Σε πλήρη σύγχυση σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι με τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή βυθίστηκε ο πλανήτης, αλλά και οι αγορές καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πρώτα ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ δεν θα πλήξουν ιρανικές ενεργειακές υποδομές για πέντε μέρες και στη συνέχεια υποστήριξε ότι διεξάγονται μυστικές συνομιλίες με το Ιράν, προκαλώντας ένα γαϊτανάκι διαρροών και πληροφοριών σχετικά με τις «συνομιλίες», αλλά και ένα κύμα διαψεύσεων από την ιρανική πλευρά.
Ο σεβαστός ηγέτης που δεν είναι ο Χαμενεΐ
Ο Τραμπ σχεδόν όλη μέρα σήμερα στις δημόσιες τοποθετήσεις του επαναλαμβάνει ότι υπάρχουν συνομιλίες με το Ιράν, υποστηρίζοντας μάλιστα συγκεκριμένα ότι ο συνομιλητής τους είναι κάποιος «σεβαστός ηγέτης» εντός του Ιράν που δεν είναι ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ότι ήταν η ιρανική πλευρά που ήθελε διαπραγματεύσεις και ότι βρίσκονται πολύ κοντά σε μια συμφωνία για την λήξη του πολέμου.
Σύμφωνα με τον ίδιο οι συνομιλίες πιθανόν θα πραγματοποιηθούν τηλεφωνικά, ενώ στις διαβουλεύσεις μέχρι τώρα συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή Στιβ Γουίτκοφ και ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ.
Μαζικές διαρροές και πληροφορίες για επαφές με μεσολάβηση
Με αφορμή τα παραπάνω, ισραηλινά και αμερικανικά μέσα, όπως το Axios, επικαλούμενα ισραηλινές πηγές άρχισαν να διακινούν διάφορα σενάρια και πληροφορίες σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι, αλλά και για το ποιοι ή καλύτερα ποιος είναι ο συνομιλητής της αμερικανικής κυβέρνησης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν νωρίτερα προκαλώντας αν μη τι άλλο ερωτηματικά, οι ΗΠΑ συνομιλούν εδώ και μέρες με τον πρόεδρο της ιρανικής Βουλής Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ και ότι οι συνομιλίες έγιναν με μεσολάβηση του Πακιστάν, της Αιγύπτου και της Τουρκίας.
Επιπλέον πάλι σύμφωνα με διαρροές υπάρχει περίπτωση να πραγματοποιηθεί συνάντηση για διαπραγματεύσεις στο Ισλαμπαμπάντ, αλλά και ότι οι ΗΠΑ έχουν καθορίσει ήδη και την ημερομηνία λήξης του πολέμου που είναι η 9η Απριλίου.
Καταιγίδα διαψεύσεων από Ιράν
Των δηλώσεων, αλλά και των διαρροών από ισραηλινά και αμερικανικά μέσα, ακολούθησε καταιγίδα διαψεύσεων από πλευράς της ιρανικής ηγεσίας. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαέι δήλωσε ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί συνομιλίες με τις ΗΠΑ από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου και ότι η θέση του Ιράν για τα Στενά του Ορμούζ και τους όρους τερματισμού της σύγκρουσης παραμένει αμετάβλητη.
Ο Μπαγκαέι πρόσθεσε δε ότι «έχουν ληφθεί μηνύματα από φιλικές χώρες σχετικά με το αίτημα των ΗΠΑ για διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, τόνισε μέσω ανάρτησής του στο X ότι ο ίδιος και η ιρανική ηγεσία δεν εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και έκανε λόγο για fake news με στόχο την κερδοσκοπία με τις τιμές του πετρελαίου και την χειραγώγηση της αγοράς.
Όπως τόνισε: «Χρησιμοποιούνται fake news για να χειραγωγηθούν οι χρηματοπιστωτικές και πετρελαϊκές αγορές και να ξεφύγουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ από το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται».
Ο Τραμπ επιμένει στο ότι υπάρχουν διαπραγματεύσεις
Παρά τις διαψεύσεις από την πλευρά του Ιράν, ο Τραμπ επανήλθε στο ζήτημα υποστηρίζοντας ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και ότι το Ιράν θέλει συμφωνία και «αυτή τη φορά εννοεί όσα λέει». Όπως υποστήριξε μάλιστα η Τεχεράνη έχει συμφωνήσει ότι «δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επανέλαβε ότι θα δώσει «πέντε ημέρες» για να να επιτευχθεί συμφωνία και να φανεί αν το «το Ιράν θέλει ειρήνη» και υποστήριξε ότι «το Ιράν έχει μία ακόμη ευκαιρία να τερματίσει τις απειλές προς την Αμερική». Όπως ανέφερε τέλος: «Ελπίζουμε να την αξιοποιήσουν καθώς είτε έτσι, είτε αλλιώς η Αμερική και ολόκληρος ο κόσμος θα είναι πολύ πιο ασφαλείς».
Τα πάνω κάτω των αγορών
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα στις αρχικές αμφίσημες δηλώσεις Τραμπ. Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν σημαντική πτώση, με το Brent να υποχωρεί έως και 15% στα 96 δολάρια το βαρέλι και το WTI να πέφτει κατά 13,5% στα 85,28 δολάρια, καθώς οι επενδυτές προσπαθούσαν να αξιολογήσουν την πιθανή σταθεροποίηση ή κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Αργότερα η εικόνα αντιστράφηκε και ξανασημειώθηκε άνοδος των τιμών σε πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι.



