«Θα στραφώ νομικά εναντίον σου, όχι για να κερδίσω, αυτό μου είναι αδιάφορο, αλλά κυρίως για να επιτύχω την οικονομική και, ει δυνατόν, ηθική εξόντωσή σου». Κάπως έτσι θα μπορούσε να συμπυκνωθεί η πραγματική στόχευση των Στρατηγικών Αγωγών κατά της Συμμετοχής του Κοινού. Και κάπως έτσι, πριν από κάποια χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιλέξει να περιγράψει, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, τη λογική πίσω από μια τέτοια δικαστική κίνηση, όταν στράφηκε νομικά κατά του Τίμοθι Ο’Μπράιαν, τότε επιχειρηματικού δημοσιογράφου των New York Times και συγγραφέα βιβλίου στο οποίο αναφερόταν ότι ο μεγιστάνας των ακινήτων είχε σημαντικά μικρότερη περιουσία από εκείνη που ο ίδιος ισχυριζόταν ότι διέθετε.
Τι είναι τα SLAPPs
Γνωστές με το ακρωνύμιο SLAPPs (Strategic Lawsuits Against Public Participation), οι Στρατηγικές Αγωγές κατά της Συμμετοχής του Κοινού συνιστούν μια ιδιότυπη μορφή καταχρηστικής προσφυγής στη Δικαιοσύνη, που στρέφεται κατά προσώπων και οργανισμών οι οποίοι συμμετέχουν ενεργά στον δημόσιο διάλογο, επιτελώντας εγγυητικό ρόλο υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος και του κράτους δικαίου και συμβάλλοντας στην προαγωγή της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μεθοδευμένες δικαστικές ενέργειες, αστικές ή ποινικές, που επιστρατεύονται ως αντίποινα για την έκφραση απόψεων ή την ανάληψη δράσεων σε ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η πρακτική αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός «φίμωσης» των παρεμβάσεων στη δημόσια σφαίρα, επιδιώκοντας πρωτίστως την εμπλοκή του εναγομένου σε μια δαπανηρή, χρονοβόρα και εξαντλητική δικαστική διαδικασία, ανεξάρτητα από την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
Για μια μικρή δημοσιογραφική ομάδα, οι αγωγές αυτές σημαίνουν πρώτα απ’ όλα «οικονομική αιμορραγία», εξηγεί ο Θοδωρής Χονδρόγιαννος, δημοσιογράφος των Reporters United, καθώς πολύτιμοι πόροι που θα έπρεπε να στηρίζουν την έρευνα απορροφώνται από τη δικαστική εμπλοκή. Την ίδια στιγμή, προκαλούν «πάγωμα του ρεπορτάζ», αφού η δημοσιογραφική προτεραιότητα μετατοπίζεται αναγκαστικά στις νομικές διαδικασίες, ενώ το βαρύτερο κόστος είναι, όπως παρατηρεί, «το ηθικό και ψυχολογικό φορτίο». Πρόκειται, λέει, για «ένα τραύμα στη συγκρότηση του ρεπόρτερ», ο οποίος καλείται να συνεχίσει να ερευνά, να γράφει και να εκτίθεται δημόσια υπό τη διαρκή πίεση μιας δικαστικής απειλής.
«Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι πρόκειται για ένα στεγνά τεχνικό ή νομικό ζήτημα. Στην πραγματικότητα, αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα των δικαιωμάτων μιας δημοκρατικής κοινωνίας και το δικαίωμα του δημοσιογράφου να εργάζεται απερίσπαστος: να ασκεί κριτική, να ερευνά και να προχωρά σε αποκαλύψεις, υπηρετώντας το λειτούργημά του χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της οικονομικής εξόντωσης. Το πιο ανησυχητικό, μάλιστα, είναι ότι οι στρατηγικές αυτές αγωγές κερδίζουν διαρκώς έδαφος τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας μια πρακτική με έντονα αυξητική τάση τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς», παρατηρεί η Μαρία Αντωνιάδου, πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ.
Ποιοι βρίσκονται στο στόχαστρο
Η αυξητική αυτή τάση έχει συγκεκριμένους αποδέκτες. Στο στόχαστρο τίθενται κατά κύριο λόγο δημοσιογράφοι, ακτιβιστές, ακαδημαϊκοί, ερευνητές, καλλιτέχνες, μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι καθίστανται αποδέκτες αυτών των μεθοδευμένων ένδικων ενεργειών, ακριβώς επειδή ελέγχουν και αναδεικνύουν πράξεις και παραλείψεις της εξουσίας, τις οποίες η ίδια επιμελώς θα ήθελε να αποκρύψει. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το λεγόμενο Δικαστήριο του Στρασβούργου, τους αναγνωρίζει δημόσιο ελεγκτικό ρόλο, χαρακτηρίζοντάς τους «δημόσιους φύλακες» (“public watchdogs”).
Οι αγωγές αυτές λειτουργούν πρωτίστως ως μέσο πρόκλησης ενός αποτρεπτικού αποτελέσματος, του λεγόμενου “chilling effect”, απέναντι στην ελεύθερη διατύπωση απόψεων και την ενεργό συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο. Μέσα από τη δικαστική διαδικασία, φορείς ισχύος επιχειρούν να εκφοβίσουν όσους ασκούν κριτική, επιδιώκοντας την πίεση, την αποθάρρυνση και, τελικά, τη σιωπή τους.
Επειδή, όμως, η ιστορία έχει τη δική της αξία, ο όρος δεν είναι νέος. Καθιερώθηκε στη νομική και κοινωνική θεωρία κατά τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο της παράδοσης του κοινοδικαίου, από τους ακαδημαϊκούς του Πανεπιστημίου του Ντένβερ George W. Pring και Penelope Canan, οι οποίοι τον εισήγαγαν για να περιγράψουν πρακτικές δικαστικής αντιδικίας που στρέφονται κατά της δημόσιας συμμετοχής και στερούνται, εν όλω ή εν μέρει, ουσιαστικής νομικής βασιμότητας.
Τα «ίχνη» μιας στρατηγικής αγωγής
Η απουσία, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενός ενιαίου και δεσμευτικού ορισμού της έννοιας των αγωγών SLAPP, καθώς και το γεγονός ότι αυτή δεν έχει τύχει μέχρι στιγμής αυτοτελούς νομολογιακής επεξεργασίας από το ΕΔΔΑ, καθιστούν ιδιαίτερα κρίσιμη τη συμβολή της επιστημονικής θεωρίας. Όπως παρατηρεί ο Αντώνης Καραμπατζός, Καθηγητής Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, «η επιστημονική θεωρία έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων κριτηρίων που λειτουργούν ως πυξίδα για την εξειδίκευσή του».
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο ενωσιακός νομοθέτης, ο οποίος «δεν εισάγει έναν αυστηρό, κλειστό ορισμό», αλλά απαριθμεί ενδεικτικά συμπεριφορές και πρακτικές που μπορούν να αποκαλύπτουν τον καταχρηστικό σκοπό της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο καθηγητής, στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται «η δυσανάλογη επιβάρυνση του εναγομένου, η πολλαπλότητα των διαδικασιών ή η κακόπιστη χρήση δικονομικών μηχανισμών». Τα κριτήρια αυτά λειτουργούν ως αξιολογικά εργαλεία που επιτρέπουν στον δικαστή να διαγνώσει αν μια αγωγή, παρά τη φαινομενική της νομιμότητα, επιτελεί καταχρηστικά σκοπούς «αποθάρρυνσης της συμμετοχής του κοινού στον δημόσιο διάλογο».
Πιο συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Χριστίνα Βρεττού, διδάκτωρ Νομικής και μέλος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων κατά των SLAPPs της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κρίσιμη σημασία αποδίδεται στην ύπαρξη «ανισορροπίας ή ασυμμετρίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων», ιδίως όταν ο ενάγων είναι φορέας οικονομικής, πολιτικής ή θεσμικής εξουσίας και ο εναγόμενος πρόσωπο με «περιορισμένους πόρους». Η ίδια υπογραμμίζει τη βαρύτητα που έχει η ιδιότητα του εναγομένου ως δημοσιογράφου ή φορέα της ενημέρωσης που ασκεί «καθήκοντα κοινωνικού ελέγχου», αλλά και η ιδιότητα του ενάγοντος ως δημοσίου προσώπου ή αξιωματούχου που «εκτίθεται συνειδητά σε αυξημένο έλεγχο λόγω της θέσης του».
Στο ίδιο πλέγμα κριτηρίων εντάσσονται, σύμφωνα με την κ. Βρεττού, η «φύση του επίδικου ζητήματος» ως θέματος «δημοσίου ενδιαφέροντος» και το «ύψος της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης», όταν αυτό είναι «προδήλως δυσανάλογο» και αποσκοπεί στην «αποθάρρυνση της περαιτέρω δημοσιογραφικής δραστηριότητας». Ως ενδείξεις «καταχρηστικότητας» αναδεικνύονται ακόμη η επιλογή «νομικών ερεισμάτων» που διευκολύνουν την επιβολή «δυσανάλογων κυρώσεων», η «παράλληλη άσκηση» ποινικών μέσων, η «έλλειψη προηγούμενης προσπάθειας εξωδικαστικής επίλυσης», αλλά και η άσκηση «πολλαπλών αγωγών» που δεν συνεκδικάζονται, «επιβαρύνοντας υπέρμετρα» τη «θέση άμυνας» του εναγομένου.
Αν, ωστόσο, έπρεπε να απομονωθούν τα βασικά στοιχεία, η ίδια επισημαίνει ότι η αναγνώριση μιας υπόθεσης ως SLAPP στηρίζεται πάντα «στη συνδρομή τριών βασικών στοιχείων»: στη σύνδεση της επίδικης δικαστικής ενέργειας με ζήτημα «προφανούς δημοσίου ενδιαφέροντος», στη χρήση νομικών ή δικονομικών πρακτικών που εμφανίζουν «καταχρηστικό χαρακτήρα» και στην ύπαρξη, έστω και σε σχετικό βαθμό, «ανισότητας ισχύος ή πόρων» μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.
Η διάγνωση, όμως, μιας υπόθεσης ως SLAPP δεν εξαντλείται μόνο στη συμπεριφορά του ενάγοντος ή στον τρόπο άσκησης της αγωγής. Πέραν των ανωτέρω, ιδιαιτέρως κρίσιμη είναι, όπως επισημαίνει ο κ. Καραμπατζός, και η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του Τύπου κατά το στάδιο της προετοιμασίας και παρουσίασης του επίμαχου δημοσιεύματος. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται αν τηρήθηκαν οι «βασικές συναλλακτικές και δεοντολογικές υποχρεώσεις» της δημοσιογραφίας, όπως ο σεβασμός της προσωπικότητας και της ιδιωτικής σφαίρας, η επιμέλεια και η «διασταύρωση των πληροφοριών». Έτσι, στο μικροσκόπιο μπαίνουν τόσο το «καθήκον αληθείας» όσο και ο σεβασμός των απόψεων του θιγομένου μέσω της παροχής «δυνατότητας απάντησης».
Η δολοφονία που ξύπνησε την Ευρώπη απέναντι στα SLAPPs
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα νομοθετήματα κατά των SLAPPs είναι ήδη πιο ανεπτυγμένα, ενώ και στον Καναδά και στην Αυστραλία η σχετική νομοθεσία εμφανίζεται προωθημένη, ιδίως σε υποθέσεις που εντοπίζονται στον χώρο του περιβαλλοντικού δικαίου. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς ριζώνει στη βαθιά, σχεδόν ιερή συνταγματική προστασία που επιφυλάσσει το αμερικανικό σύστημα στην ελευθερία του λόγου, παρά το γεγονός ότι η αντίπερα όχθη του Ατλαντικού δεν διανύει τις καλύτερες μέρες της στο πεδίο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
«Η ερμηνευτική προσέγγιση της Πρώτης Τροπολογίας, όπως διαμορφώθηκε ιδίως με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση New York Times v. Sullivan (1964), καθιέρωσε ένα ιδιαίτερα υψηλό όριο ανεκτικότητας έναντι της κριτικής που ασκείται σε δημόσια πρόσωπα και κρατικούς λειτουργούς. Αντιμετώπισε τον δημόσιο λόγο ως πεδίο ανοιχτής και ανεμπόδιστης ανταλλαγής απόψεων, ακόμη και όταν αυτή λαμβάνει τη μορφή έντονης, αιχμηρής ή δυσάρεστης κριτικής», παρατηρεί η κ. Βρεττού.
Στον ευρωπαϊκό χώρο, αντιθέτως, η θεσμική αντίδραση υπήρξε καθυστερημένη, παρά τις σοβαρές επιπτώσεις των SLAPPs για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις παρενέργειες που αυτές συνεπάγονται για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το σημείο καμπής ήρθε τον Οκτώβριο του 2017, όταν η δολοφονία της δημοσιογράφου Daphne Caruana Galizia στη Μάλτα λειτούργησε ως «θρυαλλίδα των εξελίξεων για την αφύπνιση των ευρωπαϊκών θεσμών και της κοινωνίας των πολιτών», όπως επισημαίνει ο Ευάγγελος Νικολάου, Πρωτοδίκης και Διδάκτωρ Νομικής.

Daphne Caruana Galizia (AP Photo/Jonathan Borg, File)
Η άγρια δολοφονία της δημοσιογράφου, σε ηλικία 53 ετών, έπειτα από έκρηξη βόμβας που τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητό της, έφερε στο φως και το μέγεθος του δικαστικού εκφοβισμού που υφίστατο όσο ήταν εν ζωή. Σε μια χώρα περίπου 470.000 κατοίκων, η ιστοσελίδα της σημείωνε «σχεδόν 400.000 επισκέψεις τη μέρα», με την ίδια να πρωτοστατεί στην αποκάλυψη περιστατικών διαφθοράς, έχοντας μάλιστα διαρρεύσει έγγραφα που συνέδεαν στελέχη της μαλτέζικης κυβέρνησης με «παράνομες πληρωμές από την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν» μέσω της Pilatus Bank, τράπεζας με έδρα τη Μάλτα που έκλεισε στις 5 Νοεμβρίου 2018, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακάλεσε την τραπεζική της άδεια ύστερα από σκάνδαλο διαφθοράς. Κατά τον χρόνο του θανάτου της εκκρεμούσαν σε βάρος της 43 αστικές και 5 ποινικές διαδικασίες για δυσφήμιση, οι οποίες είχαν υποβληθεί από τον Πρωθυπουργό, υπουργούς και τον Πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας της Μάλτας.
Η υπόθεση αυτή δεν έμεινε χωρίς συνέχεια. Η εντεινόμενη κινητοποίηση κορυφώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2020, όταν ιδρύθηκε στο Άμστερνταμ ο Συνασπισμός κατά των SLAPPs στην Ευρώπη (Coalition Against SLAPPs in Europe, CASE), αρχικά ως μια μικρής κλίμακας πρωτοβουλία που εξελίχθηκε ταχύτατα στον βασικό φορέα συντονισμού της κοινωνίας των πολιτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, η Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης Dunja Mijatović απηύθυνε δημόσια έκκληση για άμεση και συντονισμένη δράση κατά των SLAPPs, αναγνωρίζοντάς τες ως συστημική απειλή για την ελευθερία της έκφρασης και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Στο πλαίσιο αυτό, το CASE υπέβαλε, την 1η Δεκεμβρίου 2020, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό πρότυπο νομοθετικό κείμενο κατά των SLAPPs, ενώ δύο ημέρες αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου 2020, η Επιτροπή συγκρότησε Ομάδα Εμπειρογνωμόνων αποτελούμενη από 35 ειδικούς, επιβεβαιώνοντας την πρόθεσή της να προσεγγίσει το ζήτημα με τεκμηριωμένο και θεσμικά οργανωμένο τρόπο.
«Χρειάστηκε», σημειώνει ο κ. Νικολάου, «να περάσουν επτά χρόνια κοινωνικών δράσεων προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να πειστεί τελικά για την ανάγκη να ρυθμίσει το φαινόμενο των SLAPPs και να θεσπίσει την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069, ευρύτερα γνωστή ως “νόμος της Δάφνης”», το πρώτο δεσμευτικό ενωσιακό νομοθέτημα που οργανώνει, σε επίπεδο «ελάχιστων κοινών κανόνων», δικονομικά εργαλεία προστασίας έναντι των στρατηγικών αγωγών προς «αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού».
Η αρχιτεκτονική του νέου anti-SLAPP νομοσχεδίου
Όπως εξηγεί η κ. Βρεττού, η οποία ως μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής έχει πλήρη γνώση της φιλοσοφίας των νέων ρυθμίσεων, ο σκοπός του νέου νόμου είναι διττός, καθώς «δεν περιορίζεται στην απλή ενσωμάτωση της anti-SLAPP Οδηγίας», αλλά προχωρά και στην «επέκταση των εγγυήσεων έναντι των SLAPPs στις αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις». Ο Έλληνας νομοθέτης επιλέγει έτσι συνειδητά να θεσπίσει «ευνοϊκότερες της Οδηγίας διατάξεις», θωρακίζοντας τους θιγόμενους και σε καθαρά εγχώριο επίπεδο. Με την κίνηση αυτή, το ελληνικό νομοθέτημα εναρμονίζεται πλήρως τόσο με τη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2022 όσο και με εκείνη της Επιτροπής Υπουργών, η οποία εφαρμόζεται ενιαία, «μη διακρίνοντας μεταξύ διασυνοριακών και εγχώριων υποθέσεων».
