Η δειλή επανεμφάνιση των δεξαμενόπλοιων στα Στενά του Ορμούζ, μετά τη συμφωνία-πλαίσιο Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, μοιάζει και είναι εκ πρώτης όψεως μια ανακουφιστική είδηση για το παγκόσμιο εμπόριο. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί το επίσημο πιστοποιητικό γέννησης μιας εύθραυστης πραγματικότητας. Μετά από εκατό ημέρες πολέμου, ο οποίος προκάλεσε σοβαρές παρενέργειες στην εμπορική ναυσιπλοΐα και πυροδότησε ένα σφοδρό κύμα πληθωρισμού, η αγορά επιχειρεί να επιστρέψει στο σημείο μηδέν, στο σημείο δηλαδή που βρισκόταν μέχρι και τις 28 Φεβρουαρίου.
Αν και είναι νωρίς να βγάλει κανείς ένα ασφαλές συμπέρασμα για έναν πόλεμο που ουδέποτε κηρύχθηκε επίσημα και η απαρχή του ξεκίνησε με τον ακαριαίο αποκεφαλισμό της ιρανικής ηγεσίας, με αποτέλεσμα όλοι να πιστέψουν ότι εδώ θα γίνει μια περίπτωση νούμερο δύο Βενεζουέλας, η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική. Αυτή η 60ήμερη ανακωχή αποτελεί στην πραγματικότητα την αποτύπωση μιας σκληρής επικράτησης του γεωπολιτικού εκβιασμού, αφού το Ιράν απέδειξε ότι το ισχυρότερο όπλο του είναι η ίδια η γεωγραφία. Κλείνοντας τη στρόφιγγα του Περσικού Κόλπου, ανάγκασε τη Δύση σε μια συμβιβαστική συμφωνία 14 σημείων, επιβάλλοντας τον εαυτό του ως τον απόλυτο ρυθμιστή της περιοχής, την ίδια ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχρεώθηκαν σε μια εκ των πραγμάτων στρατηγική υποχώρηση.
Το προσωρινό αυτό «παράθυρο» διαπραγμάτευσης, που φέρει τις υπογραφές του Ντόναλντ Τραμπ και του Μασούντ Πεζεσκιάν, προβλέπει μεν την άμεση επαναλειτουργία των Στενών και την άρση του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, εντούτοις η απουσία του Ισραήλ από το τραπέζι των συνομιλιών συντηρεί ακέραιη την απειλή μιας νέας ανάφλεξης. Μιας ανάφλεξης που δυστυχώς αποτελεί μόνιμη, ορατή απειλή, βαθιά ριζωμένη σε αυτό το διαχρονικό εργαστήρι πολέμου και κρίσεων που ονομάζεται Μέση Ανατολή.





