Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Η απάντηση, εν προκειμένω, πριν και από πολιτική, είναι βαθιά ανθρωπολογική και αφορά στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η σχέση του υποκειμένου με την πραγματικότητα. Ήδη από τον 13ο αιώνα και μετά, το κριτήριο της αλήθειας διαμορφώνεται με βάση το πως αισθανόμαστε γύρω από τα πράγματα και όχι πως είναι όντως τα πράγματα.

Της εξέτασης ως κριτήριο της αλήθειας, προηγείται η αίσθηση και ο τρόπος που νιώθουμε την αλήθεια. Θεολογικά, η προτεραιότητα του βιωματικού γεγονότος έναντι της διαπίστωσης θεμελιώνεται στη διάκριση ουσίας και ενεργειών του Θεού. Όπως αναφέρει ο Γρηγόριος Παλαμάς, η αληθινή γνώση του Θεού επιτυγχάνεται με την καθαρή καρδιά και όχι μέσω του νου. Έκτοτε, η αλήθεια αποσυνδέθηκε από την αρχαία λογική και έγινε εσχατολογική προσδοκία.

Ακριβώς, για αυτόν τον λόγο σήμερα, η γνώση μας είναι εμπειρική και όχι διανοητική. Έχουμε εύκολα απαντήσεις για όλα, αλλά δεν μας ενδιαφέρουν οι ερωτήσεις σχεδόν για τίποτα. Δεν πρόκειται περί συμπτώσεως ότι βρισκόμαστε στις τελευταίες θέσεις σε ό,τι αφορά στην κατάταξη των χωρών της Ευρώπης όσον αφορά στην καινοτομία και την έρευνα.[1]

Η εμπειρία ως ασφαλής ζώνη

Πρόκειται για μια κοινωνική κατασκευή η οποία έχει αστραφτερές αντανακλάσεις και στην ελληνική δημόσια διοίκηση της οποίας το μοντέλο είναι συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και για αυτό δυσκίνητο, ακριβώς για να μην επιτραπεί ποτέ στη διάνοια να αμφισβητήσει την εμπειρία. Έτσι, γεννιούνται πυραμιδωτές ιεραρχίες που στραγγαλίζουν την παραγωγικότητα και δεν επιτρέπουν ή τιμωρούν κάθε πρωτοβουλία που ξεκινά από κάτω προς τα πάνω. Για αυτό και το αποτέλεσμα υποχωρεί υπέρ ενός τυραννικού τυπικού διαδικασίας, εντός του οποίου κρύβεται η αποφυγή του άγχους για κάθε τι καινούργιο και δημιουργικό.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η δομή αυτής της νοοτροπίας συναντάται σε πολλές λαϊκές παροιμίες. Λέμε: «δεν μπορεί η αλεπού 100 και το αλεπουδάκι 101» ή «το μοσχάρι κέρατα ζητά πριν βγάλει δόντια», αλλά και το «εκεί που είσαι ήμουνα, κι εδώ που είμαι θα ‘ρθεις» ή «όλα του πρέπουνε του νιού εκτός από το κουμάντο». Με άλλα λόγια, η εμπειρία παύει να είναι πηγή γνώσης και μετατρέπεται σε μηχανισμό άμυνας απέναντι στο νέο και το αβέβαιο και κάθε τι που στέκεται έξω από τη γνώριμη και ασφαλή μας ζώνη. Η δομή αυτής της ψυχοσυνθέσεως οδήγησε 600.000 νέους έξω από τη χώρα.

Επαναλαμβάνοντας τα ίδια λάθη

Όμως το πιο προβληματικό σημείο, δεν είναι ότι η κοινωνία αυτή δυσκολεύεται να ανανεωθεί πολιτισμικά, αλλά ότι έχει μετατρέψει την αδυναμία αυτή σε αρετή. Έχει αναπτύξει δηλαδή, μια ιδιαίτερη σχέση με το γνώριμο, ακόμα και όταν αυτό αποτυγχάνει. Βλέπουμε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων δίπλα μας οι οποίοι προτιμούν το οικείο αδιέξοδο, από το δρόμο της δημιουργίας που δομείται στο άγνωστο.

Μάλιστα, αυτού του είδους η δυσπιστία απέναντι σε κάθε τι νέο παρουσιάζεται ως σοφία, ενώ η ακινησία κατανοείται ως σύνεση και η επανάληψη ως παράδοση. Αυτός είναι ο κύριος λόγος για τον οποίον επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη με σχεδόν τελετουργική επιμονή, σαν μέσα από αυτά να θέλουμε να επιβεβαιώσουμε την ίδια την ταυτότητα ή το βίωμά μας και να αποφύγουμε τον πόνο της αλλαγής που μας ζητά κάθε είδους προκοπή.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην ελληνική ιστορία οι κρίσεις λειτούργησαν συχνά ως στιγμές αφύπνισης. Μόνο όταν το αδιέξοδο γίνει αφόρητο αρχίζει να κλονίζεται η βεβαιότητα του βιώματος και μόνο τότε η πραγματικότητα αποκτά μεγαλύτερο κύρος από το συναίσθημα. Όμως η μεταβολή αυτή είναι συνήθως βραχύβια. Μόλις περάσει ο κίνδυνος, επιστρέφουμε στις παλιές μας συνήθειες, σαν να μην θέλουμε να μάθουμε τίποτα από την εμπειρία της οδύνης. Σαν να μην ενδιαφέρει τι συνέβη, αλλά το πως θα εντάξουμε αυτό που συνέβη στο αφήγημα που ήδη έχουμε για τον εαυτό μας.

Έτσι, η εμπειρία δεν χρησιμοποιείται ως νόημα αναστοχασμού, αλλά ως επιβεβαίωση προϋπαρχουσών βεβαιοτήτων. Και εδώ ακριβώς είναι το ελληνικό παράδοξο. Ένας λαός που διακηρύσσει με κάθε ευκαιρία την αξία της εμπειρίας, δείχνει να δυσκολεύεται πολύ να μάθει από αυτήν.

Αναζητώντας την κουλτούρα της δημιουργίας

Φταίει το κακό το ριζικό μας; Φταίει ο Θεός που μας μισεί; Φταίει το κεφάλι το κακό μας ή πρώτα από όλα το κρασί; «Τις πταίει;». Κάπου εδώ βρίσκεται και η απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα του Τρικούπη. Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη χώρα μας αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε οικονομική, ούτε γεωπολιτική, ούτε τεχνολογική, αλλά το στοίχημα της μετάβασης από μια κουλτούρα βιωμένης βεβαιότητας σε μια κουλτούρα αναζήτησης και δημιουργίας.

Οι κοινωνίες που προχωρούν μπροστά δεν είναι εκείνες που γνωρίζουν πολλά, αλλά όσες αμφιβάλλουν δημιουργικά για όσα θεωρούν δεδομένα. Και η αρχαία ελληνική σκέψη ήταν δομημένη ακριβώς σε αυτό το αξίωμα. Ας μην ντρεπόμαστε το «δεν ξέρω», ας τολμούμε να ρωτάμε το «τι εστί;».

[1]The Global Economy, (2025). Innovation index – Country rankings. Availble at: https://www.theglobaleconomy.com/rankings/gii_index/Europe/

*O κ. Πέτρος Δ. Καψάσκης είναι Διδάκτορας Πολιτιστικής Διπλωματίας και Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας.