Ομοσπονδιακός δικαστής των ΗΠΑ απέρριψε τις ποινικές κατηγορίες του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης κατά της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, μετά τη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του τραπεζικού ιδρύματος, βάζοντας τέλος σε μια δικαστική υπόθεση που είχε ξεκινήσει το 2019.
Η μετοχή της τράπεζας στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης κατέγραψε άνοδο έως και 8,4%, αφού ο δικαστής των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Μπέρμαν, ανακοίνωσε ότι ενέκρινε το αίτημα των ομοσπονδιακών εισαγγελέων για την οριστική παύση της δίωξης. Η συμφωνία είχε ανακοινωθεί τον Μάρτιο, ωστόσο απαιτούσε δικαστική επικύρωση.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να απομακρύνει ένα αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ των συμμάχων στο ΝΑΤΟ, Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Halkbank είχε κατηγορηθεί κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ ότι βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις. Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε χαρακτηρίσει τότε την υπόθεση «παράνομη» και «άσχημη». Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν βελτιωθεί αισθητά μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο πέρυσι.
«Η ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε επί χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον της τράπεζάς μας έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα», ανέφερε η Halkbank σε ανακοίνωσή της.
Ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Ρετζέπ Σουλεϊμάν Οζντίλ, δήλωσε ότι η τράπεζα αναμένει πλέον βελτίωση των δυνατοτήτων της για πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση.
Ο εισαγγελέας επικαλέστηκε διπλωματικές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία
Οι Αμερικανοί δικαστές διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια όσον αφορά πιθανή απόρριψη συμφωνιών αναστολής δίωξης, όπως αυτή που συνήφθη μεταξύ του υπουργείου Δικαιοσύνης και της Halkbank.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο εισαγγελέας Μάικλ Λόκαρντ από την Εισαγγελία του Μανχάταν δήλωσε ότι η συμφωνία για τον τερματισμό της υπόθεσης προέκυψε στο πλαίσιο διπλωματικών προσπαθειών που στόχευαν στην επίτευξη κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς το προηγούμενο έτος.
«Σε αυτές τις πολυμερείς προσπάθειες η κυβέρνηση της Τουρκίας διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο», ανέφερε ο εισαγγελέας.
Μετά τη συνάντηση Ερντογάν και Τραμπ πέρυσι, ο Τούρκος πρόεδρος είχε εκφράσει την ελπίδα ότι το ζήτημα της Halkbank θα διευθετηθεί. Τον Οκτώβριο είχε μάλιστα δηλώσει ότι ο Τραμπ του είπε, τόσο κατά τη συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο όσο και σε μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία, ότι «το πρόβλημα της Halkbank έχει τελειώσει για εμάς».
Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης υποστήριξε επίσης ότι η παύση της δίωξης εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ όσον αφορά τον περιορισμό της υποστήριξης προς το Ιράν. Η συμφωνία απαγορεύει στη Halkbank να συμμετέχει σε συναλλαγές που ωφελούν το Ιράν και προβλέπει την εποπτεία της τράπεζας από ανεξάρτητο ελεγκτή, ο οποίος θα αξιολογεί τη συμμόρφωσή της με τους κανόνες κυρώσεων και καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος.
Η συμφωνία δεν προβλέπει καταβολή χρηματικού προστίμου, ενώ η τράπεζα δεν παραδέχθηκε καμία ποινική ευθύνη. Η Halkbank είχε δηλώσει αθώα στις κατηγορίες που της είχαν απαγγελθεί.
Σε ακροαματική διαδικασία τον Μάρτιο, ο δικαστής Μπέρμαν αναφέρθηκε σε επιστολή που είχε λάβει από ομάδα υπεράσπισης δικαιωμάτων, η οποία ζητούσε εξηγήσεις για την απουσία οικονομικής κύρωσης. Ωστόσο, ο δικαστής δεν επανήλθε στο θέμα κατά τη συνεδρίαση της Τετάρτης.
Η ελεγκτική δε διαπίστωσε παραβιάσεις
Οι Αμερικανοί εισαγγελείς είχαν κατηγορήσει τη Halkbank ότι μετέφερε κρυφά περίπου 20 δισ. δολάρια δεσμευμένων κεφαλαίων, μετατρέποντας έσοδα από πετρέλαιο σε χρυσό και μετρητά προς όφελος ιρανικών συμφερόντων, καθώς και ότι χρησιμοποιούσε εικονικά έγγραφα εξαγωγών τροφίμων για να δικαιολογεί μεταφορές χρημάτων που προέρχονταν από πετρελαϊκές συναλλαγές.
Ο Τζεμάλ Ντεμιρτάς, γενικός διευθυντής έρευνας της επενδυτικής εταιρείας Ata Invest με έδρα την Κωνσταντινούπολη, δήλωσε ότι η απόρριψη της υπόθεσης είναι θετική για την τράπεζα, αν και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη.
Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας τον Μάρτιο, ο δικαστής είχε «παγώσει» τη διαδικασία για 90 ημέρες, ώστε η Halkbank να αποδείξει ότι συμμορφώνεται με τους όρους της. Η τράπεζα ανέθεσε στην ελεγκτική εταιρεία Ernst & Young την αξιολόγηση των πολιτικών συμμόρφωσής της.
Όταν η περίοδος αυτή έληξε στις 10 Ιουνίου, οι εισαγγελείς του Μανχάταν ζήτησαν από τον δικαστή να απορρίψει οριστικά την υπόθεση, αναφέροντας ότι η Ernst & Young δεν εντόπισε καμία περίπτωση μη συμμόρφωσης από την πλευρά της Halkbank.
Η υπόθεση ακολούθησε μια μακρά και περίπλοκη πορεία στα αμερικανικά δικαστήρια. Τον περασμένο Οκτώβριο, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ άφησε σε ισχύ απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που επέτρεπε τη συνέχιση της δίωξης. Η Halkbank υποστήριζε ότι, ως κρατικός οργανισμός της Τουρκίας, θα έπρεπε να απολαμβάνει ασυλία έναντι δικαστικών ενεργειών σε δικαστήρια άλλων χωρών.



