Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες για το ποιόν του συμφώνου συνεννόησης, στο οποίο κατέληξαν ΗΠΑ και Ιράν, θέτοντας ουσιαστικά τέλος στον πόλεμο που ξεκίνησε ο συνασπισμός Ουάσινγκτον-Τελ Αβίβ στα τέλη Φεβρουαρίου.
Όλα τα μέρη ωστόσο συνηγορούν στον κρίσιμο και απολύτως θετικό ρόλο που διαδραμάτισε το Πακιστάν, με τον πρωθυπουργό Σεμπχάζ Σαρίφ να παίρνει τα εύσημα του deal που εκτόνωσε μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές κρίσεις που βίωσε η Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια.
Ευελιξία
Υπενθυμίζεται ότι ο 74χρονος Σερίφ, έγινε πρώτη φορά πρωθυπουργός τον Απρίλη του 2022, μετά την καθαίρεση του προκατόχου του Ιμράν Χαν. Έμεινε στο πρωθυπουργικό αξίωμα έως τον Αύγουστο του 2023 και επανήλθε στο πόστο τον Μάρτιο του 2024. Προέρχεται από ιστορική οικογένεια της ανώτερης μεσαίας τάξης και είναι αδελφός του τρείς φορές πρωθυπουργού και ηγέτη του συντηρητικού κόμματος «Μουσουλμανική Ένωση», Ναουάζ Σερίφ.
Το «κλειδί» της διπλωματικής επάρκειας του θα πρέπει να αναζητηθεί στη σχέση που έχει οικοδομήσει με αμφότερα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Ως προς την Τεχεράνη, ο Σαρίφ βασίστηκε στην άριστη συνεργασία σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι δύο ισλαμικές δημοκρατίες μοιράζονται κοινά σύνορα 909 χιλιομέτρων και στο παρελθόν έχουν συνεργαστεί πολλές φορές για την καταστολή αποσχιστικών κινημάτων, όπως το Απελευθερωτικό Μέτωπο των Βαλούχων που δραστηριοποιείται στην επικράτεια αμφότερων.
Σε ό,τι αφορά τον Ντόναλντ Τραμπ, η επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο σήμανε την αρχή μιας πολύπλευρης όσο και αποτελεσματικής προσέγγισης από πλευράς Σαρίφ. Προσέγγιση που μεταξύ άλλων περιλάμβανε την πρόταση για την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στον αμερικανό πρόεδρο αλλά και την παράδοση ενός μέλους της τζιχαντιστικής οργάνωσης ISIS-K, που κατηγορείται για τη βομβιστική επίθεση που κόστισε τη ζωή σε δεκατρείς στρατιώτες κατά τη διάρκεια της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων, τον Αύγουστο του 2021. Αλλά και την υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα στον υπουργό Οικονομικών του Πακιστάν και της εταιρίας κρυπτονομισμάτων World Liberty Financial, στην οποία μετέχουν πλειοψηφικά όλα τα αρσενικά μέλη της οικογένειας Τραμπ (δηλαδή ο αμερικανός πρόεδρος και οι γιοί του Έρικ, Ντόναλντ τζούνιορ και Μπάρον).
Πρόκειται για διπλωματική μέθοδο που αν και ετερόδοξη, φαίνεται σε βάθος χρόνου να αποδίδει. «Το Πακιστάν ήταν και είναι πρόθυμο να εφαρμόσει αντισυμβατικές διπλωματικές τακτικές που κερδίζουν πόντους στην Ουάσινγκτον — συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής κολακείας» τόνιζε ο Μάικ Κούγκελμαν, συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Atlantic Council, μιλώντας στους New York Times τον περασμένο Απρίλιο, καλούμενο να εξηγήσει τον ρόλο της ηγεσίας της χώρας στην τότε εκεχειρία, που άνοιξε τον δρόμο των διαπραγματεύσεων.
Ντουέτα και συμπεράσματα
Η επιτυχία δε θα πρέπει να εκλαμβάνεται ασφαλώς ως υπόθεση ενός ανδρός. Εξίσου σημαντικό ρόλο στον τερματισμό της σύγκρουσης είχε ο Στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, ο οποίος τον περασμένο Δεκέμβριο αναβιβάστηκε σε αρχιστράτηγο, θέση επιφορτισμένη με τη συνολική επίβλεψη των ενόπλων δυνάμεων. Σε μια χώρα που σε λιγότερο από 80 χρόνια ζωής μετράει τρία πραξικοπήματα (1958, 1977, 1999), κι η ειρηνική συνύπαρξη πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας μόνο δεδομένη δεν θεωρείται, η συνεργασία των δύο ανδρών ήταν κάτι περισσότερο από απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της διπλωματικής συνταγής.
«H διαμεσολαβητική ικανότητα του Πακιστάν επωφελήθηκε από έναν τον συντονισμό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διπλωματίας της ασφαλείας, γεγονός που βοήθησε τα ενδιαφερόμενα μέρη να καταλάβουν ότι τα μηνύματα που εκπέμπονταν εκ μέρους τους μέσω του Πακιστάν θα γίνονταν κατανοητά. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλά μια συνθήκη ειρήνης, αλλά ένα πλαίσιο που σχεδιάστηκε για να αποφευχθεί η κλιμάκωση και να δημιουργήσει χώρο για διαπραγματεύσεις. Ο Σαρίφ παρείχε την πολιτική ηγεσία και το διπλωματικό πλαίσιο, ενώ ο Μουνίρ συνεργάστηκε με τους περιφερειακούς ηγέτες και τους θεσμούς ασφαλείας που εμπλέκονται στη διαχείριση της κρίσης. Όλη αυτή η προσπάθεια αποτελεί από μόνη της ένα διπλωματικό επίτευγμα» σημειώνει η ερευνήτρια της αυστραλιανής δεξαμενής σκέψης Lowy Institute, Σαιμά Αφζάλ, σε άρθρο της στον ισότοπο Asia Times.
Και καταλήγει επισημαίνοντας σε ένα γενικότερο συμπέρασμα, σχετικό με την ισχύ των αναδυόμενων, μεσαίων δυνάμεων του αναδυόμενου, πολυπολικού κόσμου: «Καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων εντείνεται, οι μεσαίες δυνάμεις βρίσκουν ευκαιρίες να διαμορφώσουν τα αποτελέσματα μέσω της διαμεσολάβησης. Το Κατάρ έπαιξε κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις που αφορούσαν τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Το Ομάν παρείχε επανειλημμένα διακριτικά κανάλια επικοινωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης σε προηγούμενες περιόδους έντασης. Η Τουρκία βοήθησε στη διαμεσολάβηση της Πρωτοβουλίας για τα Σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας. Ο ρόλος του Πακιστάν στις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν ταιριάζει σε αυτό ακριβώς το μοτίβο.».





