Η Μαρία Ναυπλιώτου άφησε τον χορό για το θέατρο και ξεχώρισε: Όμορφη, λαμπερή, με ταλέντο. Ηθοποιός που μετρά ρόλους, συνεργασίες και επιτυχίες, δουλεύει πολύ, βάζει στόχους και ακολουθεί τον δρόμο της, με συνέπεια. Άτοσσα, στην τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσες», με την παράσταση που σκηνοθετεί ο Χρήστος Θεοδωρίδης στην Επίδαυρο. Και μοιράζεται στο ΒΗΜΑ Talks τις σκέψεις της για το θέατρο και τη ζωή της, την ήττα αλλά και την ελπίδα.
Ποιο αίσθημα σας γεννά η τραγωδία «Πέρσες»;
Είναι το έργο των ηττημένων. Στη δική μας περίπτωση οι πραγματικοί ηττημένοι είναι οι άνθρωποι. Όλοι είναι ηττημένοι. Το έργο χωρίζεται στην εξουσία, η οποία έχει ηττηθεί και έχει προκαλέσει τους πολέμους, και στον Χορό, που είναι οι άνθρωποι, ο λαός. Και στην δική μας παράσταση αυτό, νομίζω, τονίζεται.
Η εξουσία φροντίζει να προστατεύσει τον εαυτό της και το σύστημα που την κρατάει. Οπότε αυτοί που την πληρώνουν περισσότερο, αυτοί που την πατάνε, είναι πάντα ο λαός. Αυτοί μένουν στο τέλος αποκαμωμένοι και απ’ το πένθος και απ’ τον πόνο, και οικονομικά, και κοινωνικά. Ο κοινωνικός ιστός χάνεται, διαλύεται. Και θέλει χρόνο για να επανέλθει.
Με τους πολέμους να συνεχίζονται γύρω μας, είμαστε όλοι ηττημένοι σήμερα; Αυτή είναι η σύνδεση του έργου με το τώρα;
Δεν νομίζω ότι σταμάτησαν και ποτέ οι πόλεμοι. Απλώς στην Ευρώπη, μετά τον Β’ Παγκόσμιο, δεν είχαμε μέχρι να ξεσπάσει στην Ουκρανία. Ίσως μετά την τόσο μεγάλη παύση να περιμέναμε ότι τα πράγματα θ’ άλλαζαν, ότι μετά την Χιροσίμα θα μαθαίναμε και δεν θα επαναλαμβάναμε τα ίδια. Αλλά στην πραγματικότητα οι πόλεμοι δεν σταμάτησαν ποτέ. Απλώς ήταν μακριά μας. Τα συμφέροντα που κινούν τους πολέμους δεν έπαψαν. Η αλαζονεία, η ανάγκη για επέκταση, κατάκτηση, πλουτισμό, έχει ως συνέπεια την καταπάτηση των ιερών και των οσίων, που είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα -κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ.
Είχαμε όμως την ελπίδα;
Ναι. Όσο ήταν μακριά από εμάς ελπίζαμε ότι δεν θα μας συμβεί. Και τώρα το ίδιο συμβαίνει. Η Ουκρανία μάς ταρακούνησε, ο πόλεμος ήρθε στην αυλή μας. Γιατί όλοι οι άλλοι πόλεμοι ήταν απλώς νέα, ειδήσεις. Το θέμα ήταν να μην έρθει στην αυλή μας και όσο δεν ερχόταν είχαμε ειρήνη, στην Ευρώπη, όχι παγκοσμίως.
Ποιος είναι ο προσωπικός σας τρόπος αντίδρασης;
Εγώ πιστεύω πάρα πολύ στο ν’ απλώνεις το χέρι σου για να βοηθήσεις ή για να ζητήσεις βοήθεια. Έχει να κάνει με την ατομικότητα του καθενός απέναντι στον συνάνθρωπο. Σ’ αυτό πιστεύω. Αλλά εδώ μιλάμε για συστήματα που έχουν οικονομική βάση και που ο σκοπός τους είναι ο μεγαλύτερος πλουτισμός, η μεγαλύτερη οικονομική κυριαρχία. Θυμάμαι είχα διαβάσει στην «κωμικοτραγική ιστορία του νεοελληνικού έθνους» του Ραφαηλίδη ότι τα συναισθήματα ανήκουν στους ανθρώπους, όχι στα κράτη -κι αυτό είναι αλήθεια.
«Το να λέμε ιστορίες είναι ένας τρόπος ίασης».
Απ’ την άλλη προσπαθώ να κρατήσω την ψυχραιμία μου απέναντι σ’ όλα αυτά που συμβαίνουν, και βλέπω ότι οι άνθρωποι έξω είναι σε έκρυθμη κατάσταση. Σκοτώνονται στα φανάρια γιατί άργησε ο άλλος λίγο στο κόκκινο… Η μόνη μας αντίδραση απέναντι σε κάτι που μας ενοχλεί είναι η βία, είτε με λεκτικό είτε με σωματικό τρόπο.
Οπότε;
Οπότε τι να πει κανείς; Ότι δίπλα μας είναι όλα πολύ απειλητικά και εχθρικά και σε προσωπικό επίπεδο, σε κοινωνικό αλλά και σε παγκόσμιο. Επίσης, το θέμα με την κλιματική αλλαγή και την καταστροφή του πλανήτη. Πρόσφατα δημοσιεύθηκε και είδαμε πόσες λίγες παραλίες στην Αττική έχουν μείνει για να κολυμπήσεις, γιατί όλοι ρίχνουν τους βόθρους ανεξέλεγκτα. Το κράτος που είναι; Στην Αττική, στον Σαρωνικό οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν μπάνιο. Οι επιστήμονες λένε ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να καθαρίσουν, απλώς άλλα πράγματα ενδιαφέρουν όσους είναι στην εξουσία. Αυτό δεν είναι η απόλυτη τρέλα;
Οπότε προσπαθώ για την προσωπική μου ψυχική υγεία, να κρατάω την πίστη και τη ελπίδα μου, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος. Από εκεί και πέρα τα σημάδια γύρω είναι δυσοίωνα.
Το θέατρο σας δίνει πάντα μια διέξοδο;
Δεν ξέρω αν είναι το θέατρο. Η δημιουργία δίνει. Το να ταξιδεύεις με τη φαντασία σου για μένα είναι σωτήριο, είτε είσαι επαγγελματίας ηθοποιός είτε ένας άνθρωπος που αγαπάει την τέχνη σε οποιαδήποτε μορφή της. Από τότε που ήμουν μικρό παιδί αυτή ήταν η μόνη μου διαφυγή, το μόνο καταφύγιο, πέρα από δύο-τρεις πολύ ουσιαστικές προσωπικές σχέσεις που έχω. Το να λέμε ιστορίες είναι ένας τρόπος ίασης.
Πάμε στην παράσταση και στη συνάντησή σας με τον σκηνοθέτη Χρήστο Θεοδωρίδη…
Ήταν μεγάλη μου επιθυμία κι όταν μου το πρότεινε χάρηκα πάρα πολύ. Η αίσθηση που είχα βλέποντας τις παραστάσεις του είναι η ίδια που έχω τώρα δουλεύοντας μαζί του. Ουσιαστική, με απόλυτο σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα, με ταπεινότητα. Είναι απ’ τις καλύτερες συνεργασίες που έχω κάνει. Έχει μια πολύ ανθρώπινη ματιά απέναντι στην τέχνη, στους ανθρώπους.
Ονειρεύεστε ρόλους;
Δεν έχω ρόλους στο μυαλό μου -πολύ σπάνια. Η εμπειρία μου έχει αποδείξει ότι χωρίς τη συνάντηση οι ρόλοι δεν είναι τίποτα, με την έννοια ότι κάθε πρόσωπο πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σε μία ιστορία. Αν δεν υπάρχει η ιστορία δεν μπορεί το πρόσωπο αυτό να ’χει ζωή. Βεβαίως, η επιθυμία να κάνουμε δύσκολα έργα, έργα του κλασικού ρεπερτορίου ή να ανακαλύψουμε καινούργια σημαντικά πράγματα, ναι, αυτό ισχύει. Αλλά ο ρόλος από μόνος του δεν σημαίνει κάτι. Γιατί μπορεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθείς ν’ αναπτυχθείς, να μην είναι εύφορο, γόνιμο.
Άτοσσα στους «Πέρσες»: Πώς την αντιμετωπίζετε;
Είναι μια βασίλισσα με διπλωματικά χαρακτηριστικά, πολύ έξυπνη. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος, μια γυναίκα μέσα σ’ ένα περιβάλλον απ’ όπου λείπουν οι άντρες αλλά συνεχίζουν να είναι ισχυροί σ’ ένα πατριαρχικό καθεστώς. Αλλά είναι και μάνα. Ιστορικά η Άτοσσα έχει χάσει άλλον έναν γιο στους πρώτους πολέμους που είχε ξεκινήσει ο Δαρείος δέκα χρόνια πριν. Η αγωνία της να μην χαθεί ο Ξέρξης είναι μεγάλη. Παράλληλα με την έννοια για το παιδί της είναι κι έννοια να μην χαθεί η δυναστεία, η συνέχεια. Είναι δηλαδή μια γυναίκα που φροντίζει τα του οίκου της και ο οίκος της είναι μια μεγάλη δυναστεία που βασιλεύει.
Έχει αλλάξει ο τρόπος που πλησιάζετε έναν ρόλο;
Η εμπειρία οπωσδήποτε βοηθάει να πλησιάσουμε κάτι, να καταλάβουμε τι είναι πιο σημαντικό, τι να κάνουμε ή να μην κάνουμε. Πως να προσπερνάς κάποια στάδια που δεν σ’ έβγαζαν πουθενά, για να έχεις μια καλύτερη αφετηρία. Από εκεί και πέρα η χαρτογράφηση του χαρακτήρα και η καταβύθιση παραμένουν άγνωστα νερά, κι αυτό τα κάνει δύσκολα και ενδιαφέροντα.
Δύσκολο είδος η τραγωδία;
Ναι, όπως και κάθε έργο. Τα έργα του αρχαίου δράματος έχουν αντέξει στη φθορά του χρόνου κι αυτό δεν είναι λίγο. Είναι τεράστιο να μιλάμε για ένα έργο που γράφτηκε πριν από 2.500 χρόνια και να ανακαλύπτει κανείς πόσα πολλά έχει να δώσει. Είναι ένα θαύμα. Πέρα απ’ αυτό είναι και ο ανοιχτός χώρος, η δυσκολία του ανοιχτού χώρου. Κι εκεί είναι που συμβαίνει κάτι παράδοξο. Νομίζεις ότι τα πράγματα εξαφανίζονται επειδή είναι ένας χώρος ανοιχτός, μεγάλος. Στην πραγματικότητα όμως όλα μεγεθύνονται σαν να ’χεις ένα γκρο-πλαν. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Όσες ατέλειες θα μπορούσαν να χαθούν στον μικρό, κλειστό χώρο και ν’ απαλειφθούν με τα τεχνικά μέσα -φωτισμοί, μουσική, ξεσκεπάζονται. Μεγεθύνονται μ’ έναν τρόπο που δεν το πιστεύεις -σε καταλαβαίνει κι ο πιο μακρινός θεατής.
Η Επίδαυρος είναι πάντα κάτι ιδιαίτερο;
Απολύτως. Αυτό δεν τελειώνει ποτέ με την Επίδαυρο. Με τα χρόνια και την εμπειρία διαχειρίζεσαι καλύτερα αυτό που σου δημιουργεί, αυτό το ανοιχτό, το μεγάλο, το «για όλους». Ανάλογα τον χώρο υπάρχει και το αντίστοιχο κοινό, το οποίο είναι κάπως μυημένο σ’ αυτό που θα πάει να δει -είτε του αρέσει τελικά είτε όχι. Και δεν μιλάω για το αποτέλεσμα.
Στην Επίδαυρο δεν ισχύει αυτό. Εδώ, το κοινό, είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τον χειμώνα βλέπουν τελείως διαφορετικά πράγματα, που τους αρέσουν και τους έλκουν πολύ διαφορετικά πράγματα. Είναι όλοι μαζεμένοι και εξαιτίας αυτού υπάρχει μια τρομερή καθαρότητα απ’ την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Νιώθετε μεγαλύτερη ευθύνη;
Δεν ξέρω αν είναι θέμα ευθύνης, αλλά έκθεσης, πόσο εκτεθειμένος είσαι. Και είναι σαν να είσαι κάτω από μικροσκόπιο. Δεν μπορείς να πάρεις πάνω σου το βάρος όλης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά σίγουρα βρίσκεσαι -όπως τα βακτήρια, στο μικροσκόπιο ενός μικροβιολόγου, παρόλο που είναι τόσο μεγάλο το θέατρο.
«Η βία είναι ανεπίτρεπτη στο δικό μου, προσωπικό, σύμπαν».
