Τα δεδομένα από το Ευρωβαρόμετρο φέρνουν στο προσκήνιο μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.
Σχεδόν δύο στους τρεις πολίτες στην Ελλάδα (65%) δηλώνουν αρνητικά συναισθήματα, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην ΕΕ, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο.
Αυτό το στιγμιότυπο της κοινωνικής πραγματικότητας αποτυπώνει τον τρόπο που οι πολίτες βιώνουν την καθημερινότητά τους εμφανίζοντας αισθήματα αβεβαιότητας, απογοήτευσης και άγχους μεταξύ άλλων.
Σε μια περίοδο όπου το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προσπαθεί να απορροφήσει τους κραδασμούς διαδοχικών κρίσεων, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να λειτουργεί υπό καθεστώς παρατεταμένης πίεσης.
Η κοινωνική δυσφορία χτυπάει κόκκινο, εμφανίζοντας πολλαπλές συναισθηματικές ρωγμές.
Πώς αισθάνονται οι Ευρωπαίοι πολίτες;
Στο σύνολο των 27 κρατών-μελών, η συναισθηματική κατανομή εμφανίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο. Το 44% των Ευρωπαίων αναφέρει την «αβεβαιότητα» ως κυρίαρχο συναίσθημα, ενώ το 43% αντιπαραβάλλει την«ελπίδα». Τα ευρήματα αυτά αντικατοπτρίζουν μια κοινωνία σε μετάβαση, η οποία μεν ανησυχεί, αλλά διατηρεί σημαντικά αποθέματα αισιοδοξίας.
Στην Ελλάδα, εμφανίζεται μια δραματική εικόνα. Τα αισθήματα δυσφορίας των πολιτών εγείρουν έντονο προβληματισμό.
Η αβεβαιότητα κυριαρχεί με 59%, σημειώνοντας διαφορά 15 μονάδων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ένας στους δύο πολίτες στην Ελλάδα (50%) αναφέρει το «άγχος» ως την κύρια συναισθηματική του κατάσταση, ένα ποσοστό υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού (21%). Παράλληλα, η «απογοήτευση» αγγίζει το 48% έναντι 23% στην ΕΕ και ο «θυμός» καταγράφεται στο 31% έναντι 15%.
Πρόκειται για ένα κοινωνικό σώμα που βιώνει την τρέχουσα οικονομική συγκυρία με όρους υπαρξιακής πίεσης. Το γεγονός ότι η «σιγουριά» εντοπίζεται μόλις στο 15% του ελληνικού δείγματος (έναντι 33% στην ΕΕ) και η «ευτυχία» σε έναν στους δέκα πολίτες (10% στην Ελλάδα έναντι 22% στην ΕΕ), καταδεικνύει την απουσία θετικών αισθημάτων στην καθημερινή ζωή των πολιτών.
«Η δεκαετής οικονομική κρίση, η πανδημία, η αύξηση του κόστους ζωής, η εργασιακή επισφάλεια και η στεγαστική κρίση επηρεάζουν τις προσλήψεις των ατόμων για την υποκειμενική τους ευημερία εντείνοντας την ανασφάλεια, τη χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τις μειωμένες προσδοκίες για το μέλλον», όπως αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Κατερίνα Ηλιού, κοινωνική ψυχολόγος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Οι δείκτες υποκειμενικής ευημερίας αντιμετωπίζονται ως «προπομπός» για την εκτίμηση της κοινωνικής συνοχής και της ανθεκτικότητας των κρατικών θεσμών.
Η αυτο-αντίληψη για το βιοτικό μας επίπεδο προκύπτει κυρίως μέσα από τη σύγκριση με το βιοτικό επίπεδο μεταξύ κοινωνικών ομάδων ή διαφορετικών χωρών. Όπως εξηγεί στο ΒΗΜΑ η Κατερίνα Ηλιού, «Συγκρίνουμε το βιοτικό μας επίπεδο σε σχέση με το παρελθόν, σε σχέση με τους συμπολίτες μας, καθώς και σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όταν μέσα από την κοινωνική σύγκριση νιώσουμε ότι στερούμαστε πόρους για μια καλή διαβίωση, ενώ οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα, η υποκειμενική ευημερία μειώνεται και δημιουργείται το υπόβαθρο για συναισθήματα αβεβαιότητας, απαισιοδοξίας και θυμού».
Το Χάσμα των Γενεών στην Ποιότητα Ζωής
Σε επίπεδο γενικού πληθυσμού, το ποσοστό όσων δηλώνουν ικανοποιημένοι από την ποιότητα ζωής τους στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 63%, αποκλίνοντας σημαντικά από τον εξαιρετικά υψηλό μέσο όρο (83%) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κατανομή των δεδομένων ανά ηλικιακή ομάδα προσφέρει μια αναλυτικότερη ανάγνωση των ευρημάτων. Η ικανοποίηση από τη ζωή στην Ελλάδα εμφανίζει μια έντονα φθίνουσα πορεία, αντιστρόφως ανάλογη με την ηλικία του δείγματος. Συγκεκριμένα:
- Στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών, η ικανοποίηση αγγίζει το 88%, ευθυγραμμιζόμενη με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
- Στην ομάδα των 25-39 ετών, υποχωρεί στο 73%.
- Στην ομάδα των 40-54 ετών, πέφτει περαιτέρω στο 64%.
- Στους πολίτες άνω των 55 ετών, η ικανοποίηση κατακρημνίζεται στο 52%.
«Η ηλικιακή ομάδα των νέων αποτυπώνεται συχνά στις κοινωνικές έρευνες ως πιο αισιόδοξη σε σχέση με άλλες δημογραφικές ομάδες του πληθυσμού. Αυτή η τάση αποκαλείται Προκατάληψη αισιοδοξίας και οφείλεται στην ηλικιακή φάση της νεότητας. Καθώς οι νέοι/ες δεν έχουν ακόμη βιώσει τις δυσκολίες του κύκλου ζωής που έχουν βιώσει τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα τείνουν να υπερεκτιμούν τις πιθανότητες για θετικά γεγονότα και να υποτιμούν τις πιθανότητες για αρνητικά γεγονότα», όπως επισημαίνει η κοινωνική ψυχολόγος Κατερίνα Ηλιού.
Στην Ελλάδα του 2026, σχεδόν οι μισοί πολίτες άνω των 55 ετών θεωρούν ότι διαβιούν σε συνθήκες που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Το εύρημα αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 43% του γενικού δείγματος (έναντι 27% της ΕΕ) αναφέρει επιδείνωση της ποιότητας ζωής του τους τελευταίους 12 μήνες, υποδηλώνει μια δυσμενή πραγματικότητα για τη μέση και τρίτη ηλικία.
Η στατιστική αυτή συμπεριφορά σπανίζει σε ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου ιστορικά οι μεγαλύτερες ηλικίες, έχοντας εδραιώσει τη στεγαστική και επαγγελματική τους κατάσταση, αναφέρουν υψηλότερα ή τουλάχιστον συγκρίσιμα επίπεδα ικανοποίησης με τους νεότερους. Κάτι τέτοιο φαίνεται να μην συμβαίνει στη χώρα μας.
Τι σημαίνει «καλό βιοτικό επίπεδο» στην Ελλάδα;
Πώς ορίζεται, όμως, η έννοια της «καλής ποιότητας ζωής» για την ελληνική κοινωνία;
Το «καλό βιοτικό επίπεδο» στην Ελλάδα εμφανίζεται να είναι άκρως υλιστικό και προσδιορίζεται από την ανάγκη κάλυψης βασικών συνθηκών επιβίωσης και ασφάλειας σε αντίθεση με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, όπου μη-υλικές αξίες αξιολογούνται ως πιο σημαντικές.
Η «οικονομική κατάσταση και η ικανότητα κάλυψης των καθημερινών εξόδων» ταυτίζεται με την ποιότητα ζωής για το 72% των Ελλήνων, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη βρίσκεται στο 49%. Η «ποιότητα και προσβασιμότητα στην υγειονομική περίθαλψη» ακολουθεί ως δεύτερος κρίσιμος πυλώνας με 68% (έναντι 46% στην ΕΕ). Η «διασφάλιση των θέσεων εργασίας» προσδιορίζει το ευ ζην για το 64% (έναντι μόλις 38% στην ΕΕ), ενώ η «οικονομικά προσιτή και ποιοτική στέγαση» συγκεντρώνει 60% (έναντι 37%).
Η σύνδεση της ποιότητας ζωής με την ικανότητα κάλυψης των μηνιαίων εξόδων ή την πρόσβαση στο σύστημα υγείας αντικατοπτρίζει το καθεστώς ανασφάλειας που διέπει την κοινωνική πραγματικότητα.
Η ακρίβεια και οι επακόλουθες συνέπειες της για την καθημερινότητα των πολιτών αναδύονται ως γενεσιουργές δυνάμεις για το κοινωνικό άγχος και το αίσθημα αδυναμίας ανικανότητας των πολιτών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ιεραρχώντας τις προτεραιότητες που πρέπει να θέσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, οι Έλληνες επιλέγουν πρώτο τον έλεγχο του πληθωρισμού και του κόστους διαβίωσης (52%), δεύτερη την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας (51%), τρίτη τη δημόσια υγεία (49%) και τέταρτη την καταπολέμηση της φτώχειας (45%). Οι αποκλίσεις αυτών των ποσοστών από τα ευρωπαϊκά ευρήματα, τα οποία κατανέμονται πολύ πιο ομοιόμορφα σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή ή η άμυνα, είναι χαρακτηριστικές της διαφοροποιημένης βάσης αναγκών των πολιτών στην Ελλάδα.
Ευρωπαϊκή ασφάλεια και οικονομική ανασφάλεια
Πώς αισθάνονται οι Έλληνες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Σε επίπεδο προσδοκιών, το ελληνικό δείγμα εμφανίζεται απόλυτα φιλοευρωπαϊκό. Το 71% αναγνωρίζει την ΕΕ ως χώρο σταθερότητας σε έναν ταραγμένο κόσμο, ενώ ένα συντριπτικό 81% ζητά από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να αναλάβουν ακόμη πιο κεντρικό ρόλο στην προστασία από παγκόσμιες κρίσεις (γεωπολιτικές, ενεργειακές, υγειονομικές). Το αίτημα για «περισσότερη Ευρώπη» ως γεωπολιτική ομπρέλα προστασίας είναι αδιαμφισβήτητο.
Ωστόσο, μόλις το 63% των πολιτών κρίνει ότι η Ελλάδα έχει επωφεληθεί συνολικά από την ένταξή της στην ΕΕ, υπολειπόμενο κατά 11 μονάδες από τον ιστορικά υψηλό ευρωπαϊκό μέσο όρο του 74%. Σχεδόν ένας στους τρεις (32%) εκφράζει την πεποίθηση ότι η συμμετοχή στην ΕΕ δεν έχει αποφέρει οφέλη στην Ελλάδα.
Όταν το 37% των Ελλήνων εκτιμά ότι το προσωπικό του βιοτικό επίπεδο πρόκειται να επιδεινωθεί την επόμενη πενταετία (έναντι 29% στην ΕΕ), γίνεται αντιληπτό ότι η προστασία που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται επαρκής έναντι εξωτερικών απειλών, αλλά ανεπαρκής στο να μεταφραστεί σε εσωτερική οικονομική ευημερία και κοινωνική κινητικότητα.
Ελληνική κοινωνία υπό πίεση
Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί στα όρια των αντοχών της, έχοντας εξαντλήσει την ανοχή της σε πολιτικές που δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης. Η αγοραστική δύναμη, το κόστος στέγασης και η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη προβληματίζουν έντονα την ελληνική κοινωνία.
Η μακροοικονομική εικόνα της χώρας, όπου καταγράφεται ανάπτυξη σε πολλούς οικονομικούς δείκτες, απέχει παρασάγγας από την υποκειμενική αίσθηση ευημερίας του πληθυσμού. Το χάσμα μεταξύ μακροοικονομικών δεικτών και κοινωνικής πραγματικότητας είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα της δεκαετίας που διανύουμε.



