διαρκώς ειδοποιήσεις, τέτοια. Όταν ήρθε αυτό το πολυπόθητο τηλεφώνημα θυμάμαι ήμουν μέσα σε ένα ταξί και δεν μπορούσα να πανηγυρίσω όσο θα ήθελα. Διότι πέρα από τη Florence, της οποίας είμαι μεγάλη φαν, είμαι και φαν του συγκεκριμένου φεστιβάλ – ήταν το πρώτο που είχα πάει μόλις κατέβηκα στην Αθήνα για σπουδές και είχα πει στην αδελφή μου «εγώ αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου, να τραγουδάω». Και τώρα είναι σαν να ήρθε το σύμπαν και να μου λέει: «Έλενα πάρε αυτό το δώρο».
Θυμάσαι ποια ήταν εκείνη η συναυλία;
Ναι, ήταν οι Kasabian και οι Editors. Πρέπει να ήταν το 2014. Και από τότε η αδελφή μου με πείραζε κάθε φορά και μου έλεγε «Εγώ πότε θα γίνω Kasabian;», κάθε φορά που της έλεγα ότι θέλω να παίξω σε μια μεγάλη σκηνή ενός φεστιβάλ.
Αφού μιλήσαμε για τη μεγάλη σκηνή και τον μεγάλο χώρο ενός ανοιχτού φεστιβάλ, το βλέπεις σαν πρόκληση ή σαν ευκαιρία το να παίζει μπροστά σε ένα κοινό που θα γνωρίζει λίγο ή ακόμα και καθόλου;
Είναι και τα δύο, μα κυρίως είναι μια μεγάλη τιμή να παρουσιάσω τα κομμάτια του πρώτου μου δίσκου, ο οποίος κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, σε ένα τέτοιο φεστιβάλ. Θα είναι η πρώτη φορά που θα ακουστούν σε τόσο μεγάλη σκηνή. Για μένα, το να ανοίγεις ένα φεστιβάλ είναι δύσκολη πίστα, διότι πρέπει μέσα σε πολύ λίγο χρόνο να παρουσιάσεις τον εαυτό σου, να σταθείς αντάξια των μεγαθήριων που παίζουν μετά από εσένα. Είναι πολλές οι προκλήσεις, αλλά προσωπικά ανυπομονώ να ανέβω στη σκηνή.

Φωτό: Σίσσυ Μόρφη
Η άρπα πώς προέκυψε στη ζωή σου; Θα τη δούμε στη συναυλία;
Εννοείται ότι θα τη δούμε, και την άρπα και το τσέλο. Την άρπα την ανακάλυψα τυχαία, όταν ήμουν φοιτήτρια. Είχα πάει σε ένα μαγαζί να αγοράσω χορδές για το τσέλο και είχαν στη βιτρίνα μια μικρή άρπα. Ρώτησα από περιέργεια «πόσο κοστίζει;» και μου είπαν «αν την πάρεις αυτή τη στιγμή, θα είναι μισή τιμή γιατί είναι εκθεσιακό κομμάτι». Και έτσι δεν είχα καν περιθώριο να το σκεφτώ! Και ήταν μια παρορμητική κάπως κίνηση, και την πήρα. Μετά ήρθε η καραντίνα, που είχα πολύ χρόνο, και άρχισα έτσι να τη σκαλίζω. Και μετά ξεκίνησα να κάνω μαθήματα. Και σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται κομμάτι της ταυτότητάς μου και της μουσικής μου. Και είμαι πολύ χαρούμενη για αυτή την παρορμητική κίνηση εκείνης της στιγμής. Δεν είμαι εύκολα παρορμητική, αλλά εκεί κάτι έγινε.
Σε έχουμε γνωρίσει και στις CHORES με τη Μαρίνα Σάττι. Πώς είναι να κάνεις αυτά τα δύο τρία βήματα και να είσαι η frontwoman;
Έχει άλλο βάρος και ευθύνη να κάνεις αυτά τα βήματα και να είσαι έκθετη η ίδια και όχι κομμάτι ενός ευρύτερου συνόλου. Ωστόσο, αφενός αυτό θα συνέβαινε από τη στιγμή που αποφάσισα να ξεκινήσω την προσωπική μου δισκογραφία και αφετέρου σου δίνει μεγαλύτερη ελευθερία, διότι εσύ επιλέγεις να δείξεις αυτό που θέλεις και αυτό που ονειρεύτηκες.
Κρίνοντας από το υπόβαθρό, τις σπουδές και τη διαδρομή σου, αντιλαμβάνομαι ότι είναι σημαντική για εσένα αυτή η ελευθερία διότι προσεγγίζεις ολιστικά την καλλιτεχνική σου έκφραση και ταυτότητα. Δεν είσαι μόνο τραγουδίστρια, είσαι μουσικός, τραγουδοποιός, εικαστικός… Όλα συνολικά σε διαμορφώνουν…
Αυτό ισχύει 1000%. Το κίνητρό μου είναι να δημιουργώ και όταν έχω όσο το δυνατόν περισσότερα εκφραστικά εργαλεία για να ολοκληρώσω το όραμά μου, τότε νιώθω ελεύθερη.

Φωτό: Σίσσυ Μόρφη
Και πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε και το πρώτο σου album με τον τίτλο «Ένα», το οποίο ξεκινά κιόλας με έναν απόσπασμα από μια συνέντευξη του Ζαμπέτα ο οποίος αναρωτιέται «τι είναι αυτό τώρα; Είναι έντεχνο;». Τι είναι το «Ένα» λοιπόν;
Είναι μια πρώτη γνωριμία με το κοινό, το πρώτο κεφάλαιο -γι’ αυτό και ο τίτλος «Ένα»- της δικής μου προσωπικής διαδρομής στη δισκογραφία. Πρόκειται για ένα πάντρεμα διαφορετικών ήχων και επιρροών που μου αρέσουν πολύ. Δεν το κατατάσσεις εύκολα και για αυτό σαρκάζομαι με τη συγκεκριμένη εισαγωγή που ανέφερες στην ερώτηση, διότι κι εγώ αναρωτιόμουν τι είναι η μουσική που κάνω. Είναι έντεχνη; Είναι παραδοσιακή;
Έχεις βρει απάντηση;
Είναι δύσκολο, αλλά εάν έπρεπε να το περιγράψω με λέξεις, θα έλεγα ότι παρά τις διαφορετικές επιρροές από την έντεχνη μουσική, από τα παραδοσιακά, από την εναλλακτική ποπ, όλα τα κομμάτια αυτού του δίσκου είναι χειροποίητα. Έχουν περάσει από το ίδιο χέρι και έτσι στο τέλος βγαίνει ένας κόσμος ενιαίος.
Ο οποίος γεννήθηκε μέσα από τις φαινομενικές συγκρούσεις των διαφορετικών ειδών;
Κάπως έτσι. Μεγάλωσα μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, να ακούω από σκυλάδικα μέχρι μελοποιημένη ποίηση. Όταν φοιτούσα στην Καλών Τεχνών με έλεγαν «τραγουδιάρα» και οι μουσικοί με έλεγαν «κουλτουριάρα» επειδή σπούδαζα εικαστικές τέχνες.. Ε, εγώ ήθελα να φτιάξω κάτι που να στέκεται κάπως στη μέση, όπως κι εγώ στέκομαι κάπως στη μέση αυτών των κόσμων.
Όταν λες ότι μεγάλωσες μέσα σε αυτή τη σύγκρουση; Ήταν τα ακούσματα που είχες στο σπίτι;
Μεγάλωσα στο Αίγιο από γονείς καλλιτέχνες. Ο πατέρας μου είναι μουσικός και συνθέτης, η μαμά μου γράφει βιβλία. Στο σπίτι ήταν πολύ έντονο το στοιχείο της παράδοσης, ειδικά στο κομμάτι της μουσικής. Ερχόταν ο Χρόνης Αηδονίδης ή η Δόμνα Σαμίου να κάνουν πρόβες με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε φτιάξει στο σπίτι και ένα μικρό εργαστήριο με παραδοσιακά μουσικά όργανα. Μεγάλωσα μέσα σε αυτά τα ακούσματα. Έπειτα, όταν ήρθα στην Αθήνα έκανα συνεργασίες με καλλιτέχνες από διαφορετικούς χώρους, γνώρισα νέους ήχους και μουσικές και όλα αυτά με διαμόρφωσαν.

Φωτό: Σίσσυ Μόρφη
Τι θυμάσαι αυτές τις συναντήσεις στο πατρικό σου;
Πολύ έντονα. Θυμάμαι να με κρατά ο Αηδονίδης στην αγκαλιά του και να του τραγουδάω το «Καράβι-καραβάκι» ένα παραδοσιακό τραγούδι της Χίου. Ή υπάρχουν φωτογραφίες που κάνουν πρόβα στο σπίτι και εγώ είμαι μωρό μέσα στην κούνια και κοιμάμαι στη μέση και γύρω παίζουν λαούτα, σαντούρια, βιολιά.
Μιλώντας για τις συνεργασίες σου, έχεις κάνει πολλές και διαφορετικές. Πώς είναι μια ιδανική συνεργασία για εσένα;
Πρέπει να έχει σεβασμό και γενναιοδωρία και νιώθω τυχερή διότι έχω απολαύσει και τα δύο στις μέχρι τώρα συνεργασίες μου.
Υπάρχει κάποια που ξεχωρίζεις;
Δεν γίνεται να μην αναφέρω τη συνεργασία μου με τη Μαρίνα Σάττι., διότι κρατάει 10 χρόνια. Για μένα αυτό το διάστημα είναι σχεδόν όλη η ενήλικη μου ζωή μου. Ήταν κι ένα μεγάλο σχολείο, διότι έζησα τη Μαρίνα σε όλη τη διαδικασία δημιουργίας του δικού της project, πριν τη «Μάντισσα» ακόμα, πριν τις «Κούπες». Τώρα λοιπόν που κάνω τα δικά μου βήματα έχω εικόνες του αγώνα που χρειάζεται κάποιος για να φτάσει κάποιος να είναι ένα τέτοιο όνομα, όπως είναι η Μαρίνα ή άλλοι καλλιτέχνες μου τους οποίους έχω συνεργαστεί όπως η Νατάσσα Μποφίλιου ή ο Πάνος Βλάχος.

Φωτό: Σίσσυ Μόρφη
Έχεις και ένα κομμάτι στο δίσκο, το «Βαριέμαι πολύ», το οποίο, νομίζω, θα μπορούσε να είναι το μόττο για ένα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, από τα 20 μέχρι τα 35. Είναι μια φράση που τη λέμε ενοχικά πλέον;
Ζούμε σε μία κοινωνία που η υπέρτατη αξία είναι η παραγωγικότητα, να είμαστε «doers», να κάνουμε πράγματα και να τα κάνουμε σωστά, σε μια κοινωνία η οποία έχει μόνο απαιτήσεις και κάπως έχει ενοχοποιήσει την ανεμελιά… Το να θέλω για λίγο να μην κάνω τίποτα! Όταν δεν κάνουμε τίποτα νιώθουμε ότι κάτι κάνουμε λάθος. Σε ένα σημείο του τραγουδιού λέει «ζωή μου σε χάρισα σε προσδοκίες, κι όλο το μέλλον μου πότιζα, μα το παρόν μου δεν φρόντιζα». Κατά κάποιο τρόπο, νιώθω ότι είμαστε μια γενιά φορτωμένη με εσωτερικευμένες προσδοκίες, οι οποίες δεν μας αφήνουν να απολαύσουμε το τώρα… Ακόμα και τις διακοπές τις βάζουμε μέσα σε ένα «πρέπει».
Πιστεύεις καθόλου ότι θα μπορέσουμε αυτό να το ξανακερδίσουμε ή είναι μια μάχη που έχει χαθεί;
Καλή ερώτηση… δεν ξέρω τι θα γίνει. Νομίζω ότι έχουμε δει τα αποτελέσματα αυτού του πρότυπου ζωής σε πολλές πτυχές της ζωής μας και ειδικά στην ψυχική υγεία. Μακάρι να ρίξουμε λίγο τους ρυθμούς – χρειάζεται.
Ευχαριστούμε το Argentina- The Social Club (πλατεία αργεντινής δημοκρατίας 16, Αθήνα) για τη φιλοξενία.