Στην καρδιά της νέας αυτής αρχιτεκτονικής βρίσκεται η ειδική δικονομική εγγύηση της «πρώιμης απόρριψης της προδήλως αβάσιμης ή απαράδεκτης αγωγής» κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου. Η ίδια επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα αποτελεί την «κεντρική εγγύηση έναντι των SLAPPs», καθώς αποβλέπει ακριβώς στην άμεση «αποδέσμευση του εναγομένου από το βάρος μιας μακρόχρονης αντιδικίας» ήδη από την αφετηρία της διαδικασίας.
Για να επιτευχθεί αυτό σε ένα πραγματικά «πρώιμο διαδικαστικό στάδιο», ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την απόρριψη της εις βάρος του ενέργειας «εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση». Όπως σημειώνει η κ. Βρεττού, με την αίτησή του ο ίδιος προβάλλει το σύνολο των ισχυρισμών του και «ταυτοχρόνως προσκομίζει και τα αποδεικτικά μέσα», με προφανή στόχο την απλοποίηση και την «ταχεία εκδίκαση» της υπόθεσης.
Αντίστοιχα, ο αντίδικος έχει περιθώριο 30 ημερών από την επίδοση για να καταθέσει τις προτάσεις του. Παράλληλα, η ίδια ξεχωρίζει ως κομβικό το άρθρο 7 του νομοσχεδίου, το οποίο ανατρέπει τις ισορροπίες στο βάρος απόδειξης: σε περίπτωση αιτήματος πρώιμης απόρριψης, η κ. Βρεττού υπογραμμίζει ότι «το βάρος απόδειξης του παραδεκτού ή βασίμου της αγωγής φέρει ο ενάγων».
Οι καινοτομίες
Η καινοτομία του νομοσχεδίου εντοπίζεται κυρίως σε τέσσερα επίπεδα που αναδιαμορφώνουν τη δικονομική προστασία της δημόσιας συμμετοχής. Το πρώτο αφορά την εννοιολογική επαναπλαισίωση: η δημόσια συμμετοχή αντιμετωπίζεται πλέον ως αυτοτελώς προστατευτέο αγαθό έναντι της δικονομικής κατάχρησης, μέσα από έναν ευρύ ορισμό της συμμετοχής του κοινού και του δημόσιου ενδιαφέροντος.
Το δεύτερο αφορά την πρώιμη δικονομική «διήθηση»: η δυνατότητα ταχείας απόρριψης προδήλως αβάσιμων αγωγών και η υποχρέωση του ενάγοντος να τεκμηριώσει την αξίωσή του ήδη από αυτό το στάδιο μεταβάλλουν ουσιωδώς την ισορροπία υπέρ του εναγομένου. Το τρίτο επίπεδο αφορά την οικονομική αποτροπή, καθώς η πρόβλεψη για πλήρη κάλυψη των εξόδων, η δυνατότητα εγγυοδοσίας και η επιβολή κυρώσεων δημιουργούν ένα πραγματικό και υπολογίσιμο κόστος για τον ενάγοντα που δρα καταχρηστικώς.
Το τέταρτο, τέλος, αφορά τη διασυνοριακή θωράκιση, με ειδικούς κανόνες έναντι τρίτων χωρών και υποχρεώσεις συλλογής δεδομένων που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του forum shopping και στη συστηματική θεσμική παρακολούθηση του φαινομένου.
Το «φίλτρο» στις προδήλως αβάσιμες αγωγές
Πάνω σε αυτό το θεσμικό υπόβαθρο, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας τονίζει ότι το σχετικό νομοσχέδιο τέθηκε σήμερα σε δημόσια διαβούλευση, ενώ η ψήφισή του θα γίνει εντός του Ιουλίου. Αν και η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο έληγε στις 7 Μαΐου, η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που προχωρά στην υιοθέτησή της. «Όποιος κάνει μία έρευνα στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», παρατηρεί ο ίδιος, «θα διαπιστώσει ότι δύο ή τρεις χώρες μαζί με την Ελλάδα έχουν προβεί στην ενσωμάτωση, ενώ οι υπόλοιπες δεν έχουν καν ξεκινήσει τη διαδικασία».
Ταυτόχρονα, οι νέες ρυθμίσεις, εξηγεί, θα προβλέπουν τη δυνατότητα «πρόωρης απόρριψης προδήλως αβάσιμων αγωγών» και σύντομες προθεσμίες για την αποφυγή των καθυστερήσεων, εξασφαλίζοντας «αυξημένες εγγυήσεις προστασίας για όσους συμμετέχουν καλόπιστα στον δημόσιο διάλογο». Παράλληλα, ο υφυπουργός αναφέρει ότι θεσπίζονται ειδικές εγγυήσεις για την αποτροπή κακόπιστων δικονομικών πρακτικών και «ενίσχυση των συνεπειών σε περίπτωση καταχρηστικής άσκησης αγωγών», με την επιβάρυνση του ηττηθέντος ενάγοντος με το σύνολο των δικαστικών εξόδων. Τέλος, για την αποτελεσματική παρακολούθηση του φαινομένου, δημιουργείται ένα ενιαίο σημείο πληροφόρησης και ένας ειδικός «μηχανισμός στατιστικών στοιχείων» για τις καταχρηστικές αυτές ενέργειες.
Του νομοσχεδίου υπεραμύνεται και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, παρατηρώντας ότι η επιλογή αυτή εντάσσεται οργανικά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της ελευθερίας της έκφρασης. «Είμαστε η κυβέρνηση που κατήργησε το αδίκημα της απλής δυσφήμισης», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, όπως σπεύδει να διευκρινίσει, «κανένας πολίτης δεν είναι ανώτερος ή κατώτερος από οποιονδήποτε άλλον. Κάθε πολίτης θα μπορεί να είναι εν δυνάμει ενάγων και προφανώς εν δυνάμει εναγόμενος, αντιστοίχως μηνυτής ή μηνυόμενος». Σύμφωνα με τον ίδιο, «καμία νομοθεσία δεν μπορεί να απαγορεύσει από έναν συμπολίτη μας να κινηθεί στη δικαιοσύνη όταν θεωρεί ότι ο οποιοσδήποτε, είτε είναι δημοσιογράφος είτε όχι, βλάπτει την τιμή και την υπόληψή του, είτε τον συκοφαντεί, είτε τον υβρίζει, είτε διαπράττει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα».
Το αντίβαρο του πολιτικού λόγου
Παρ’ όλα αυτά, απέναντι στην επίκληση της προστασίας της τιμής και της υπόληψης, ο κ. Καραμπατζός σημειώνει ότι «η συνδρομή του κριτηρίου του δημοσίου προσώπου, του θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, της καλής πίστης, καθώς και της φύσης της επίδικης δήλωσης ως προστατευτέας γνώμης, πρέπει να οδηγήσει στην πρόσδοση προβαδίσματος στον πολιτικό λόγο».
Ο ίδιος εξηγεί ότι αυτό το πρίσμα «καθιστά επιτρεπτή την αιχμηρή ή οξεία κριτική προς έλεγχο ιδίως των ενεργειών ή παραλείψεων δημοσίων αξιωματούχων», συμπληρώνοντας ότι «η επιθυμητή, ιδίως μετά την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου του 2024 για τη χώρα μας, μείωση των SLAPPs φυσικά δεν μπορεί να επιτευχθεί με μόνη την αποποινικοποίηση της απλής δυσφήμισης».
Πώς το Στρασβούργο έβαλε τα SLAPPs στο ευρωπαϊκό νομικό κάδρο
«Το ζήτημα των SLAPPs είναι σχετικά νέο ως αυτοτελής όρος στη νομολογία του Στρασβούργου», παρατηρεί ο Ιωάννης Κτιστάκις, πρόεδρος του 3ου Τμήματος του ΕΔΔΑ.
Κομβικό νομολογιακό σταθμό που έδωσε ορατότητα στο φαινόμενο αποτελεί η υπόθεση OOO Memo κατά Ρωσίας του 2022, μια απόφαση πραγματικά ορόσημο για την ανάδυση των SLAPPs στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα εταιρεία, ιδιοκτήτρια διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης, είχε δημοσιεύσει ένα ρεπορτάζ που συνέδεε την αναστολή μιας κρατικής επιχορήγησης προς τον δήμο του Βόλγκογκραντ με πολιτικές σκοπιμότητες και έναν επίμαχο διαγωνισμό για την προμήθεια λεωφορείων. Η περιφερειακή διοίκηση αντέδρασε ασκώντας αγωγή δυσφήμισης, με τα ρωσικά δικαστήρια να διατάσσουν τελικά την ανάκληση του δημοσιεύματος.
«Το κρίσιμο ερώτημα που ετέθη ενώπιον του Στρασβούργου», εξηγεί ο κ. Κτιστάκις, «ήταν αν ένα εκτελεστικό όργανο, ένα τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας όπως η περιφερειακή διοίκηση, μπορεί να επικαλεστεί την προστασία της φήμης του ως νόμιμο σκοπό περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης». Ο ίδιος παρατηρεί ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε μια θεμελιώδη αρχή, σύμφωνα με την οποία «τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας πρέπει να παραμένουν ανοιχτά στον δημόσιο έλεγχο». Ως εκ τούτου, όπως τονίζει, κρίθηκε ότι «μια αστική αγωγή δυσφήμισης που ασκείται από τέτοιο φορέα δεν μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να θεωρηθεί ότι επιδιώκει θεμιτό σκοπό περιορισμού του δικαιώματος στην έκφραση».
Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο κ. Κτιστάκις εξηγεί ότι «αποτυπώνεται ο πυρήνας της ευρωπαϊκής προσέγγισης: όσο πιο κοντά βρίσκεται ο ενάγων στην κρατική εξουσία, τόσο πιο αυστηρά ελέγχεται η προσφυγή του στη Δικαιοσύνη όταν αυτή στρέφεται κατά της δημόσιας κριτικής», υπογραμμίζοντας παράλληλα πως «η κρατική εξουσία δεν νομιμοποιείται να επιβάλλει τη σιωπή στους πολίτες». Αντίθετα, ο ίδιος τονίζει ότι «η δημόσια διοίκηση, οι δήμοι, τα συλλογικά πολιτικά όργανα και οι κρατικοί φορείς έχουν υποχρέωση ανοχής στον έλεγχο», οφείλοντας να αποδέχονται «έναν αυξημένο βαθμό κριτικής σε σύγκριση με κάθε άλλη κατηγορία, ακριβώς επειδή λειτουργούν με δημόσια εντολή και διαχειρίζονται δημόσιους πόρους».
Η ελληνική υστέρηση στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης
«Η νομολογία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια εφαρμόζει τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και τις ερμηνεύει με τρόπο αντίθετο προς την ελευθερία της έκφρασης. Συγκεκριμένα, τα ελληνικά δικαστήρια δεν ακολουθούν τα κριτήρια του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, τα οποία δίνουν προτεραιότητα στην ελευθερία του λόγου όταν πρόκειται για δημόσια πρόσωπα, θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, καλή πίστη ή αξιολογικές κρίσεις. Αντί να ενσωματώνει αυτές τις παραμέτρους, η εγχώρια νομολογία τις παρακάμπτει, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δημοσιογραφική κριτική και η ελεύθερη έκφραση στη χώρα», παρατηρεί η κ. Βρεττού.
Η Ελλάδα, άλλωστε, έχει καταδικαστεί ουκ ολίγες φορές από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, επειδή το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης δεν ερμηνεύθηκε κατά τρόπο σύμφωνο με τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας, τα οποία αναγνωρίζουν αυξημένη προστασία στον δημόσιο λόγο, ιδίως όταν αυτός αφορά πρόσωπα που ασκούν δημόσια επιρροή ή ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος.
Στο ίδιο πνεύμα, ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο ΕΚΠΑ Γιάννης Τασόπουλος σημειώνει ότι «αντί να προστατεύεται η πλήρης ελευθερία του λόγου, βλέπουμε τη νομολογία να μετατρέπεται σε μηχανισμό αστυνόμευσης της “ευπρέπειας” της δημόσιας συζήτησης. Και αυτός ο έλεγχος της δημόσιας συζήτησης είναι κάτι που παραδοσιακά χρησιμεύει ως μηχανισμός ελέγχου και περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης στην Ελλάδα».
Στη διάσταση της συμμόρφωσης της Ελλάδας προς τη νομολογία του Στρασβούργου εστιάζει και ο κ. Κτιστάκης, υπογραμμίζοντας ότι «το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αδιαφορεί για τη συμμόρφωση των κρατών στις καταδικαστικές αποφάσεις του. Αντιθέτως, μεριμνά». Όπως εξηγεί, η κύρια ευθύνη επιτήρησης ανήκει στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με το άρθρο 46 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, ωστόσο και το ίδιο το Δικαστήριο επιχειρεί να συμβάλει στη διάδοση και εφαρμογή της νομολογίας του.
Η σημασία της διάδοσης αυτής είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν πρόκειται για ακανθώδη ζητήματα. «Η ελευθερία της έκφρασης είναι ένα από τα πέντε ακανθώδη ζητήματα που αφορούν το ελληνικό κράτος, γιατί εκκρεμεί για πάνω από μία δεκαπενταετία. Δηλαδή, το αρμόδιο πολιτικό όργανο, η Επιτροπή Υπουργών, δεν έχει κλείσει τον φάκελο για την ελευθερία της έκφρασης στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται και ο κίνδυνος των SLAPPs. Όπως τονίζει ο κ. Κτιστάκης, «αυτός είναι ο λόγος που τα SLAPPs είναι τόσο επικίνδυνα. Δεν πλήττουν μόνο τον εναγόμενο δημοσιογράφο ή ακτιβιστή· πλήττουν και το δικαίωμα του κοινού να πληροφορείται». Όταν ένας δημοσιογράφος σιωπά από τον φόβο υπέρογκων αποζημιώσεων, όταν μια μη κυβερνητική οργάνωση αποσύρει μια έκθεση για να αποφύγει τη δικαστική ταλαιπωρία ή όταν ένας πολίτης φοβάται να μιλήσει για τη δημόσια διαχείριση επειδή απειλείται με αγωγή, η ζημία δεν είναι μόνο ατομική. «Σύμφωνα με το Στρασβούργο, είναι συλλογική, γιατί περιορίζεται ο δημόσιος διάλογος», επισημαίνει.
Η φωτεινή εξαίρεση της υπόθεσης των υποκλοπών
Η υπόθεση των υποκλοπών και η ερευνητική δημοσιογραφία που φώτισε πολλές από τις πτυχές της δεν έφεραν μόνο στο φως κρίσιμα στοιχεία γύρω από μια υπόθεση που εξακολουθεί να εγείρει εύλογες αμφιβολίες για τη στάση της κυβέρνησης και της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, προκαλώντας σοβαρότατες επικρίσεις για τους χειρισμούς που έχουν γίνει. Συνέβαλαν, ταυτόχρονα, και στην έκδοση μιας απόφασης μείζονος σημασίας για την ελευθερία του Τύπου, εξόχως σπάνιας για τα ελληνικά δεδομένα, σε ένα νομολογιακό τοπίο που συχνά εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στη δημοσιογραφική κριτική.
Πρόκειται για την απόφαση 2833/2024 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2024 και με την οποία απορρίφθηκε για λόγους ουσίας η αγωγή του πρώην Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού και ανιψιού του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, κατά του Reporters United, της Εφημερίδας των Συντακτών και των δημοσιογράφων Νικόλα Λεοντόπουλου, Θοδωρή Χονδρόγιαννου και Θανάση Κουκάκη για την υπόθεση των υποκλοπών.
Η σημασία της απόφασης εκτείνεται πέρα από την έκβαση της συγκεκριμένης αγωγής. Όπως εκτιμούν νομικοί κύκλοι, προσφέρει ένα συνεκτικό υπόδειγμα στάθμισης μεταξύ της ελευθεροτυπίας και της προστασίας της προσωπικότητας και μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για τη μελλοντική ελληνική νομολογία σε υποθέσεις δυσφήμησης διά του Τύπου. Η βαρύτητά της εντοπίζεται κυρίως στη μεθοδολογική της συνέπεια και στην ουσιαστική εναρμόνισή της με το ευρωπαϊκό κεκτημένο ως προς την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης.
Αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσέγγισε τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Υιοθετώντας έναν δικανικό συλλογισμό που απομακρύνεται από τον παραδοσιακό φορμαλισμό της εγχώριας νομολογίας, ενσωμάτωσε οργανικά τα κριτήρια που έχει αποκρυσταλλώσει το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.
«Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, δεν θεωρώ ότι η προστασία των δημοσιογράφων θα επέλθει μόνο με την ενσωμάτωση της Οδηγίας κατά των SLAPPs. Αν ο Έλληνας δικαστής ακολουθούσε τα κριτήρια της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στις υποθέσεις ελευθερίας της έκφρασης, δηλαδή τα τέσσερα κριτήρια, το κριτήριο του δημοσίου προσώπου, του θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, της αξιολογικής κρίσης και της στήριξης του καθήκοντος αληθείας, θα υπήρχε αποτελεσματική προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, ακόμη και αν δεν υπήρχε η ευρωπαϊκή νομοθεσία περί SLAPPs», παρατηρεί η κ. Βρεττού.





