Τελευταία η λέξη «παραγωγικότητα» έχει γίνει ο αγαπημένος άσος στο μανίκι των επιχειρηματικών ομίλων και των κεντρικών τραπεζιτών.
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος του ΣΕΒ, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές για υψηλούς μισθούς χωρίς παραγωγή πλούτου, και παρουσίασε έναν οδικό χάρτη που συνδέει άρρηκτα την αύξηση μισθών με τη δομική ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, από το βήμα του 7ου Συνεδρίου Επαγγελματικής Ασφάλισης, προειδοποίησε ότι οι δημόσιες συντάξεις από μόνες τους δύσκολα θα μπορούν στο μέλλον να εξασφαλίσουν επαρκή ποσοστά αναπλήρωσης για τους εργαζόμενους.
Και οι δύο έχουν δίκιο. Το πρόβλημα δεν είναι στη διάγνωση, αλλά στο ποιος φταίει και τι θα γίνει.
Η σχέση παραγωγικότητας, μισθών και συντάξεων
Η παραγωγικότητα μετράει πόσο αποτελεσματικά μετατρέπουμε τους συντελεστές παραγωγής, δηλαδή εργασία, κεφάλαιο και γνώση, σε αγαθά και υπηρεσίες. Όταν αυξάνεται, δημιουργείται περισσότερος πλούτος από τον ίδιο χρόνο εργασίας, και άρα υπάρχει δυνατότητα για υψηλότερες αμοιβές χωρίς να αυξάνεται το κόστος παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος. Αυτή είναι η αλήθεια που κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει.
Οι μισθοί δεν μπορούν να αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Αν συμβεί αυτό, η οικονομία θα χάσει την ανταγωνιστικότητά της. Αυτό ισχύει. Είναι όμως μισή αλήθεια, και οι μισές αλήθειες είναι επικίνδυνες.
Η άλλη μισή είναι αυτή. Για δεκαετίες στην Ελλάδα οι μισθοί αυξάνονταν πολύ πιο αργά από ό,τι τα κέρδη, ακόμα και σε περιόδους ανάπτυξης. Η παραγωγικότητα αυξανόταν, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της δεν πήγαινε στους εργαζόμενους, πήγαινε στους μετόχους, στα μερίσματα, στα bonus στελεχών. Η αλυσίδα «παραγωγικότητα, μισθοί» δεν είναι αυτόματη. Χρειάζεται θεσμούς, συλλογικές συμβάσεις, ισορροπία δυνάμεων στη διαπραγμάτευση.
Για τις συντάξεις το ζήτημα είναι ακόμα πιο σύνθετο. Ο Στουρνάρας υπογράμμισε ότι τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης αναμένεται να αποκτήσουν σημαντικά μεγαλύτερο ρόλο ως συνταξιοδοτικός θεσμός αλλά και ως επενδυτικός πυλώνας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό είναι σωστό ως διαπίστωση, αλλά απαντάει στο πρόβλημα ή το μεταφέρει; Αν η χαμηλή παραγωγικότητα εξηγεί τους χαμηλούς μισθούς, οι χαμηλοί μισθοί εξηγούν τις χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές, και οι χαμηλές εισφορές εξηγούν τις χαμηλές συντάξεις. Στο τέλος της αλυσίδας ο εργαζόμενος καλείται να αντισταθμίσει, με ιδιωτική αποταμίευση, τα κενά που δεν καλύπτει ούτε η αγορά εργασίας ούτε το κράτος.
Ποιος φταίει για τη χαμηλή παραγωγικότητα;
Εδώ αρχίζει το πολιτικό ζήτημα. Γιατί η κυρίαρχη αφήγηση, και δυστυχώς την ακούμε συχνά από επιχειρηματικούς κύκλους, εννοεί ή υπονοεί ότι η χαμηλή παραγωγικότητα είναι πρόβλημα των εργαζομένων. Ότι δεν δουλεύουν αρκετά, δεν εκπαιδεύονται, δεν προσαρμόζονται. Αυτή η ανάγνωση είναι λανθασμένη και προσφέρει ελλιπή εικόνα.
Αξίζει εδώ μια σημαντική παραδοχή που έρχεται από απρόσμενη πλευρά. Μιλώντας στο vidcast «15 Λεπτά» των Νέων με τον Γιώργο Παπαχρήστο, ο ίδιος ο Θεοδωρόπουλος επισήμανε ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και ότι η αύξησή της απαιτεί σταθερό επενδυτικό περιβάλλον. Και αλλού, με ακόμα πιο σαφή τρόπο, ξεκαθάρισε ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας δεν σημαίνει εντατικοποίηση εργασίας, αλλά δρόμο για καλύτερες δουλειές, υψηλότερους μισθούς και καλύτερες κοινωνικές παροχές. Με άλλα λόγια, ακόμα και ο επικεφαλής του ΣΕΒ αναγνωρίζει ρητά ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους εργαζόμενους. Αυτό είναι πολιτικά σημαντικό να το λέμε δυνατά, γιατί στον δημόσιο διάλογο συχνά ακούμε το αντίθετο.
