Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Απόγευμα Κυριακής. Μια ατμόσφαιρα ζωηρού ενθουσιασμού και ανυπομονησίας επικρατεί στα καμαρίνια έξι μόλις ημέρες πριν την παράσταση. Οι πρωταγωνιστές θα βάλουν τα κοστούμια τους και θα μακιγιαριστούν: το τμήμα της ενδυματολογίας είναι επί ποδός τακτοποιώντας τις τελευταίες λεπτομέρειες ενώ η σχεδιάστρια περουκών Μανουέλα Χάλιγκαν, ξακουστή από τη συνεργασία της με τον σπουδαίο Μπομπ Γουίλσον, περιποιείται με ρυθμικές κινήσεις και προσοχή την εντυπωσιακή κοκκινόχρωμη κώμη της Μήδειας, που θα φορέσει η Ιταλίδα υψίφωνος Άννα Πιρότσι.

Ένα μελίσσι ανθρώπων που «βουίζει» απολαμβάνοντας τη συμμετοχή του στην ιστορική επιστροφή της όπερας «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουμπίνι στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, μας υποδέχεται στα παρασκήνια της μεγάλης παραγωγής της Εθνική Λυρική Σκηνής.

Θα μείνουμε εδώ μέχρι αργά το βράδυ παρακολουθώντας ένα μέρος της προετοιμασίας της «Μήδειας» υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Παναγή Παγουλάτου και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη. Οι πρωταγωνιστές θα ανέβουν στη σκηνή για να προβάρουν τις θέσεις τους, το ίδιο και οι ηθοποιοί.

Η Μανού Χάλιγκαν φροντίζει την κοκκινόχρωμη Μήδεια της Άννα Πιρότσι. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Για λίγες ώρες θα «εισβάλουμε» backstage για να ξεκλέψουμε λίγη από τη χαρά της συμμετοχής σε ένα ιστορικό εγχείρημα. Πρόκειται εξάλλου για την πρώτη όπερα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου που παρουσιάζεται τον 21ο αιώνα. Μια όπερα βασισμένη στην τραγωδία του Ευριπίδη, όπως τη σκηνοθέτησε το 1961 ο Αλέξης Μινωτής, τη συνέλαβε σκηνογραφικά και ενδυματολογικά ο Γιάννης Τσαρούχης και υπέγραψε τη χορογραφία της η Μαρίας Χορς, με κορυφαίο γεγονός  την αξεπέραστη, αισθαντική ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας.

Το σκηνικό ένδυμα ως ζωγραφική πράξη

«Ελάτε να σας δείξω», μας λέει η έμπειρη ενδυματολόγος και σκηνογράφος Τότα Πρίτσα, βάζοντας μας στον κόσμο των περίφημων κοστουμιών του Γιάννη Τσαρούχη που έπρεπε να αναδημιουργήσει. Ποια είναι τα πρωτότυπα από το Βεστιάριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και ποια τα νέα;

«Το στοίχημα ήταν να υπηρετηθεί ένας σαφής κώδικας: η αισθητική και η υλικότητα του κόσμου που είχε συγκροτήσει ο Τσαρούχης».

Εδώ έχουμε την ευκαιρία για ένα άγγιγμα πάνω στην ύλη της θεατρικής ιστορίας: στα υφάσματα, στις πτυχώσεις, στις βαφές, στη χειρονομία ενός καλλιτέχνη που αντιμετώπιζε το κοστούμι ως ζωγραφική πράξη. «Εδώ μιλάει ένα κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας, δεν παρεμβαίνεις», επισημαίνει η ίδια. Όπως μας εξηγεί, «το στοίχημα δεν ήταν να επιβληθεί ένα νέο βλέμμα», αλλά να υπηρετηθεί ένας σαφής κώδικας: η αισθητική και η υλικότητα του κόσμου που είχε συγκροτήσει ο Τσαρούχης. Με ενδελεχή έρευνα, μελέτη των αυθεντικών κοστουμιών και γνώση του ιστορικού Βεστιαρίου, η ίδια κινήθηκε ανάμεσα στην πιστότητα και τη διακριτική παρέμβαση.

Στα παρασκήνια της «Μήδειας» της ΕΛΣ. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Τα κοστούμια της Μήδειας, νέα και πρωτότυπα από το Βεστιάριο της ΕΛΣ. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ορισμένα από τα υφαντά του Τσαρούχη χρονολογούνται ήδη από τη δεκαετία του ’30 και τις περίφημες Δελφικές Γιορτές του Άγγελου Σικελιανού. Πρόκειται για υλικά εξαιρετικής ποιότητας, ακόμη και μεταξωτά, που κουβαλούν πάνω τους ίχνη μιας παλαιότερης τεχνικής και αισθητικής.  Ο Τσαρούχης, άλλωστε, φαίνεται πως διέθετε μόνο συγκεκριμένα μέτρα από ορισμένα αυθεντικά υφάσματα. Όπου αυτά δεν επαρκούσαν, αναζητούσε υλικά που θα μπορούσαν να αναπαράγουν την ίδια πτύχωση και το ίδιο εικαστικό αποτέλεσμα. Μέχρι και ζέρσεϊ μετάξι εντόπισε, προκειμένου να πετύχει ακριβώς το αποτέλεσμα που είχε οραματιστεί.

Στη σημερινή ανασύνθεση, η αναζήτηση συνεχίστηκε με την ίδια φροντίδα: κάποια υφάσματα βρέθηκαν από την ενδυματολόγο της παράστασης στην Αγγλία και δέχθηκαν ειδική επεξεργασία ώστε να ενσωματωθούν φυσικά στο σύνολο, χωρίς να προδίδουν τη σύγχρονη κατασκευή τους.

Ετοιμασίες για τους ηθοποιούς backstage. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Η Τότα Πρίτσα περιγράφει πώς η εκ νέου υλοποίηση των κοστουμιών στάθηκε μια ουσιαστική μελέτη και συνομιλία με τη σκέψη του ίδιου του Τσαρούχη. Τα κοστούμια του στο χρώμα του δέρματος λειτουργούσαν ως μέρη μιας μεγάλης εικαστικής σύνθεσης. Οι αναφορές στην αρχαία ελληνική τέχνη και τις μνημειακές τοιχογραφίες του Πολυγνώτου, στο Βυζάντιο, στη λαϊκή τέχνη του Θεόφιλου και στον αγιογράφο Κόντογλου, στην ώχρα, στο βυζαντινό πορφυρό (μελιτζανί) και στο βαθύ μπλε, αποκαλύπτουν πώς το σκηνικό ένδυμα έχει πολιτισμικό βάθος: οι θεατές παρακολουθούν επί της ουσίας έναν πίνακα που κινείται.

Ράβοντας το κοστούμι του Κρέοντα (Τάσης Χριστογιαννόπουλος). Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος έξω από τα καμαρίνια με το κουστούμι του Κρέοντα. Η ενδυματολόγος Τότα Πρίτσα (δεξιά) προσθέτει τις τελευταίες πινελιές στο ενδυματολογικό σύνολο. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ειδικά για την παράσταση της Μήδειας, που είχε παρουσιαστεί πρώτα στην Όπερα του Ντάλλας το 1958, κατόπιν στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου το 1959 και μετά στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1961 (για να ολοκληρώσει θριαμβευτικά τον κύκλο της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1962), ο Τσαρούχης έφτιαξε ένα σκίτσο με όλους τις γυναίκες και όλους τους άνδρες, ζωγραφίζοντας τα κοστούμια τους πινελιά πινελιά.

Στα παρασκήνια της «Μήδειας» της ΕΛΣ. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ετοιμασίες για τη «φρουρά» του Κρέοντα πριν την είσοδο στη σκηνή. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Σκηνικό από την ελληνιστική αρχαιότητα

Πάνω στον κώδικα του κλασικού θεάτρου και της ιστορικής παράδοσης της «Μήδειας», βάσισε ο Παναγής Παγουλάτος τη δική του σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία για το σύνολο των συντελεστών που εργάστηκαν στην παραγωγή άνω του ενός χρόνου, αποκτά διαστάσεις «αρχαιολογικής ανακάλυψης».

«Αυτό που θα δει το κοινό σήμερα είναι, στην ουσία, το ίδιο σκηνικό σύμπαν που είχε παρουσιαστεί στους θεατές το 1961».

Το περίφημο σκηνικό του Τσαρούχη στήθηκε στην Επίδαυρο στη διάρκεια τριών εβδομάδων. Η σκηνογράφος Λίλη Πεζανού μελέτησε τις φωτογραφίες από τις μακέτες του σκηνικού του Γιάννη Τσαρούχη, τις φωτογραφίες από τις πρόβες και την παράσταση του 1961, καθώς και τη σωζόμενη αλληλογραφία Μινωτή-Τσαρούχη στην ΕΛΣ και το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, με στόχο να ανασυνθέσει τα –εμπνευσμένα από την ελληνιστική αρχαιότητα– σκηνικά της παραγωγής, τα οποία έχουν προσαρμοστεί στις σύγχρονες συνθήκες παρουσίασης των παραστάσεων στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου (χρησιμοποιήθηκαν μεταξύ άλλων τα τετράδια σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή από το αρχείο του ΜΙΕΤ, το φωτογραφικό αρχείο της ΕΛΣ και το αρχείο του Κλεισθένη Δασκαλάκου, υλικό από το Μουσείο Μπενάκη).

Οι ηθοποιοί περιμένουν να λάβουν τις θέσεις τους στη σκηνή. Πίσω το επιβλητικό σκηνικό του Γιάννη Τσαρούχη που ξαναζωντάνεψε η σκηνογράφος Λίλη Πεζανού. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Για την εγκατάσταση του σκηνικού – σύμφωνα με τις επιταγές του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου – προηγήθηκε μια ολόκληρη επιχείρηση προστασίας του αρχαίου θεάτρου. Το σκηνικό οικοδόμημα που θα δεχόταν βάρος καλύφθηκε με ειδική ξύλινη κατασκευή στις ακριβείς διαστάσεις της, ώστε να αποκλειστεί κάθε κίνδυνος φθοράς από εργαλεία ή σκαλωσιές.

Από το κοίλο του θεάτρου θαυμάζουμε το επιβλητικό και ταυτόχρονα λιτό σκηνικό, εμπνευσμένο από την ελληνιστική αρχαιότητα. Σύμφωνα με την αλληλογραφία των Μινωτή και Τσαρούχη, το ανάκτορο του Κρέοντα είναι στα αριστερά, ο Ναός της Ήρας στα δεξιά και στο βάθος το Ιερό της Αρτέμιδος.

Φρουροί, θεραπαινίδες, αξιωματικοί και ιερείς προβάρουν τις θέσεις τους στη σκηνή υπό το βλέμμα του σκηνοθέτη Παναγή Παγουλάτου. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

«Μήδεια» backstage. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

«Αυτό που θα δει το κοινό σήμερα είναι, στην ουσία, το ίδιο σκηνικό σύμπαν που είχε παρουσιαστεί στους θεατές το 1961», σημειώνει ο Παναγής Παγουλάτος ενώ παρατηρούμε την επί σκηνής δράση από τις κερκίδες.

Καθώς δεν υπάρχει κινηματογραφημένη καταγραφή της παράστασης του 1961, παρά φωτογραφίες και αποσπασματικές σημειώσεις στα σκηνοθετικά τετράδια, οι διαστάσεις του σκηνικού του Τσαρούχη έπρεπε να ανακατασκευαστούν μέσα από φωτογραφικές μετρήσεις. Η σκηνογράφος Λίλη Πεζανού υπολόγισε το μέγεθος του σκηνικού συγκρίνοντάς το με τις παρόδους του αρχαίου θεάτρου. «Επαληθεύτηκε ακριβώς αυτό που είχε ήδη μετρήσει στα στοιχεία που εντοπίστηκαν αργότερα στην αλληλογραφία της παραγωγής», σημειώνει ο σκηνοθέτης. Παρατηρεί ότι το σκηνικό φαίνεται εντυπωσιακό στον φυσικό του χώρο. «Νομίζεις ότι πραγματικά αποτελεί μέρος του αρχαίου θεάτρου», λέει, εκτιμώντας ότι η σύγχρονη παραγωγή κατάφερε να πετύχει όχι μόνο την ιστορική ακρίβεια αλλά και να εναρμονιστεί το σκηνικό «με το τοπίο της Επιδαύρου σαν να βρισκόταν πάντα εκεί».

Ο Παναγής Παγουλάτος στιο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου κατά την προετοιμασία της «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουμπίνι. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Όπως εξηγεί ο Παναγής Παγουλάτος, οι συντελεστές της παραγωγής της ΕΛΣ ακολούθησαν τον ίδιο ζωγραφικό τρόπο και την ίδια αισθητική επεξεργασία των επιφανειών της πρωτότυπης, ώστε να αποδοθεί πιστά το ανάγλυφο και η υφή του πρωτότυπου σκηνικού. Οι βασικές διαφοροποιήσεις αφορούν αποκλειστικά τα αόρατα για τον θεατή τεχνικά μέρη της κατασκευής. «Τότε η εσωτερική σκαλωσιά ήταν ξύλινη, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται μεταλλικός σκελετός για λόγους ασφάλειας», αναφέρει ο σκηνοθέτης, υπογραμμίζοντας ότι η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει την πιστή αναπαραγωγή της όψης χωρίς να αλλοιώνεται το αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε ακόμη και στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, καθώς τα κιονόκρανα που αναπαρίστανται αποτελούν αντίγραφα αυθεντικών κιονόκρανων της Επιδαύρου, τα οποία φυλάσσονται στις αποθήκες του μουσείου του αρχαιολογικού χώρου.

Υπήρξαν ωστόσο και αναπόφευκτες προσαρμογές στις σύγχρονες απαιτήσεις προστασίας του αρχαίου θεάτρου. Έτσι, οι ζωντανές φλόγες που χρησιμοποιούνταν στην αρχική παραγωγή, στον βωμό και στις δάδες της γαμήλιας σκηνής της δεύτερης πράξης, έχουν αντικατασταθεί από τεχνητά εφέ φωτισμού, καθώς δεν επιτρέπεται πλέον η χρήση πραγματικής φωτιάς στην Επίδαυρο.

Επιστροφή στο κλασικό θέατρο

Ο Παναγής Παγουλάτος τονίζει ότι η παραγωγή δεν είναι αναβίωση της όπερας της Μήδειας αλλά ανασύνθεσή της. «Συνήθως βλέπουμε διαφορετικά σκηνοθετικά κόνσεπτ πάνω στα κλασικά έργα. Εδώ είχαμε έναν συγκεκριμένο μπούσουλα. Δεν προσπαθήσαμε να σχολιάσουμε τίποτε άλλο από αυτό που αφηγείται το έργο».

Ο Ίων Κεσούλης, βοηθός σκηνοθέτη, κατευθύνει τη Φρουρά του Κρέοντα επί σκηνής. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Εξηγώντας την ιστορική αφετηρία της παραγωγής, θυμίζει ότι η ίδια η Μαρία Κάλλας ήταν εκείνη που αναζήτησε τον Αλέξη Μινωτή για τη «Μήδεια», επειδή ήθελε μια προσέγγιση βαθιά συνδεδεμένη με την αρχαία τραγωδία, διότι γνώριζε τον Μινωτή σαν σκηνοθέτη και ηθοποιό αρχαίου δράματος. «Η Κάλλας ήθελε να κάνει κάτι το βαθιά ελληνικό, προσεγγίζοντας το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Μινωτής, μολονότι δεν είχε εμπειρία στην όπερα, μετέφερε στο λυρικό θέατρο την αισθητική που είχε διαμορφώσει μέσα από το αρχαίο δράμα: λιτότητα, καθαρότητα και προσήλωση στον λόγο, η οποία βασίζεται στην ερμηνεία των πρωταγωνιστών, στον λόγο και στο τραγούδι».

«Ο στόχος δεν ήταν να επιβληθεί μια νέα προσωπική άποψη πάνω στη Μήδεια, αλλά να τεθεί η σημερινή τεχνογνωσία «στην υπηρεσία του οράματος της παράστασης του ΄61».

Ο σκηνοθέτης επισημαίνει ότι η σκηνοθετική γραμμή ακολουθεί το πνεύμα του Μινωτή και τη βαθιά του σχέση με την αρχαία τραγωδία. Η παράσταση είναι λιτή, χωρίς περιττά σκηνοθετικά ευρήματα ή σύγχρονες παρεμβάσεις που θα αλλοίωναν τον χαρακτήρα του έργου. Όπως λέει, «ο στόχος δεν ήταν να επιβληθεί μια νέα προσωπική άποψη πάνω στη «Μήδεια», αλλά να τεθεί η σημερινή τεχνογνωσία «στην υπηρεσία του οράματος της παράστασης του ΄61».

Χλαμύδα, δόρυ και περικεφαλαία – η φρουρά του Κρέοντα επί ποδός στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Επί σκηνής στο αρχαίο θέατρο θα βρεθούν περίπου 130-150 καλλιτέχνες: η χορωδία αριθμεί 78 μέλη, ενώ συμμετέχουν ακόμη 34 βοηθητικοί ηθοποιοί —24 άνδρες και 10 γυναίκες— καθώς και 17 παιδιά από τη Σχολή Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που ενισχύουν τις μεγάλες σκηνές της παράστασης.

Η κληρονομιά και το μοναδικό επίτευγμα της Μαρίας Κάλλας στην παρουσίαση της όπερας του ΄61 είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σημερινής παραγωγής, χωρίς να αποτελεί φυσικά επιβεβλημένη μίμηση. Ο σκηνοθέτης τη χαρακτηρίζει «φαινόμενο φωνητικό, μουσικό και υποκριτικό» που άλλαξε ριζικά την ιστορία της όπερας. «Με την Κάλλας ήρθαν οι μεγάλοι σκηνοθέτες στην όπερα, όπως ο Λουκίνο Βισκόντι και το είδος διαφοροποιήθηκε από το συμβατικό θέαμα» μας υπενθυμίζει.

Οι πρωταγωνιστές της Μήδειας στη σκηνή: Άννα Πιρότσι (κέντρο), Ζαν-Φρανσουά Μπορράς, Αλίσα Κολόσοβα, Τάσης Χριστογιαννόπουλος και Δανάη Κοντόρα. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Οι σημερινοί πρωταγωνιστές της «Μήδειας» είναι διεθνείς καλλιτέχνες με δυναμικές προσωπικότητες που θα τραγουδήσουν όπερα σε έναν ήδη δοκιμασμένο για την ακουστική του χώρο.

Η Άννα Πιρότσι αναμετριέται με την κληρονομιά της Κάλλας, έχοντας κάνει το ντεμπούτο της ως «Μήδεια» το 2023 στη σκηνή της ΕΛΣ.  Εισέπραξε διθυραμβικές κριτικές. «Η Άννα Πιρότσι δεν μιμείται ούτε την τεχνική ούτε τη φωνή της Κάλλας. Αυτό που προσεγγίζει είναι η μεθοδολογία της: να είναι πιστή στο κείμενο και να βιώνει το συναίσθημα», παρατηρεί ο σκηνοθέτης.

Άννα Πιρότσι – Μήδεια

Στα καμαρίνια των πρωταγωνιστών, η Άννα Πιρότσι μιλά πρώτη φορά για την επιδαύρια «Μήδεια», με επίγνωση της ιστορικής βαρύτητας του εγχειρήματος.

«Είναι τεράστια ευθύνη να ερμηνεύω τη Μήδεια σε αυτόν τον χώρο, όπου πριν από πολλά χρόνια την ενσάρκωσε η Μαρία Κάλλας. Ήταν συγκλονιστική».

Για την Ιταλίδα δραματική υψίφωνο, που απολαύσαμε και ως Τζοκόντα τον περασμένο Οκτώβριο στην ΕΛΣ, η εμφάνισή της στον εμβληματικό χώρο του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου έχει σημαντικό συναισθηματικό και καλλιτεχνικό βάρος. Όπως λέει: «Είναι τεράστια ευθύνη να ερμηνεύω τη Μήδεια σε αυτόν τον χώρο, όπου πριν από πολλά χρόνια την ενσάρκωσε η Μαρία Κάλλας. Ήταν συγκλονιστική. Ελπίζω να αποδώσω τον χαρακτήρα όπως τον οραματίστηκε ο συνθέτης, αναδεικνύοντας και τις τρεις όψεις της: τη γυναίκα, τη μητέρα και τη μάγισσα. Θέλω το κοινό να βιώσει αυτή την πολυπλοκότητα. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για μένα – και οι προκλήσεις είναι κάτι που πάντα αγαπώ».

Η Άννα Πιρότσι με τον Ίωνα Κεσούλη στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Η κορυφαία υψίφωνος βλέπει στη Μήδεια όχι ένα σύμβολο φρίκης, αλλά μια ύπαρξη που έχει διαλυθεί από τον πόνο. « Την βλέπω ως μια γυναίκα που υποφέρει πολύ», σημειώνει, θέλοντας να αναδείξει πρώτα την ανθρώπινη τραγωδία της ηρωίδας. Τονίζει ότι η ουσία του προσώπου βρίσκεται σε μια εσωτερική ρήξη που αλλοιώνει τα πάντα. Γι’ αυτό και ομολογεί πως – προσφέροντας ένα κλειδί για την ερμηνεία της – πίσω από τον μύθο της εκδίκησης βλέπει μια γυναίκα συντετριμμένη, εγκαταλελειμμένη και εσωτερικά διαβρωμένη.

«Τη βλέπω ως μια γυναίκα που υποφέρει βαθιά. Παίρνει την απόφαση να σκοτώσει τα παιδιά της – μια πράξη φρικτή – αλλά προηγουμένως έχει βιώσει έναν αβάσταχτο πόνο. Μένει εντελώς μόνη, χωρίς οικογένεια· έχει σκοτώσει ακόμη και τον αδελφό της. Από ένα σημείο και μετά, όμως, δεν λειτουργεί ως άνθρωπος αλλά ως μια δαιμονική θεότητα. Σαν να ενεργεί μέσα της κάποια άλλη δύναμη· δεν είναι η αληθινή Μήδεια. Γιατί η αληθινή Μήδεια αγαπά τους γιους της, αγαπά την οικογένειά της, αγαπά τον Ιάσονα. Κάτι, ωστόσο, έχει αλλάξει μέσα της, σαν μια σκοτεινή ψυχή να εισέβαλε και να την οδήγησε σε αυτές τις πράξεις. Εγώ στέκομαι με την ανθρώπινη πλευρά της Μήδειας, με τη γυναίκα Μήδεια, για την οποία νιώθω βαθιά συμπάθεια».

Η Άννα Πιρότσι ως Μήδεια στη σκηνή. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Τι σκέφτεται για την Επίδαυρο ως τόπο συνάντησης του κλασικού θεάτρου και της Ιστορίας; «Είμαι πολύ χαρούμενη που μπορώ να τραγουδήσω», λέει. Θυμάται την πρώτη επίσκεψη της στο αρχαίο θέατρο για να δοκιμάσει από κοντά την ακουστική του. Η αρχική δοκιμή την εντυπωσίασε, αφού, όπως περιγράφει, «η φωνή, σαν ηχώ, έφτανε σε κάθε γωνιά». Έτσι, η παρουσία της Πιρότσι σε αυτόν τον ιστορικό χώρο, 65 χρόνια μετά την Κάλλας, αποκτά συμβολικό και ουσιαστικό καλλιτεχνικό περιεχόμενο.

«Ανυπομονώ να τραγουδήσω, να φορέσω τα κοστούμια της Μήδειας, που κάποτε σχεδιάστηκαν για την Κάλλας και τώρα προσαρμόστηκαν για μένα. Είναι πολύ όμορφα. Και θα είναι μια υπέροχη παράσταση», λέει.

Ζαν-Φρανσουά Μπορράς – Ιάσων

Στον ρόλο του Ιάσονα, ο Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μπορράς, γνωστός από τη θητεία του σε κορυφαίες λυρικές σκηνές του κόσμου, όπως η Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης και η Όπερα του Παρισιού, μιλώντας για τον Ιάσονα και τη συμμετοχή του στη «Μήδεια» της ΕΛΣ στην Επίδαυρο, σχολιάζει ότι βλέπει έναν ήρωα πιο σύγχρονο απ’ όσο ίσως φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Ο διάσημος Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μπορράς στο καμαρίνι του. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

«Ο Ιάσονας λέει πως είναι ερωτευμένος, όμως πιστεύω ότι αναζητά και μια καλύτερη θέση στην κοινωνία (…) Το να ρισκάρεις με ό,τι έχεις χτίσει στη ζωή σου μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό».

Η ιστορία του Ιάσονα με τη Μήδεια, λέει, θα μπορούσε δυστυχώς να συμβεί και σήμερα: ένας μεγάλος έρωτας, δύο παιδιά, η εμφάνιση μιας άλλης γυναίκας και η σταδιακή μετατροπή του πάθους σε τραγωδία. Ο ίδιος, πάντως, δεν αντιμετωπίζει τον Ιάσονα μόνο ως έναν άνδρα που ερωτεύεται ξανά. Θεωρεί ότι πίσω από την επιλογή της Γλαύκης υπάρχει και η αναζήτηση μιας καλύτερης κοινωνικής θέσης, η επιθυμία του να βρεθεί κοντά στον Κρέοντα και στην εξουσία.

«Ο Ιάσονας λέει πως είναι ερωτευμένος, όμως πιστεύω ότι αναζητά και μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Μπορεί να ερωτευτείς έναν άλλον άνθρωπο, αλλά υπάρχει και η λογική που σου θυμίζει: είμαστε παντρεμένοι, έχουμε παιδί, έχουμε χτίσει μια ζωή. Το να ρισκάρεις με ό,τι έχεις χτίσει στη ζωή σου μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό».

Ο Ζαν-Φρανσουά Μπορράς ως Ιάσονας. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Η πρόκληση της Επιδαύρου, για τον Μπορράς, είναι βαθιά συναισθηματική. Το κοινό, τόσο κοντά και τόσο πολυπληθές, μοιάζει στα μάτια του με «ένα τείχος ανθρώπων», ενώ το βάρος της ιστορίας του τόπου και της ίδιας της παραγωγής μπορεί, όπως παραδέχεται, να κάνει την εμπειρία ακόμη πιο απαιτητική.

Διαβάστε την συνέντευξη του Ζαν-Φρανσουά Μπορράς στο ΒΗΜΑgazino και στον Κοσμά Βίδο εδώ.

Τάσης Χριστογιαννόπουλος – Κρέων

Φορώντας το κοστούμι του Κρέοντα για πρώτη φορά στη μακρά πορεία του στο λυρικό θέατρο, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του Ολύμπια Δημοτικού Μουσικού Θεάτρου «Μαρία Κάλλας», βλέπει στον Κρέοντα μια συγκλονιστική μετάβαση: από την εξουσία στην αδυναμία, από την ασφάλεια στην κατάρρευση. Γι’ αυτό και ξεχωρίζει τη στιγμή όπου ο ήρωας αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, αλλά δεν κατορθώνει να τον αποτρέψει. «Ξέρω ότι μου ζητάς μια μέρα ακόμα για να κάνεις κάτι κακό», λέει περιγράφοντας τη στάση του Κρέοντα απέναντι στη Μήδεια.

«Τη στιγμή που ο ερμηνευτής εμφανίζεται στη σκηνή, ο Κρέων αποκτά σώμα, πρόσωπο και παρουσία μέσα από εκείνον».

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στο καμαρίνι του λίγο πριν βγει στη σκηνή. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ο Κρέων συμπυκνώνει όλη την τραγικότητα ενός προσώπου που διαισθάνεται την καταστροφή, αλλά δεν βρίσκει τη δύναμη να την αποτρέψει. Και δεν είναι μόνον ένας ρόλος που ερμηνεύει ένας τραγουδιστής, αλλά μια αρχετυπική μορφή που προϋπάρχει του ερμηνευτή. Ο θεατής γνωρίζει πρώτα το όνομα, τον μύθο, το βάρος του προσώπου· όμως τη στιγμή που ο ερμηνευτής εμφανίζεται στη σκηνή, ο Κρέων αποκτά σώμα, πρόσωπο και παρουσία μέσα από εκείνον. Ο ερμηνευτής δεν δανείζει απλώς τη φωνή ή το σώμα του στον ήρωα· καλείται να ενωθεί μαζί του.

Κρέων (Τάσης Χριστογιαννόπουλος) και Γλαύκη (Δανάη Κοντόρα). Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος εμφανίζεται τρίτη φορά στην Επίδαυρο έχοντας ερμηνεύσει τον Κορυφαίο του Χορού στην Αντιγόνη του Νίκου Κούνδουρου το 1993 και τον Ερμή στην Ειρήνη του Εθνικού Θεάτρου το 2017. Αντιλαμβάνεται το αρχαίο θέατρο ως τελετουργικό χώρο, όπου ο ερμηνευτής και ο θεατής συμμετέχουν μαζί σε μια εμπειρία μεγαλύτερη από τους ίδιους. Γι’ αυτό και μιλά για τη θεατρική πράξη ως κάτι «ιερό και θεραπευτικό» αλλά και ως μυσταγωγία, «μια σπείρα η οποία ανοίγεται στο σύμπαν».

Αλίσα Κολόσοβα – Νέρις

«Δεν έχει σημασία ποιον ρόλο τραγουδά κανείς σε αυτή την παραγωγή. Από τη στιγμή που συμμετέχει, αποτελεί μέρος ενός πολύ μεγάλου και σημαντικού συνόλου», σημειώνει αναφερόμενη στη «Μήδεια» και την ιστορική παραγωγή του 1961 στην Επίδαυρο με τη Μαρία Κάλλας, η Ρωσίδα μεσόφωνος Αλίσα Κολόσοβα που θα ερμηνεύσει το ρόλο της Νέριδας.

«Τη Μαρία Κάλλας την βλέπεις και την ακούς σε κάθε πτυχή αυτής της παραγωγής. Είναι αδύνατον να τη διαχωρίσεις από το έργο».

Η Ρωσίδα μεσόφωνος Αλίσα Κολόσοβα προετοιμάζεται για τον ρόλο της Γλαύκης. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Για τη Νέριδα, η Κολόσοβα πιστεύει ότι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της είναι η απόλυτη αφοσίωση προς τη Μήδεια. Την αντιλαμβάνεται όχι απλώς ως υπηρέτρια ή τροφό των παιδιών, αλλά ως το πιο κοντινό της πρόσωπο, σχεδόν μέλος της οικογένειάς της. «Η Μήδεια είναι η ζωή της», λέει χαρακτηριστικά και η Νέριδα παραμένει στο πλευρό της μέχρι τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με την απόφασή της να σκοτώσει τα ίδια της τα παιδιά. Τότε η αφοσίωση συγκρούεται με ένα ανυπέρβλητο ηθικό όριο.

Η Αλίσα Κολόσοβα ερμηνεύει τη Νέριδα στη «Μήδεια». Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Η ίδια έχει ερμηνεύσει τη Νέριδα ξανά στο παρελθόν. Παραδέχεται ωστόσο ότι η ιταλική εκδοχή του έργου που μεταφράστηκε από τον Κάρλο Τσανγκαρίνι, με μελοποιημένους διαλόγους του Φραντς Πάουλ Λάχνερ, ακολουθώντας την παράδοση της Κάλλας, «μοιάζει με ντεμπούτο», καθώς φαίνεται «ακόμη πιο δυνατή και πιο δραματική από τη γαλλική». Όπως τονίζει, η παρουσία της Κάλλας σε αυτή την όπερα είναι πανταχού παρούσα: «Τη Μαρία Κάλλας την βλέπεις και την ακούς σε κάθε πτυχή αυτής της παραγωγής. Είναι αδύνατον να τη διαχωρίσεις από το έργο».

Δανάη Κοντόρα – Γλαύκη

Η κολορατούρα υψίφωνος Δανάη Κοντόρα, που έχει ήδη διαγράψει σημαντική διεθνή πορεία, είναι η μέλλουσα σύζυγος του Ιάσονα, η Γλαύκη. Όπως εξηγεί, η προσέγγισή της στον χαρακτήρα δεν ήταν εύκολη, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία ήταν περιορισμένα. Η ίδια άντλησε πληροφορίες κυρίως από την παρτιτούρα, αφού στην τραγωδία η Γλαύκη δεν εμφανίζεται ως σκηνικό πρόσωπο, αλλά δηλώνεται μέσα από τις αναφορές των άλλων. Έτσι, χρειάστηκε να χτίσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την ηρωίδα, μέσα από έρευνα και προσωπική επεξεργασία.

Η Δανάη Κοντόρα στο καμαρίνι της. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

«Το αρχαίο θέατρο έχει από μόνο του μια ανεξήγητη μαγική ενέργεια – αρκεί και μόνο να σκεφτεί κάποιος πόσους αιώνες καλλιτέχνες έχουν αφήσει την ψυχή τους εδώ.»

Πρόκειται για μια νέα γυναίκα που, ενώ βρίσκεται μπροστά σε ένα κομβικό γεγονός της ζωής της, τον γάμο της δηλαδή με τον Ιάσονα, διαβλέπει τα κακά που έρχονται και νιώθει ότι η απειλή πλησιάζει. Παρά την επιθυμία της να σταθεί στην καθημερινότητά της και στη χαρά του επικείμενου γάμου, δεν μπορεί να αποτινάξει την αίσθηση της επερχόμενης συμφοράς. Η Γλαύκη αποκτά μια εύθραυστη αλλά βαθιά τραγική διάσταση.

Η Δανάη Κοντόρα ως Γλαύκη. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη

Πώς βιώνει αυτόν τον ρόλο; «Ως μια ωραία πρόκληση να εξετάσουμε πρακτικές του καλλιτεχνικού παρελθόντος και να τους προσδώσουμε το δικό μας χρώμα», μας λέει. Χαρακτηρίζει το ντεμπούτο της στην Επίδαυρο ως «μοναδικό, γιατί το θέατρο έχει από μόνο του μια ανεξήγητη μαγική ενέργεια – αρκεί και μόνο να σκεφτεί κάποιος πόσους αιώνες καλλιτέχνες έχουν αφήσει την ψυχή τους εδώ».

«Σημείο Κάλλας»

Φεύγοντας από την αρχαία Επίδαυρο, η μορφή της Μαρίας Κάλλας ξεπροβάλλει μέσα στο σκοτάδι της νύχτας από τις led οθόνες της έκθεσης «Σημείο Κάλλας» που υπογράφει ο διεθνής Έλληνας σκηνογράφος Διονύσης Φωτόπουλος – το video art και τη βιντεοεγκατάσταση δημιουργεί ο εικαστικός και video designer Παντελής Μάκκας. Όταν επιστρέψουμε στις 20 Ιουνίου για τη μία και μοναδική παράσταση της Μήδειας ξέρουμε ότι η Κάλλας – έστω και νοερά – θα συναντήσει ξανά το κοινό της Επιδαύρου εκεί που γράφτηκε ένα σπουδαίο κεφάλαιο της ιστορίας της.

INFO Η όπερα «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, σε σκηνοθεσία του Παναγή Παγουλάτου, ανοίγει στις 20/6 τις φετινές παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στην Επίδαυρο, έχοντας γίνει sold out από τον περασμένο Φεβρουάριο.

* Η κορυφαία υψίφωνος και πρωταγωνίστρια της όπερας, Άννα Πιρότσι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τον σκηνοθέτη της «Μήδειας», Παναγή Παγουλάτο. Φωτογραφία: Σίσσυ Μόρφη