Ο Χορός στους «Πέρσες» έχει ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο…
Ο Χορός πάντα είναι ένα σύνολο. Υπακούει σ’ ένα σύνολο αλλά έχει φωνές, ατομικότητες. Δεν πάει όλος μαζί προς μια κατεύθυνση. Πρόθεση του σκηνοθέτη είναι να μιλήσει για τους πραγματικά ηττημένους. Πέρα απ’ το πένθος και τον πόνο για τους ανθρώπους που έχουν χάσει, βρίσκονται αντιμέτωποι και με διαλυμένες κοινωνίες, διαλυμένη οικονομία. Πέραν του προσωπικού πόνου βρίσκονται εκτεθειμένοι σε κοινωνίες που δεν τους προστατεύουν. Δεν υπάρχει μέριμνα. Το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του. Απόλυτα ηττημένοι είμαστε όλοι εμείς. Στους «Πέρσες» όλα αυτά τα ονόματα που αναφέρονται, ένα-ένα, έχουν πρόσωπο, είναι πρόσωπα. Όχι αριθμοί, άνθρωποι.
Αυτός είναι ένας τρόπος για να μην ξεχνάμε;
Επειδή όλα περνάνε στη λήθη, και είναι χαρακτηριστικό μας να ξεχνάμε -αλίμονο, αν δεν το κάναμε, δεν θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν θα ’πρεπε να τα ξεχνάμε. Δυστυχώς, περνάμε εύκολα στο επόμενο. Απ’ την άλλη είναι σημαντικό ότι μπορείς ν’ αφήσεις πίσω την απώλεια, να ολοκληρώσεις το πένθος σου, να κάνει τον κύκλο του και να πας παρακάτω. Όμως όσο ξεχνάς δεν μαθαίνεις, κάνεις τις ίδιες επιλογές, τις ίδιες πράξεις, τα ίδια λάθη.
Ποιες είναι οι προσωπικές σας αγωνίες; Τι σας ισορροπεί;
Προσπαθώ να κρατάω την ελπίδα μου ψηλά και φωτεινή, να ’μαι αισιόδοξη γιατί αλλιώς δεν μπορώ να προχωρήσω. Και σε πολύ-πολύ προσωπικό επίπεδο, πραγματικά πιστεύω ότι όσο έχουμε την υγειά μας, οι άνθρωποι που αγαπώ κι εγώ, τα πράγματα μπορούν να διορθωθούν. Ίσως και λόγω των δικών μου εμπειριών έχω καταλάβει πια πόσο μεγάλη αξία έχει να είσαι γερός. Να ζήσεις μια μακρόχρονη καλή ζωή και να εστιάζεις στο τώρα. Γιατί το παρελθόν δεν υπάρχει ούτε το μέλλον. Το μέλλον είναι μια υποθετική κατάσταση και το παρελθόν έχει ήδη τελειώσει. Και ειλικρινά προσπαθώ να το σκέφτομαι συνέχεια, όταν η σκέψη μου λοξοδρομεί, όταν έχω άγχος για κάτι, και να λέω, «ναι θα κάνεις το καλύτερο δυνατό που μπορείς, αλλά δεν είναι και το τέλος του κόσμου».
Από εκεί και πέρα ενημερώνομαι, προβληματίζομαι. Αλλά δεν μπορώ να μιλάω επί παντός επιστητού, παρά μόνο για όσα καταλαβαίνω και γνωρίζω καλά. Δεν θέλω να βγάζω εύκολα συμπεράσματα ούτε να λέω εύκολα τη γνώμη μου για πράγματα που δεν έχω τα στοιχεία. Μπορεί να ’χω μια προσωπική γνώμη αλλά προτιμώ ν’ αναρωτιέμαι, παρά να ’χω απαντήσεις. Είναι πολύ εύκολο να έχουμε απαντήσεις γιατί έτσι ξεμπερδεύουμε. Αλλά ούτε η ζωή είναι έτσι ούτε οι άνθρωποι.
Ποιο είναι το όριό σας;
Στο μόνο που έχω μια άμεση αντίδραση είναι όταν οι άνθρωποι υφίστανται βία, είτε λεκτική είτε σωματική. Όταν οι άνθρωποι κακοποιούνται από άλλους ανθρώπους. Εκεί έχω μια ευαισθησία, εκεί υπάρχει μια κόκκινη γραμμή για μένα, ένα όριο απαράβατο. Εκεί δεν υπάρχουν πολλά να πούμε. Η βία είναι ανεπίτρεπτη στο δικό μου, προσωπικό, σύμπαν. Όταν ένας άνθρωπος υφίσταται βία θα βγω μπροστά ακόμα και αν δεν έχω εξετάσει πάρα πολύ καλά τις συνθήκες. Όποιος σηκώνει χέρι δεν δικαιολογείται από τίποτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι εξηγήσεις. Πήγαινε στα δικαστήρια, λήξε τη συνεργασία, φύγε. Το να σηκώσεις χέρι ή να μιλήσεις απαξιωτικά σ’ έναν άνθρωπο είναι ανεπίτρεπτο. Είναι αυτό που βλέπω να συμβαίνει γύρω μας -παίζουν ξύλο για το τίποτα. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία απέναντι στη βία.
Γυρίζοντας πίσω, νιώθετε ότι βαδίσατε με τον τρόπο που θέλατε; Κάτι σαν «My way»;
Ναι. Έκανα όλες τις δύσκολες επιλογές για να περπατήσω σ’ έναν δρόμο που εξαρχής ήθελα. Και νομίζω, λίγο-πολύ, ότι τα έχω καταφέρει. Όχι βέβαια με την υπερβολή του «My way», γιατί εμπεριέχει μια υπεροψία, μια αλαζονεία. Αυτό μπορεί να το πει ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει πολύ και δικαιούται, λόγω των χρόνων του, να πει «εγώ έκανα τα πράγματα με τον τρόπο μου». Ακόμα δεν έχω φτάσει εκεί. Σύμφωνα όμως με τα όνειρά μου, με τους ανθρώπους που ήθελα να συνεργαστώ, τους χώρους μέσα στους οποίους ήθελα να υπάρξω και με τον τρόπο που ήθελα να ασκώ την τέχνη του θεάτρου, ναι, είμαι ικανοποιημένη.
«Το κάλλος είναι κάτι που δεν αρκούν τα όμορφα μάτια για να υπάρξει».
Εισπράττετε κι έναν σεβασμό απ’ το κοινό…
Χαίρομαι πολύ που το λέτε αυτό. Το βιώνω. Θυμάμαι κάποτε με είχαν ρωτήσει αν θα ήθελα να μείνω ως καλή ηθοποιός ή ως καλός άνθρωπος. Και είχα απαντήσει αυθόρμητα ότι είναι πειρασμός να μείνω ως καλή ηθοποιός, αλλά θα προτιμούσα να μείνω ως καλός άνθρωπος. Για μένα αυτός ο σεβασμός που λέτε έχει σημασία γιατί κι εγώ έχω πολύ μεγάλο σεβασμό στους ανθρώπους γύρω μου, συνεργάτες και κοινό. Δεν θεωρώ αυτονόητο και δεδομένο τίποτα, ούτε ότι έρχονται και βλέπουν τις παραστάσεις μας -είναι τιμητικό. Δεν μου χαρίστηκε τίποτα, δούλεψα και δουλεύω πολύ σκληρά, αλλά κι άλλοι δουλεύουν σκληρά και συχνά δεν τους δίνονται αυτά που τους αξίζουν. Γι’ αυτό και δεν θεωρώ τίποτα αυτονόητο και δεδομένο.
Ποια στοιχείο σας θεωρείτε σημαντικό;
Αυτό που εγώ καταλαβαίνω και θεωρώ σημαντικό, στους ανθρώπους που θέλω να είναι κοντά μου και με όσους έχω βαθύτερες προσωπικές σχέσεις, είναι η συνέπεια. Δεν μπορείς τη μία να είσαι καλός, τρυφερός και την άλλη να βάζεις τις φωνές και να κάνεις τρέλες. Η συνέπεια στον χαρακτήρα μας, στις αντιδράσεις και στις πράξεις μας είναι αποτέλεσμα μιας πολύ σημαντικής δουλειάς που πρέπει να κάνει ο καθένας με τον εαυτό του. Όλοι θυμώνουμε. Έχουμε δύσκολες στιγμές, θα μας ξεφύγει μια συμπεριφορά, άνθρωποι είμαστε. Και θα συγχωρήσουμε και θα συγχωρεθούμε. Αλλά θα πρέπει τις περισσότερες μέρες του μήνα να έχεις μια συνέπεια απέναντι στα πράγματα. Αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που έχω -μια συνέπεια. Στο θέατρο νομίζω ότι είμαι συνεπής, άλλες φορές έχω επιτύχει, άλλες έχω αποτύχει, αλλά στην πορεία μου είμαι συνεπής.
Είστε μια ωραία γυναίκα. Αισθάνεστε ότι πρέπει να υπηρετείτε αυτό το πρότυπο;
Εγώ ως χορεύτρια δεν καταλάβαινα καν ότι ήμουν ένα όμορφο κορίτσι. Αντίθετα, ήμουν πάντα μια χορεύτρια, όπως όλες οι χορεύτριες, που έπρεπε να χάσω κιλά, να διατηρηθώ σε κιλά -μια τεράστια αναστάτωση όσον αφορά στο πρότυπο της χορεύτριας. Κι αυτό δεν είχε να κάνει ούτε με το αν είσαι όμορφη ούτε με το αν είσαι άσχημη. Οπότε μπαίνοντας στον χώρο του θεάτρου, και το λέω πάντα αυτό, ήταν σοκαριστικό, ότι όλοι άρχισαν α ασχολούνται με το πρόσωπό μου. Σοκαρίστηκα. Μπορεί κάποιος να δυσκολεύεται να το πιστέψει αλλά έτσι συνέβη. Σχεδόν ευχόμουν να μην μου είχαν χαρίσει αυτή την εμφάνιση. Κι απ’ τη μια άκρη πήγα στην άλλη και μετά είπα ότι δεν απαξιώνω αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου γιατί είναι ύβρις. Δεν έκανα τίποτα εγώ γι’ αυτό, αυτοί οι δύο άνθρωποι μας έπλασαν, κι εμένα και τον αδελφό μου, και έτυχε να έχουμε μια εμφάνιση που χαίρει της αποδοχής. Δεν το απαξιώνω, το προστατεύω. Επειδή έρχομαι και απ’ τον χώρο του χορού, έχω μάθει να φροντίζω το σώμα μου, να γυμνάζομαι. Μ’ αρέσει να βλέπω στον καθρέφτη την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Όλα αυτά ισχύουν. Αλλά ισχύουν και μέσα σε ένα πλαίσιο που αφορά στην καλή υγεία μου.
Από τότε που μπήκατε στην υποκριτική, με την «Αίθουσα του θρόνου», σας ακολουθεί ένα φως…
Αυτό το φως έχει να κάνει με το να δουλεύεις τον εαυτό σου. Του επιτρέπεις να σκαλίζει τα σκοτεινά του κομμάτια. Όπως μια πληγή, ακόμα κι αν γιατρευτεί, τη βλέπεις, η πληγή είναι εκεί. Έτσι και με τον εαυτό μας. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να δει τα σκοτεινά του κομμάτια και να τα περιθάλψει. Αλλά αυτά είναι πάντα εκεί. Αυτή η περίθαλψη, η ίαση, στον βαθμό που μπορεί να γίνει, και γνωρίζοντας πάντα ότι αυτά τα κομμάτια είναι εκεί, επιτρέπουν στα φωτεινά σου κομμάτια να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος. Έτσι εγώ το εξηγώ.
Θυμάμαι πάρα πολύ καλά τη Ζουζού Νικολούδη, στα ογδόντα της χρόνια, μια πανέμορφη γυναίκα και στα νιάτα της και στα γηρατειά της, το φως που εξέπεμπε ήταν κάτι αδιανόητο. Και θυμάμαι τότε που μου είχε πει μια γυναίκα που αγαπώ πολύ ότι η καλλονή δεν χάνεται. Και δεν αναφερόταν στην εξωτερική εμφάνιση. Γιατί η καλλονή, το κάλλος είναι κάτι που δεν αρκούν τα όμορφα μάτια για να υπάρξει. Είναι ένας πολύ μεγάλος συνδυασμός πραγμάτων, κι είναι αυτό το φως που εκπέμπουν κάποιοι άνθρωποι γιατί έχουν δουλέψει πολύ με τον εαυτό τους.
Κι εγώ αυτό το κάνω από πολύ μικρή. Γιατί έτυχαν και οι συγκυρίες της ζωής και χρειάστηκε να δω κάποια πράγματα που ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Κι αυτό ήταν ένα δώρο στον εαυτό μου. Γιατί με αφορμή κάποια εξωτερικά πράγματα έφτασα να δουλέψω πολύ βαθιά εσωτερικά.
Τον χειμώνα τι σχεδιάζετε;
Θέατρο δεν θα κάνω τον χειμώνα. Θα ξεκουραστώ λίγο, το χρειάζομαι. Έχω μια συμμετοχή, έναν μικρό ρόλο, σε μια σειρά στο Mega -μ’ άρεσε πολύ ο σκηνοθέτης και θα κάνω έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον Alpha, με τον Χάρη Φραγκούλη και μια πολύ ωραία ομάδα -σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Αβρανάς.
*Κεντρική φωτό: Κοσμάς Κουμιανός