Πού βρίσκεται λοιπόν η ευθύνη; Πρώτον, στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Επικρατεί η μικρή επιχείρηση που δεν έχει κεφάλαιο να επενδύσει σε τεχνολογία, η οποία είναι ο κύριος μοχλός αύξησης παραγωγικότητας. Η μεταποίηση στην Ελλάδα υπερβαίνει τους κλάδους τουρισμού και ναυτιλίας συνδυαστικά σε επίπεδο ΑΕΠ, αλλά παραμένει υποτιμημένη πολιτικά και υποχρηματοδοτημένη.
Δεύτερον, στις επιχειρήσεις. Μεγάλο μέρος της ελληνικής επιχειρηματικότητας δεν ανταγωνίζεται με βάση την ποιότητα και την καινοτομία, αλλά με βάση το χαμηλό κόστος εργασίας ή τις σχέσεις με το κράτος. Αυτό ακριβώς περιγράφει και προηγούμενο άρθρο μου, «Η επανάσταση που αναβάλλαμε». Όταν η επιτυχία εξαρτάται από την πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό και όχι από την ποιότητα του προϊόντος, δεν υπάρχει κίνητρο βελτίωσης παραγωγικότητας. Η διαφθορά και η αναξιοκρατία δεν είναι απλώς ηθικά ζητήματα, είναι αντιπαραγωγικοί μηχανισμοί.
Τρίτον, στην πολιτεία. Το υψηλό ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία, με περιορισμένα οφέλη από τους μηχανισμούς αντιστάθμισης, επιβαρύνει άμεσα την ανταγωνιστικότητα. Η ανεπαρκής χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης, η γραφειοκρατία που εμποδίζει την αποτελεσματικότητα και τις επενδύσεις, το εκπαιδευτικό σύστημα που δεν παράγει τις δεξιότητες που χρειάζεται η οικονομία, όλα αυτά είναι επιλογές πολιτικής που έχουν συνέπειες μετρήσιμες.
Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα και για ποιους;
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα που η ηγεμονική ανάγνωση αφήνει αναπάντητο. Γιατί η παραγωγικότητα μπορεί να αυξηθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Είτε επενδύοντας σε ανθρώπους, τεχνολογία και θεσμούς, είτε πιέζοντας τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο για τα ίδια χρήματα. Το αποτέλεσμα στον αριθμό μοιάζει ίδιο, αλλά στη ζωή των ανθρώπων είναι εντελώς διαφορετικό.
Μια προοδευτική, Αριστερή, αφήγηση για την παραγωγικότητα πρέπει να θέτει σαφή κριτήρια. Η αύξηση παραγωγικότητας να μεταφράζεται σε αύξηση μισθών μέσω ισχυρών συλλογικών συμβάσεων, να χρηματοδοτεί ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, aka συντάξεις, και να επιτυγχάνεται μέσω επένδυσης σε τεχνολογία, εκπαίδευση, υποδομές και δημόσια υγεία, και όχι μέσω της λιτότητας.
Χρειαζόμαστε πραγματικό ανταγωνισμό στην αγορά, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς και διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, για να επιβραβεύεται η ποιότητα και όχι η σχέση.
Χρειαζόμαστε βιομηχανική πολιτική με στόχους, επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, και φορολογικά κίνητρα που να πηγαίνουν σε εκείνους που παράγουν και καινοτομούν. Και χρειαζόμαστε συλλογικές συμβάσεις εργασίας με ουσιαστικό περιεχόμενο, ώστε η αύξηση της παραγωγικότητας να μην παραμένει στατιστικό μέγεθος αλλά να φτάνει στο μισθολόγιο και στη σύνταξη.
Αντί επιλόγου
Τόσο ο Θεοδωρόπουλος όσο και ο Στουρνάρας λένε πράγματα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ως γενική αρχή. Η παραγωγικότητα είναι όντως το θεμέλιο για καλύτερες αμοιβές και βιώσιμες συντάξεις. Το ζήτημα δεν είναι αν, αλλά πώς, ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης και ποιος αποκομίζει τα οφέλη.
Αν αφήσουμε τη συζήτηση για την παραγωγικότητα αποκλειστικά στα χέρια των επιχειρηματικών ενώσεων και των κεντρικών τραπεζιτών, θα καταλήξουμε σε μια χώρα που παράγει περισσότερα, αλλά στην οποία οι πολλοί συνεχίζουν να ζουν λιγότερο καλά. Η Αριστερά βρίσκεται σε αυτή τη συζήτηση με δικούς της όρους, δική της πρόταση, και πλήρη επίγνωση ότι η παραγωγικότητα είναι πολιτικό ζήτημα και όχι μόνο οικονομικό.
*Χρήστος Πετράκος, μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ



